Βιβλιο

Ο Γιώργος Ψάλτης γράφει την Ιστορία ενός παρόντος στο Πόρτο Ράφτη

Τα τοπόσημα της Αττικής, ο Άγιος Διονύσιος Σολωμός, ο Έρως (άπιαστος), η θάλασσα τον χειμώνα, η ελληνικότητα που έχουμε κι αυτή που ψάχνουμε

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
ΤΕΥΧΟΣ 1008
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Γιώργος Ψάλτης
Γιώργος Ψάλτης © Αλεξάνδρα Αργύρη

Γιώργος Ψάλτης: Ο ποιητής μιλά στην ATHENS VOICE για την «Ιστορία ενός παρόντος», το Πόρτο Ράφτη, την ελληνικότητα, τη θάλασσα και την ποίηση ως τρόπο κατανόησης του κόσμου και του εαυτού

Το Πόρτο Ράφτη του Γιώργου Ψάλτη είναι το Δουβλίνο του, ένα μέρος που περιδιαβαίνει όχι σε μία μέρα, μα για εποχές ολόκληρες, χρόνια τώρα, ζώντας τις θάλασσες και τις βροχές του, τις φυσικές κι ανθρώπινες τελετουργίες του, σχεδόν μυσταγωγικές. Στην «Ιστορία ενός παρόντος» (εκδόσεις Ίκαρος) το μέρος επιστρέφει, πάντα μυστηριώδες μα φιλόξενο, ακόμα κι όταν φέρουν σημάδια από πυρκαγιές τα γύρω μέρη: τα χώματά του, οι λάσπες του, η ησυχία του.

«Η ησυχία του;» είναι η πρώτη απορία που έχω για τον Γιώργο όταν συναντιόμαστε, καταμεσής του Ιούλη, σ’ ένα παραλιακό εστιατόριο, με αυτοκίνητα να περνούν από πίσω και κόσμο να βουίζει τριγύρω. «Για κάποιον που δεν το ξέρει, η πρώτη εντύπωση είναι κάπως διαφορετική, ομολογουμένως» του λέω. «Λίγο πιο τουριστική, όχι;»

«Το Πόρτο Ράφτη ήταν ένα πάρα πολύ ήσυχο μέρος, αγροτικό, έως τα 80s, που άρχισε να αναπτύσσεται τουριστικά. Εγώ ερχόμουν εδώ από παιδάκι, με την οικογένειά μου. Είναι άλλο πράγμα το καλοκαίρι, άλλο τον χειμώνα. Μένω μόνιμα εδώ, 14 χρόνια τώρα: τον χειμώνα είναι πάρα πολύ ήσυχα, οι άνθρωποι είναι ήρεμοι, δεν έχουν νοοτροπία «προαστίου», να βιάζονται, να κορνάρουν. Εδώ είμαστε επαρχία, χαμογελάμε. Αν ακούσεις κόρνα, είναι σίγουρα Αθηναίος».

Η ποιητική γεωγραφία του Πόρτο Ράφτη

Από το αεροπλάνο, κατά την απογείωση ή την προσγείωση στο Ελ. Βενιζέλος, είναι τόπος εντυπωσιακής ομορφιάς, όλο γλώσσες γης και θάλασσας που μπαινοβγαίνουν η μία στην άλλη. Ο Γιώργος Ψάλτης αγκιστρώνει την ποίησή του στην ντόπια γεωγραφία, λες και το εκκλησάκι του Αγίου Σπυρίδωνα, τα γερμανικά πολυβολεία, η Ερωτοσπηλιά, ο λόφος της Κορώνης είναι ξόρκια για να τον φυλάσσουν από τον έξω κόσμο.

«Υπάρχουν πολλά ίχνη ιστορίας εδώ, αλλά κανείς δεν ασχολείται» λέει. «Το πιο συγκλονιστικό βρίσκεται πίσω από τον λόφο, στη Βραυρώνα: ο Ναός της Αρτέμιδος με το κενοτάφιο της Ιφιγένειας (και αυτό στο βιβλίο). Είναι συγκλονιστικό ότι τόσο πολλοί απ’ όσους ζουν εδώ, καλοκαιρινούς και χειμερινούς, δεν ξέρουν καν ότι υπάρχει ναός εκεί». Του επισημαίνω ότι κάθε φορά που περνάω με το αυτοκίνητο από την περιοχή του ναού, τις στροφές του δρόμου, το λοφάκι από πάνω, νιώθω πως κάτι γίνεται στην ατμόσφαιρα, κάτι μαγνητικό. «Μα έχει φοβερή ενέργεια εκεί!» συμφωνεί.«Και το Πόρτο Ράφτη έχει πολύ καθαρή ενέργεια, ωραίο, καθαρό φως. Κάτι πρέπει να υπήρχε εδώ στην αρχαιότητα. Ξέρουμε ότι η νησίδα του Ράφτη κατοικούνταν από τα μυκηναϊκά χρόνια. Ξέρουμε ότι υπήρχε στρατόπεδο στην Κορώνη, τον λόφο απέναντι από το νησί, υπήρχε ακρόπολις».

Μου τα δείχνει όλα αυτά με τη χαρά ενός παιδιού στα μάτια και με την ηρεμία ενός ανθρώπου που έχει βρει τη βολή του. Το νέο ποιητικό του έργο είναι μια σειρά από ημερολογιακές καταγραφές (η ιστορία ενός «παρόντος», ενός τώρα δηλαδή) όπου ο αφηγητής συνδέει αυτά που του συμβαίνουν στο παρόν με συμβάντα του παρελθόντος και σκέψεις. Κάτι σαν ποιητικός, ρυθμικός ζεμπαλντισμός. «Τρόπους συγκέντρωσης του μυαλού έψαχνα/ να ξέρει τι θέλω ως όλος./ Να βλέπει τι θ’ απογίνει η χώρα μου/ οι λέξεις που φέρει το αίμα μου/ να βρει σε ποιον αιώνα πιστεύω».

Γιώργος Ψάλτης: Η ποίηση είναι η μόνη αλήθεια

Γιώργος Ψάλτης
Γιώργος Ψάλτης

— Έχεις εμμονές στις σκέψεις που κάνεις στο βιβλίο: σε ενδιαφέρει, ας πούμε, πάρα πολύ το τι είναι ή δεν είναι οι Έλληνες, το τι είναι και δεν είναι η πατρίδα.

Πάρα πολύ με απασχολεί αυτό, ναι. Αλλά δεν ξέρω αν το απαντάω. Προσπαθώ να δώσω έναν ορισμό, προσπαθώ να το κατανοήσω εγώ πρώτα. Η ελληνικότητα είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από την Ελλάδα. Έχει επηρεάσει αφάνταστα το πώς λειτουργεί ο σύγχρονος κόσμος. Κι εμείς, που κατοικούμε εδώ, δεν μπορούμε και δεν προσπαθούμε να συνδεθούμε μαζί της καθόλου. Ζούμε την καθημερινότητά μας, που αποκλίνει από την ελληνικότητα.

— Τι είναι η ελληνικότητα; Ελευθερία; Μιλάς συχνά για την ελευθερία.

Είναι η ελευθερία, ναι.

— Και μετά έρχονται οι σύγχρονοι Έλληνες και παραγγέλνουν «δύο σουβλάκια γύρο», κάνουν λιτανείες, τρώνε οβελίες, έχουν αρνιά, με ή χωρίς κοπάδι –να και το πολιτικό στοιχείο–, που τρέχουν και καλπάζουν ελεύθερα μεν, αλλά χωρίς ελπίδα. Και μετά έχεις και τους Ξένους. Αρχίζει η σύνθεση με τους Έλληνες και τελειώνει με τους Ξένους, που μας «νιώθουν ακίνδυνους» και «ρέουν στης σιγής μας τα βάρη». Εν τω μεταξύ «αιώνες εμείς ξαποσταίνουμε» και ξανά προς τη δόξα τραβάμε «και συνεχίζουμε τα ύπτια κάλλη». Ύπτια επειδή κοιμόμαστε ή επειδή κολυμπάμε έτσι στη θάλασσα;

Και τα δύο.

— Δεν είναι πολύ κολακευτική αυτή η οριοθέτηση της δικής μας ελληνικότητας, είναι;

Γιατί να είναι; Δεν ξεχωρίζουμε για κάτι ως χώρα σήμερα. Έχουμε έναν αρκετά σημαντικό σύγχρονο πολιτισμό, ο οποίος όμως δεν είναι μεταφράσιμος. Έχουμε σπουδαίο θέατρο, για παράδειγμα, πολύ καλούς σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Και συγγραφείς. Έχουμε αξιόλογους μουσικούς. Και στις λοιπές τέχνες τα πάμε καλά, αλλά αυτό είναι όλο. Από κει και πέρα δεν έχουμε κάτι να δείξουμε εκτός χώρας πέρα από τον τουρισμό. Ο οποίος τουρισμός μας… σκέψου τι τουρισμός είναι όταν τον Αύγουστο δεν βρίσκεις λεμόνι ελληνικό.

— Μα είναι Αύγουστος, δεν υπάρχουν λεμόνια τότε.

Ναι, αλλά το λεμόνι είναι η κλασική εικόνα ενός ελληνικού πιάτου σε ένα εστιατόριο. Ή σκέψου το παστίτσιο. Το παστίτσιο είναι ξένη λέξη, η μπεσαμέλ είναι ξένο πράγμα. Ο κιμάς μπορεί να είναι ελληνικό κρέας, αλλά είναι οθωμανική λέξη· τα μακαρόνια είναι ξένο πράγμα. Η ντομάτα είναι ξενόφερτη.

— Κι αφού δεν καταφέρνεις να δώσεις απάντηση για την ελληνικότητα –ούτε την ιδανική, ούτε τη δική μας–, τι προσπαθείς να κάνεις; Σε ποιον απευθύνεται το βιβλίο;

Σ’ εμένα. Γράφω για να καταλάβω εγώ αυτά που μου συμβαίνουν κι αυτά που με απασχολούν. Κι αν το κάνω καλά, τότε θα ενδιαφέρει κι άλλους.

— Λίγοι συγγραφείς το λένε αυτό. Οι περισσότεροι λένε ότι γράφουν για να επικοινωνήσουν κάτι.

Αν ήθελα να επικοινωνήσω κάτι, θα έγραφα ένα status στο Facebook. Πιο αποτελεσματικό είναι. Θα έπαιρνα τα likes μου, τα μοιράσματά μου.

— Πες μου για κάτι άλλο, που μου έκανε φοβερή εντύπωση από την πρώτη σελίδα, πριν καταλάβω καν για τι μιλάει το βιβλίο σου. Τον ρυθμό της ποίησής σου: έχει φοβερό εσωτερικό ρυθμό, ρίμες, θα μπορούσε να είναι σχεδόν αυτό που σήμερα λέμε slam ποίηση, αν όχι εκλεπτυσμένοι ραπ στίχοι. Μια ρυθμικότητα που σε ωθεί να συνεχίσεις την ανάγνωση, είναι κινητήριος δύναμη. Είναι καινούργιο στοιχείο αυτό στο έργο σου;

Νομίζω ότι υπήρχε λίγο και στο προηγούμενο βιβλίο, το «Εσένα», αλλά γενικά με επηρεάζει πάρα πολύ η ραπ και το χιπ χοπ. Μου αρέσουν ως ήχοι και ως ρυθμοί. Αλλά γενικά δεν με ενδιαφέρει ν’ ακούω μουσική. Θεωρώ ότι η μουσική είναι μια δραστηριότητα, δεν μπορώ απλώς να καθίσω να την ακούσω.

— Και τι σε εμπνέει για να γράψεις;

Βλέπω σειρές ή ταινίες στο Netflix. Με έχει επηρεάσει πολύ αυτή η δομή των επεισοδίων: το πώς ανοίγεις και κλείνεις κάθε επεισόδιο. Ότι μπορείς να τα δεις όλα μαζί, αλλά μπορείς να δεις και μόνο ένα. Κάπως έτσι στήθηκε και το βιβλίο σε κεφάλαια. Και μετά υπάρχουν τα βιβλία φυσικά: μυθιστορήματα, δοκίμια, ποίηση. Αλλά περισσότερο στο κείμενο μπαίνουν σκέψεις που κάνω την ώρα που κολυμπάω.

— Κολυμπάς πολλή ώρα; Κάθε μέρα;

Σαράντα λεπτά, χειμώνα-καλοκαίρι. Σχεδόν κάθε μέρα, ναι. Τον χειμώνα, ειδικά, υπάρχει και μια αίσθηση στο νερό, πέραν της απόλαυσης της κολύμβησης, ότι «τα κατάφερα». Μπαίνεις μουτρωμένος, βγαίνεις άλλος άνθρωπος. Σαν ένα βάπτισμα. Ξεκίνησα να κολυμπώ και τον χειμώνα πριν από δεκατέσσερα χρόνια, από τότε που ήρθα εδώ: ερχόταν ο πατέρας μου κι έμπαινε στη θάλασσα κι είπα κι εγώ να συνεχίσω και μετά το καλοκαίρι. Κι ανακάλυψα αυτή την αίσθηση του να είσαι στη θάλασσα μόνος σου, να γυρνάς και να κοιτάς την ακτή και να μην υπάρχει κανείς ή να υπάρχουν άνθρωποι με μπουφάν και σκουφιά και γάντια κι εσύ να είσαι μες στο νερό, σε μια παρατεταμένη αγκαλιά. Το δύσκολο δεν είναι να μπεις, το δύσκολο είναι να βγεις. Όταν βγαίνεις κρυώνεις. Εγώ ντύνομαι πολύ ζεστά και τρέχω στο σπίτι. Βλέπω και τους ηλικιωμένους, που κάνουν κάθε μέρα. Έχουμε μεγάλη κοινότητα χειμερινών κολυμβητών εδώ στο Πόρτο Ράφτη, αλλά εγώ δεν κάνω ιδιαίτερες παρέες. Μου αρέσει η ηρεμία μου.

— Πες μου για τους επαναλαμβανόμενους χαρακτήρες του βιβλίου. Υπάρχει μια Μαρία, υπάρχει μια μουσουλμάνα, υπάρχει ο αφηγητής. Κι όλοι αυτοί περιπλέκονται μεταξύ τους.

Μέσω εμού περιπλέκονται, μέσω του αφηγητή. Η μουσουλμάνα συμβολίζει τον απραγματοποίητο έρωτα. Είναι ο Έρως. Η Μαρία είναι μια πιο καθημερινή γυναίκα, γήινη – Μαρία είναι εξάλλου το όνομα της Παναγίας. Και μετά υπάρχει και ο αφηγητής, εν προκειμένω εγώ, που είναι «ο άντρας μιας άλλης γυναίκας», κάτι που τονίζει ότι ο αφηγητής δεν διεκδικεί καμία από τις γυναίκες αυτές. Απλώς τις παρατηρεί.

— Σε σώζει η ποίηση από την πραγματικότητα;

Η ποίηση είναι η μόνη αλήθεια. Δεν σε σώζει.

— Γιατί είναι η μόνη αλήθεια;

Μα ποια άλλη είναι; Η επιστήμη; Στις επιστήμες αλλάζουμε θεωρίες κάθε δεκαπέντε χρόνια. Μας λέγανε να μην τρώμε αυγά, μετά μας είπαν να τρώμε δύο αυγά την εβδομάδα. Μετά μας είπαν να τρώμε μόνο τους κρόκους, μετά μόνο τα ασπράδια. Τώρα, όσα θέλουμε. Η επιστήμη αλλάζει. Η ποίηση δεν αλλάζει, δεν λήγει η ποίηση. Ούτε ανανεώνεται, ούτε καταργείται η αξία ενός βιβλίου, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Γιώργος Ψάλτης
Γιώργος Ψάλτης © Αλεξάνδρα Αργύρη

— Ετούτη η ερώτηση είναι αναπόφευκτη. Γράφεις, με τον ρέοντα τρόπο σου, για καλοκαίρι, για θάλασσα, υπάρχει μια Μαρία στο βιβλίο: τι σχέση έχει ο Ελύτης με αυτό το έργο σου;

Τον Ελύτη τον έχω διαβάσει πολύ και σίγουρα με έχουν επηρεάσει και ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τα στοιχεία της ελληνικής φύσης και η σχέση του με τα τοπία και οι τρόποι έκφρασής του. Ξέρεις, το τελευταίο του βιβλίο το έγραψε εδώ. Τον θυμάμαι ως παιδί, σαν φιγούρα, από μακριά.

— Πήγες στο μουσείο που του αφιέρωσαν στην Πλάκα, όπου έχουν ανασυστήσει το γραφείο του της οδού Σκουφά, με τα έπιπλά του, τα βιβλία του, τα αντικείμενά του; Είναι σχεδόν σαν μυσταγωγία, σαν να πηγαίνεις σε προσκύνημα.

Αυτό το είχα πάθει στο σπίτι του Φρόιντ στο Λονδίνο. Είχα μείνει μέσα δυο τρεις ώρες. Τα είχα χάσει με την ενέργεια του μέρους, τα αντικείμενά του, τη διακόσμηση.

— Το ίδιο είχα πάθει κι εγώ στο σπίτι του Ίψεν στο Όσλο. Έχω καταλάβει ότι μου αρέσουν πάρα πολύ τα σπίτια ή τα γραφεία των συγγραφέων, ίσως περισσότερο κι από το να γνωρίζω τους ίδιους τους ανθρώπους.

Δηλαδή προτιμάς το ξαναστημένο σπίτι από τον ίδιο τον Ίψεν;

— Ναι, γιατί, αν συναντούσα τον Ίψεν, νομίζω θα ήταν ένας ξινός γέρος. (γέλια)

Δεν είναι τρομερό αυτό το πράγμα, ότι σκεφτόμαστε τους συγγραφείς λες κι ήταν πάντα μεγάλης ηλικίας; Ενώ κάποτε ήταν και είκοσι, τριάντα χρονών. Από τα πιο συγκλονιστικά πράγματα που μου είχαν προκύψει είναι όταν συνειδητοποίησα ότι ο Άγιος Διονύσιος Σολωμός ήταν αλκοολικός.

— Γιατί;

Γιατί δεν μας το είχαν πει στο σχολείο. Μιλάμε, έπινε κολόνιες… Δεν το ξέραμε αυτό όμως. Τους ξέρουμε όλους ως μεγάλης ηλικίας, σοβαρούς, βαρείς ανθρώπους. Θυμάμαι, είχα βρει μια συνέντευξη του Ελύτη που έλεγε ότι τα καλοκαίρια τού αρέσει να πηγαίνει βόλτα με ωραία αυτοκίνητα και ωραία κορίτσια. Κάτι που δεν θα έλεγε ποτέ στα ογδόντα του.

— Ο Άγιος Διονύσιος Σολωμός! Τι σου αρέσει περισσότερο στο έργο του; Στην τέχνη του γενικά.

Η προσπάθειά του να γράψει στα ελληνικά. Οι σημειώσεις του δίπλα στο περιθώριο είναι στα ιταλικά. Αλλά αυτός γράφει τα ποιήματά του στα ελληνικά. Είναι συγκλονιστικό. Προσπάθησε πάρα πολύ. Και τα κατάφερε, διαμόρφωσε τη γλώσσα μας διακόσια χρόνια τώρα. Ενώ ο Παλαμάς, ας πούμε, ο Παλαμάς είναι κουραστικός. Η γλώσσα του είναι πολύ πιο κουραστική από εκείνη του Σολωμού, πιο βαριά, επαναλαμβανόμενη και διδακτική.

Γιώργος Ψάλτης, Ιστορία ενός παρόντος | Εκδόσεις Ίκαρος

— Μιλήσαμε για τον Ελύτη, τον Σολωμό. Ποιους άλλους αγαπάς πάρα πολύ, ποιους διαβάζεις;

Ο Γκάλγουεϊ Κίνελ μ’ αρέσει πάρα πολύ – τον έχω μεταφράσει κιόλας. Έχει κι αυτός τη μανία με το μεταφυσικό, το επέκεινα, βάζει τα ταρό μέσα… Αλλά αυτός που με έχει καθορίσει είναι ο Σεφέρης. Με τον Σεφέρη «μπήκα» στην ελληνική ποίηση σωστά. Τον σπούδασα, που λένε. Δηλαδή έχω διαβάσει την αλληλογραφία του, τα βιβλία γι’ αυτόν, τα δοκίμιά του προφανώς. Έχω διαβάσει ό,τι βρήκα γύρω απ’ αυτόν και γι’ αυτόν. Κι αυτό με καθόρισε. Γι’ αυτό, όταν με ρωτούν τι να κάνουν, πώς να μπουν στην ποίηση, τους λέω «βρείτε έναν ποιητή ή μια ποιήτρια και διαβάστε όλο το corpus τους, τις αλληλογραφίες, τα δοκίμια, διαβάστε βιβλία για εκείνους». Γιατί μέσα από έναν συγγραφέα, κατανοώντας πώς λειτουργεί, μπορείς κι εσύ να αποκτήσεις τον δικό σου τρόπο.

— Κι αν εγώ, εκατό χρόνια από τώρα, θελήσω να μπω στον κόσμο του ποιητή Γιώργου Ψάλτη κι έχω τα βιβλία του και τα δοκίμια που έχουν γραφτεί για τον Ψάλτη, τι κλειδί μου λείπει για να τα ξεκλειδώσω;

Νομίζω, η ψυχανάλυση. Ο τρόπος που γράφω έχει κατά πολύ να κάνει με τον τρόπο που λειτουργεί η σχολή του Φρόιντ και με τη σύνδεση των διαφόρων σκέψεων. Παίρνω διάφορα περιστατικά, συμβάντα, γεγονότα, σκέψεις, συναισθήματα και τα βάζω να αλληλοσυμπληρώνονται. Η ποίησή μου μπαινοβγαίνει σε προσωπικά μου βιώματα. Αλλά δεν έχω να σου πω εδώ κάτι περισσότερο απ’ ό,τι λένε τα βιβλία μου γι’ αυτό. Αν μπορούσα να πω κάτι παραπάνω, θα το είχα βάλει ήδη μέσα.

—Γράφεις, λες στο εκτενές ποίημά σου, την «εποχή του Προκοπίου Παυλόπουλου». Η συλλογή όμως βγήκε τώρα. Τόσο καιρό το γράφεις;

Το πρώτο draft μού πήρε περίπου ένα τρίμηνο. Και μετά το δούλευα για χρόνια. Το άφηνα, το ξανάπιανα. Συνήθως δουλεύω πιο σφιχτά, πιο εντατικά, αλλά τώρα το άπλωσα κι είμαι πολύ ευχαριστημένος. Νομίζω ότι από δω και πέρα έτσι θα δουλεύω.

— Γράφεις σε συγκεκριμένες ώρες μες στη μέρα ή τη νύχτα; Κάθε μέρα;

Γράφω συνήθως μεσημέρι και σχεδόν κάθε μέρα, ναι. Έχω τόνους τετραδίων και χιλιάδες αρχεία αδημοσίευτα.

— Όταν έχεις τελειώσει ένα βιβλίο, πώς ξαναρχίζεις να γράφεις;

Συνεχίζω απλώς να γράφω, δεν σταματάω ποτέ. Όχι απαραίτητα ποιήματα, αλλά γράφω. Κι όλα τα βιβλία μου, αυτού συμπεριλαμβανομένου, έχουν ξεκινήσει από αγγλικά ποιήματα. Δηλαδή αν ξαφνικά αρχίσω να γράφω στα αγγλικά, καταλαβαίνω ότι ξεκινάει κι ένα βιβλίο.

— Γιατί συμβαίνει αυτό; Το να γράφεις στα αγγλικά εννοώ.

Νομίζω, επειδή ξεκίνησα τη λογοτεχνία στα αγγλικά. Δηλαδή, σπουδάζοντας έπαιρνα μαθήματα λογοτεχνίας, έγραψα τους πρώτους μου στίχους στα αγγλικά και για κάποιον λόγο αυτό συνεχίζει να λειτουργεί. Είναι πολύ παράξενο, γιατί δεν σκέφτομαι στα αγγλικά. Σκέφτομαι στα ελληνικά.

— Και δεν νιώθεις ότι σ’ αφήνει η αγγλική επειδή δεν τη χρησιμοποιείς συνέχεια;

Δεν πειράζει. (χαμογελάει)

  • Η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιώργου Κ. Ψάλτη, «Ιστορία ενός παρόντος», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Μάρια Ντεγιάνοβιτς και Θάνος Γώγος, εκδότες της Θράκας
Το 14ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης 2026 έρχεται την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου

Μιλήσαμε με τον Θάνο Γώγο και την Μάρια Ντεγιάνοβιτς, εκδότες της Θράκας και διοργανωτές του Φεστιβάλ, για την πιο λαχταριστή και πολυαναμενόμενη λογοτεχνική σύναξη του καλοκαιριού

Σεμίνα Διγενή: Στην Ελλάδα έχουμε δύο ταχύτητες μνήμης. Ή αποθεώνουμε ή ακυρώνουμε
Σεμίνα Διγενή: «Στην Ελλάδα έχουμε δύο ταχύτητες μνήμης. Ή αποθεώνουμε ή ακυρώνουμε»

Η γνωστή πολιτικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας μιλάει στην ATHENS VOICE για τη λογοτεχνία, τη μνήμη, τους καθημερινούς ανθρώπους και τους «απείθαρχους» ήρωές της

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY