Πολιτικη & Οικονομια

Από την πολιτική ρήξη στην πολιτική ευθύνη: Η διαχρονική μετάλλαξη του δημόσιου λόγου

Πώς το πολιτικό λεξιλόγιο αποτυπώνει τις βαθιές μεταβολές της ελληνικής κοινωνίας

Αριστοτέλης Σταμούλας
Αριστοτέλης Σταμούλας
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Από την πολιτική ρήξη στην πολιτική ευθύνη: Η διαχρονική μετάλλαξη του δημόσιου λόγου
© Γιώργος Κονταρίνης / Eurokinissi

Η μετάλλαξη της πολιτικής γλώσσας στην Ελλάδα από το 2012 έως σήμερα. Η διαδρομή της αντισυστημικής διαμαρτυρίας και η αλλαγή του δημόσιου λόγου

Η είσοδος της χώρας μας στην πολύκροτη μνημονιακή περίοδο ταυτίστηκε με μια άτυπη διάκριση των πολιτικών κομμάτων σε συστημικά και αντισυστημικά, η οποία λειτούργησε αρχικά ως ένας τρόπος αποτύπωσης του σχισματικού δίπολου «Μνημόνιο–Αντιμνημόνιο» και έκτοτε καθιερώθηκε ως μια νοητή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε κόμματα, από τη μια πλευρά, με ιστορική διάρκεια, κυβερνητική εμπειρία και φιλοδοξία, ευρωπαϊκό προσανατολισμό, θεσμική αποδοχή και ενσωμάτωση, οργανωμένη δομή και συγκροτημένο προγραμματικό λόγο, και, από την άλλη, σε κόμματα που έλκουν σημαντικό μέρος της ταυτότητάς τους από προσωποπαγείς βλέψεις και επιδιώξεις των ιδρυτών τους, μονοθεματικό λόγο, απουσία σταθερής κυβερνητικής προοπτικής, ευρωσκεπτικισμό, λαϊκίστικη, αντικαπιταλιστική ή εθνικιστική ρητορική, καθώς και απόρριψη καθιερωμένων θεσμικών και οικονομικών επιλογών.

Η διάκριση αυτή δεν είναι απόλυτη ή αμετάβλητη μέσα στον χρόνο, καθώς υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που μετακινούνται από τον έναν πόλο (της αμφισβήτησης και της διαμαρτυρίας) στον άλλο (της ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών), συνδυάζοντας, κατά πώς βολεύει κάθε φορά, τη θεσμική συμμετοχή με τα έντονα αντισυστημικά χαρακτηριστικά.

Το σίγουρο είναι πως η αντιπολίτευση δεν εκλαμβάνεται αυτομάτως ως αντισυστημισμός, καθώς ένα κόμμα μπορεί να στέκεται επικριτικά απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά ταυτόχρονα να αποδέχεται τους διαμορφωμένους κανόνες του κοινοβουλευτικού και οικονομικού πλαισίου, και, αντίστοιχα, ένα κόμμα διαμαρτυρίας μπορεί να διαθέτει αποκρυσταλλωμένη ιδεολογία, διευρυμένη κοινωνική βάση, πρόγραμμα σταθερών επιδιώξεων και σοβαρή οργανωτική δομή. Επίσης, ο όρος «συστημικό» δεν παραπέμπει κατ’ ανάγκη σε ένα μετριοπαθές κόμμα ούτε ο όρος «κόμμα διαμαρτυρίας» σημαίνει, άνευ άλλου τινός, ότι όλοι οι ψηφοφόροι του διακατέχονται από τα ίδια (ανατρεπτικά) κίνητρα.

Διατρέχοντας τις εκλογικές αναμετρήσεις από τον Μάιο του 2012 και πλησιάζοντας στη διενέργεια των επικείμενων εκλογών, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η προσέγγιση των κομμάτων υπό το πρίσμα της πολιτικής τους φυσιογνωμίας, της κυβερνητικής εμπειρίας και της διαχρονικής στάσης τους απέναντι στο εκάστοτε κυρίαρχο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο και, κυρίως, στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, την εξουσία, την ευθύνη και την πολιτική εκπροσώπηση.

Τα πρώτα δύο μνημόνια (2010, 2012) ήταν για τους πολίτες μια οδυνηρή εμπειρία, που προκάλεσε έντονα αντανακλαστικά αντίδρασης απέναντι στις βίαιες περικοπές μισθών, τις μεγάλες φορολογικές επιβαρύνσεις και την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Με το τρίτο μνημόνιο (2015) κατέστη σαφές ότι οι πειραματισμοί και οι εύκολες διακηρύξεις, όταν δεν συνοδεύονται από βιώσιμο εναλλακτικό σχέδιο την κρίσιμη στιγμή, οδηγούν τελικά σε ακόμη δυσμενέστερα αποτελέσματα από αυτά που αρχικά επιδίωκαν να ανατρέψουν. Και με την έξοδο από τα μνημόνια, οι πολίτες διαμόρφωσαν πλέον τη σταθερή απαίτηση (και μετέφεραν τη σχετική ευθύνη στους κυβερνώντες) να μην επαναληφθεί ποτέ ξανά μια τέτοια εμπειρία.

Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα παρατηρούμε, κατ’ αντιστοιχία, αρχικά τη δραστηριοποίηση κομμάτων με διακηρυγμένη διάθεση έκφρασης της διογκούμενης κοινωνικής αμφισβήτησης και διαμαρτυρίας και, λίγο αργότερα, την απότομη μετάβαση πολιτικών δυνάμεων από μονοψήφια ποσοστά οριακής εκλογικής επιβίωσης στον κεντρικό προθάλαμο της εξουσίας. Εν συνεχεία, η «διαμαρτυρία» κατορθώνει όντως να γίνει κυβέρνηση, διατηρώντας αρκετά από τα αντισυστημικά της χαρακτηριστικά, και κατόπιν σταδιακά αποκαθίσταται εκ νέου ένας συστημικός δικομματισμός/πολυκομματισμός.

Τέτοιες μετατοπίσεις του πολιτικού σκηνικού μέσα σε πυκνό χρόνο δεν άλλαξαν μόνο τους εγχώριους συσχετισμούς δυνάμεων, αλλά επηρέασαν βαθιά και τη γλώσσα της πολιτικής αντιπαράθεσης, το ύφος, τη θεματολογία, τα μέσα διεξαγωγής και τα όρια του (αποδεκτού) δημόσιου πολιτικού διαλόγου. Η διαδρομή του από το 2012 έως σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παραδείγματα γλωσσικής και ιδεολογικής μετάλλαξης στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία, υπό την έννοια ότι το ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο αυτής της περιόδου δεν υπήρξε απλώς ένα εργαλείο περιγραφής των εξελίξεων, αλλά βασικός καταλύτης διαμόρφωσης ταυτοτήτων, πολωτικών συγκρούσεων και, τελικά, μετασχηματισμού της ίδιας της πολιτικής πραγματικότητας.

Η κατάρρευση του παραδοσιακού δικομματισμού το 2012 συνοδεύτηκε από μια πρωτοφανή —ανορθολογική και συναισθηματική— φόρτιση, συμπιέζοντας τον δημόσιο διάλογο σε μια οριζόντια και ευθεία σύγκρουση ανάμεσα σε «μνημονιακούς υποτελείς» και «ανυπότακτους πατριώτες». Ο λόγος, ιδιαίτερα των δεύτερων, έγινε σφόδρα καταγγελτικός, τυφλά επιθετικός, σχεδόν εμφυλιοπολεμικός και κατεξοχήν προσανατολισμένος στη (δήθεν) υποστήριξη κοινωνικών στρωμάτων που, λόγω οξείας οικονομικής δυσπραγίας και ραγδαίας επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου, ένιωσαν περιθωριοποιημένα. Με την άνοδο ακραίων —μέχρι πρότινος εξωκοινοβουλευτικών— δυνάμεων, ο λόγος αυτός εκτραχύνθηκε περαιτέρω, διολισθαίνοντας σε απροσάρμοστη λεκτική βία και άνευ προηγουμένου προπηλακισμούς.

Ο διάλογος έπαψε αίφνης να είναι πολιτισμένος, αντιπαραθετικός, διαπραγματευτικός ή στρατηγικός, αποκτώντας μια έντονα ηθικοποιημένη διάσταση, όπου ο αντίπαλος δεν ήταν απλώς πολιτικά λανθασμένος, αλλά ανήθικος, ιδιοτελής ή εχθρικός προς την κοινωνία, και όπου η πολιτική διαφωνία έπαψε να αφορά πρωτίστως την ουσία διαφορετικών προτάσεων για τη διακυβέρνηση, αλλά να συνιστά αγώγιμο μέσο σύγκρουσης ανάμεσα σε εκείνους που (αυτο)βαπτίζονταν ως ηθικά δικαιωμένοι και εκείνους που στηλιτεύονταν ως ηθικά έκπτωτοι.

Είναι η εποχή της σταδιακής υποχώρησης του μετριοπαθούς και ισορροπημένου δημόσιου λόγου και της υποκατάστασής του από λεκτικές ακρότητες, χυδαιολογίες και φραστικούς λεονταρισμούς εντός και εκτός Κοινοβουλίου, γεγονός που συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση νέων ηθών μικρού βάθους, μειωμένης ή ανύπαρκτης δεοντολογίας και χαμηλών απαιτήσεων και, κατ’ επέκταση, στην εξοικείωση μέρους της —διψασμένης για εκτόνωση— κοινωνίας με τη ρητορική του μισαλλόδοξου μίσους.

Η θεσμική προσαρμογή και προσγείωση του «πολιτικού μπλοκ της διαμαρτυρίας» στη δοκιμασία ανάληψης της διακυβέρνησης της χώρας την περίοδο 2015–2019 αποδυνάμωσε κάπως την ακραία αντισυστημική γλώσσα (εξαιρουμένων κάποιων μεμονωμένων φωνών που εξακολούθησαν αυτή την πεπατημένη), καθώς συνδέθηκε πλέον με την άσκηση εξουσίας, αλλά και με την ανάγκη, αφενός, να δικαιολογηθούν αξεπέραστοι συμβιβασμοί μετά το δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015 και, αφετέρου, να δομηθεί το αφήγημα του «ηθικού πλεονεκτήματος» ως αντίβαρου στην εκ των υστέρων αδυναμία της διακηρυγμένης κατάργησης των μνημονίων «με ένα νόμο και ένα άρθρο», πάνω στην οποία είχε οικοδομηθεί προηγουμένως σε μεγάλο βαθμό η υπόσχεση υπέρβασης αυτών των συμβιβασμών.

Η συγκεκριμένη αντίφαση δεν οδήγησε στην πλήρη εξαφάνιση της αντισυστημικής ρητορικής, αλλά στον επαναπροσδιορισμό του περιεχομένου της, καθώς και σε μια ενδιαφέρουσα γλωσσική μετατόπιση, όπου η καταγγελία του συστήματος υποχώρησε, αλλά η ηθική διαφοροποίηση από τους αντιπάλους διατηρήθηκε (αποδεικνύοντας ότι το «είμαστε διαφορετικοί» μπορεί να επιβιώνει ακόμη και όταν οι πολιτικές πρακτικές γίνονται πιο μετριοπαθείς ή συγκλίνουν).

Από το 2019 και μετά, καθώς η αντιμνημονιακή σύγκρουση έχασε την πρωταγωνιστική της θέση, άρχισε να αλλάζει το «πεδίο μάχης» του διαλόγου και να επικρατεί ένας πιο τεχνοκρατικός λόγος, που επικεντρώθηκε στην αποτελεσματικότητα και την ψηφιοποίηση του κράτους, στη διαχείριση κρίσεων (πανδημία, ενεργειακή ένδεια, ελληνοτουρκικά) και στην αξιοπιστία των θεσμών. Παρότι η αμφισβήτηση της νομιμοποίησης του συστήματος και οι προσπάθειες ανατροπής του εξακολουθούν να βρίσκονται στον πυρήνα κάποιων δυνάμεων, η πλειονότητα των δημόσιων πολιτικών συζητήσεων δείχνει να επανέρχεται σε μια φάση θεσμικής κανονικότητας, με επίκεντρο την αξιολόγηση της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, τη λογοδοσία και την ικανότητα ανταπόκρισης στις κοινωνικές απαιτήσεις.

Σήμερα, η κοινωνική δυσπιστία που γέννησε την αντισυστημική διαμαρτυρία δεν θα λέγαμε ότι έχει εξαλειφθεί, αλλά μάλλον ότι έχει μετατραπεί σε μια μόνιμη άσκηση πίεσης πάνω στο σύστημα. Αυτό οφείλεται, εν πολλοίς, και στην πολυδιάσπαση της διαμαρτυρίας σε μικρότερους σχηματισμούς δεξιά και αριστερά, χωρίς έναν κεντρικό εκφραστή και μια ενιαία πολιτική γλώσσα, όπως παλαιότερα, αλλά με πολλές επιμέρους θεματικές, οι οποίες δεν συγκροτούν πάντοτε ένα κοινό μέτωπο (δίνοντας, έτσι, μεγαλύτερο χώρο στην ανάπτυξη πιο υπεύθυνων πολιτικών δυνάμεων).

Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι ο δημόσιος διάλογος έγινε πιο ήπιος ή ότι έχασε τα πολωτικά του χαρακτηριστικά. Ούτε ότι έπαψε να διεξάγεται υπό τη σκιά των αιτίων που μπορούν ανά πάσα στιγμή και με κάθε ευκαιρία να τροφοδοτούν τις εστίες του αντισυστημικού λόγου.

Το σημαντικό στοιχείο, εν προκειμένω, είναι η απομάκρυνση του πολιτικού λεξιλογίου από το πρωτόγονο επίπεδο των ακατάσχετων ύβρεων και της ηθικοπλαστικής αξιολόγησης των πολιτικών αντιπάλων και, παράλληλα, η εκ νέου μεταφορά της αντιπαράθεσης στο επίπεδο των πολιτικών επιλογών και των επιχειρημάτων· με άλλα λόγια, το γεγονός ότι η πολιτική γλώσσα δείχνει να έχει μετατοπίσει το κέντρο βάρους της σύγκρουσης από τη νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος αποκλειστικά με θυμικούς όρους κρίσης, ρήξης και οργής προς τη νομιμοποίηση συγκεκριμένων μορφών εξουσίας και θεσμών με ευρύτερους, λογικούς και πιο ψύχραιμους όρους αποτίμησης των πολιτικών τους αποτελεσμάτων και επάρκειας καθορισμού των γενικότερων αναπτυξιακών προοπτικών της χώρας.

Η μετατόπιση αυτή δεν συνιστά από μόνη της αδιάσειστη απόδειξη πολιτικής ωριμότητας ούτε αδιαπραγμάτευτη εγγύηση ουσιαστικότερης συμμετοχής. Δημιουργεί, ωστόσο, τις ευνοϊκές προϋποθέσεις για μια διαφορετική διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην πολιτική εκπροσώπηση και την κοινωνία. Μια σχέση στην οποία η διαφωνία δεν θα εξαντλείται στην ηθική απαξίωση του αντιπάλου, αλλά θα στρέφεται στην εξέταση των επιλογών του, των συνεπειών τους και της ευθύνης που αναλαμβάνει. Σε αυτή τη μεταβολή του πολιτικού λεξιλογίου βρίσκεται ίσως μία από τις σημαντικότερες, αλλά λιγότερο ορατές, όψεις της ελληνικής πολιτικής διαδρομής από το 2012 έως σήμερα.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Κυριάκος Μητσοτάκης
Μητσοτάκης στο Reuters: Παράνομο και άκυρο το τουρκολιβυκό μνημόνιο - Αγνοεί εντελώς τη γεωγραφία

«Οι Έλληνες εφοπλιστές θα ήταν οι πρώτοι που θα ξανάρχιζαν το εμπόριο στη Μαύρη Θάλασσα, εφόσον ήταν εγγυημένη η ασφαλής διέλευση» είπε ο πρωθυπουργός

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY