Βιβλιο

Τα 9 «δυσκολότερα» λογοτεχνικά βιβλία που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά από τα αγγλικά

Η «τέλεια» απόδοση ενός κειμένου σε μια άλλη γλώσσα υπάρχει και είναι εφικτή

Γιώργος Δήμος
Γιώργος Δήμος
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Τα 9 «δυσκολότερα» λογοτεχνικά βιβλία που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά από τα αγγλικά
© Kateryna Hliznitsova For Unsplash+

9 ελληνικές μεταφράσεις μερικών από τα «δυσκολότερα» λογοτεχνικά έργα του 20ου αιώνα, γραμμένα στην αγγλική γλώσσα

Το μεγαλύτερο μέρος του αναγνωστικού κοινού σήμερα παραδέχεται τα μνημειώδη λογοτεχνικά έργα του Μοντερνισμού —όπως ο «Οδυσσέας» (1922) και η «Αγρύπνια των Φίννεγκαν» (1939), του Ιρλανδού συγγραφέα Τζέιμς Τζόις— και κάποια μεταμοντέρνα μυθιστορήματα που ξεχωρίζουν —όπως το «Ουράνιο τόξο της βαρύτητας» (1973), του μυστηριώδους Αμερικανού συγγραφέα Τόμας Πίντσον— ως επιτεύγματα της ανθρωπότητας και έργα-ορόσημα στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τι γίνεται, όμως, με τις μεταφράσεις αυτών των έργων σε άλλες γλώσσες, που συχνά απαιτούν παρόμοια ή και μεγαλύτερη δεξιοτεχνία, καθώς ο μεταφραστής καλείται να εισχωρήσει στο μυαλό του συγγραφέα, από όσο διαφορετική χρονική περίοδο και κουλτούρα και αν εκείνος/η προέρχεται; Παρά το απόφθεγμα του Φραντς Κάφκα: «Όλες οι γλώσσες δεν είναι παρά μια κακή μετάφραση», που εκφράζει την υπαρξιακή αγωνία, όχι μόνο του εβραϊκής καταγωγής Τσέχου συγγραφέα, αλλά και των Μοντερνιστών εν γένει, υπενθυμίζοντάς μας ότι καμία ανθρώπινη γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει πλήρως την απόλυτη αλήθεια, οι φιλόδοξοι μεταφραστές μερικών από τα πιο δύσκολα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας φαίνεται να ασπάζονται την πεποίθηση ότι η «τέλεια» απόδοση ενός κειμένου σε μια άλλη γλώσσα υπάρχει και είναι εφικτή. Με αφορμή την επικείμενη κυκλοφορία της πρώτης μετάφρασης του «εγκυκλοπαιδικού» μυθιστορήματος του μεταμοντερνιστή Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, «Infinite Jest» (1996) στα ελληνικά, από τον Κώστα Καλτσά, για λογαριασμό των εκδόσεων Gutenberg, θυμηθήκαμε 9 ελληνικές μεταφράσεις μερικών από τα «δυσκολότερα» λογοτεχνικά έργα του 20ου αιώνα, γραμμένα στην αγγλική γλώσσα:

Τζόζεφ Κόνραντ «Η καρδιά του σκότους» (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Ερατώ) [1899]

1. Τζόζεφ Κόνραντ «Η καρδιά του σκότους» (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Ερατώ) [1899]
Γεννημένος τον Δεκέμβριο του 1857 στην Ουκρανία (στο Μπέρντιτεφ, που τότε ήταν μέρος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) από Πολωνούς γονείς, ο Τζόζεφ Κόνραντ Κορζενιόβσκι, αν και δεν μιλούσε καλά αγγλικά μέχρι τα είκοσι του (διατηρώντας μια βαριά προφορά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του), θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς στην αγγλική λογοτεχνία. Με έργα του, όπως «Ο νέγρος του ‘Ναρκίσσου’» (1897), «Τα νιάτα» (1898), «Λόρδος Τζιμ» (1900), «Τυφώνας» (1902), «Νοστρόμο» (1904), «Ο μυστικός πράκτωρ» (1907), «Η μονομαχία» (1908), «Με τα μάτια ενός Δυτικού» (1911), «Η γραμμή σκιάς» (1916), «Νίκη» (1915) κ.ά. —πολλά από τα οποία έχουν μεταφερθεί με επιτυχία στον κινηματογράφο— ο Κόνραντ καθιερώθηκε ως δεξιοτέχνης στυλίστας της πρόζας, εισάγοντας μια μη-αγγλική ευαισθησία στην αγγλική λογοτεχνία. Η νουβέλα του, «Η καρδιά του σκότους», γραμμένη το 1899, πέντε χρόνια αφότου πήρε την απόφαση να αφήσει πίσω την καριέρα του στο Βρετανικό Εμπορικό Ναυτικό και να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αγγλία (έχοντας αποκτήσει υπηκοότητα το 1886), για να αφιερωθεί αποκλειστικά στο γράψιμο, είναι ένα από τα γνωστότερα έργα του, ειδικά ύστερα από την μεταφορά της στη μεγάλη οθόνη από τον Φράνσις Φορντ Κόπολα, ως «Αποκάλυψη, Τώρα!» (1979). Σε αντίθεση με την ταινία του Κόπολα, που διαδραματίζεται στο Βιετνάμ στα τέλη της δεκαετίας του 1960, το βιβλίο του Κόνραντ λαμβάνει χώρα στην καρδιά της Αφρικής, κατά την περίοδο της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, περί τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο αφηγητής της ιστορίας, Τσαρλς Μάρλοου, περιγράφει τις τρομερές του περιπέτειες ως κυβερνήτης ενός εμπορικού ατμόπλοιου στο δρόμο του για το Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό, όπου έχει σταλεί με κρυφό σκοπό να βρει τον αγνοούμενο (και μισότρελο πλέον) Δρ. Κουρτς. Στα ελληνικά, η νουβέλα κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 2000 από τις εκδόσεις Ερατώ, σε μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη. Έκτοτε, έχει κυκλοφορήσει σε τρεις ακόμα μεταφράσεις, από την Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου (εκδ. Πατάκη), από τη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου (εκδ. Δώμα) και από την Ελπίδα Ζιαβρά (εκδ. Καρακώτσογλου).

Τζέιμς Τζόυς «Οδυσσέας» (μτφρ. Σωκράτης Καψάσκης, εκδ. Κέδρος) [1922]

2. Τζέιμς Τζόυς «Οδυσσέας» (μτφρ. Σωκράτης Καψάσκης, εκδ. Κέδρος) [1922]
Έχοντας κερδίσει την προσοχή κοινού και κριτικών (καθώς και της Εδουαρδιανής λογοκρισίας) με την συλλογή διηγημάτων του, «Οι Δουβλινέζοι» (1914) —όπου η ειλικρίνεια με την οποία απεικονίζεται η ανούσια καθημερινότητα στο Δουβλίνο, στις αρχές του 20ου αιώνα, σχεδόν ενέπνευσε τον Αγγλο-Ιρλανδικό πόλεμο της ανεξαρτησίας (1919-21)— και έχοντας εδραιώσει ένα άμεσα αναγνωρίσιμο στυλ γραφής με το «Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία» (1916), όπου συναντάμε για πρώτη φορά τον ημιαυτοβιογραφικό χαρακτήρα, Στίβεν Δαίδαλο, ο Τζέιμς Τζόυς κέρδισε την διεθνή φήμη που του άξιζε, με το μοντερνιστικό αριστούργημα, «Οδυσσέας», που ο συγγραφέας δούλευε από το 1914 έως τον Φεβρουάριο του 1922, όταν κυκλοφόρησε στο Παρίσι, από το βιβλιοπωλείο-εκδόσεις Shakespeare and Company της τολμηρής Αμερικανίδας εκδότριας Σύλβια Μπιτς. Διαδραματιζόμενη κατά τη διάρκεια μιας ημέρας —Πέμπτη, 16 Ιουνίου 1904— που γιορτάζεται ακόμα και σήμερα κάθε χρόνο στην Ιρλανδία ως «Bloomsday», δηλαδή η ημέρα αφιερωμένη στον Ιρλανδοεβραίο πρωταγωνιστή του έργου, Λεοπόλντ Μπλουμ, ο «Οδυσσέας» είναι μια σύγχρονη εκδοχή του ομηρικού έπους, όπου, καθώς βρισκόμαστε στον «αιώνα χωρίς Θεό», οι ήρωες και τα θεϊκά όντα έχουν πλέον ξεπέσει, και έτσι δεν διαθέτει τον μεγαλειώδη, υψηλό τόνο της «Οδύσσειας», αλλά έναν εσωστρεφή και ψυχογραφικό χαρακτήρα, επηρεασμένο από την άνοδο της επιστήμης και της ψυχολογίας. Ο Στίβεν Δαίδαλος κάνει την εμφάνισή του ως Τηλέμαχος, ο Λεοπόλντ είναι φυσικά ο Οδυσσέας, που έρχεται αντιμέτωπος με Κύκλωπες, Λαιστρυγόνες και Σειρήνες, υπό την μορφή τοκογλύφων, άκομψων πελατών που τρώνε σαν λιμασμένοι σε ακριβά εστιατόρια και όμορφων σερβιτόρων σε παμπ, και η Μόλι Μπλουμ, την οποία διεκδικεί ο φλογερός εραστής Μπλέιζες Μπόιλαν (Μνηστήρας) είναι η Πηνελόπη, που στο τέλος του βιβλίου, ύστερα από έναν μακροσκελή, χωρίς στίξη, μονόλογο, απαντάει καταφατικά στο ερώτημα αν σκοπεύει να σώσει τον γάμο της με τον Λεοπόλντ. Στα ελληνικά, η πρώτη μετάφραση του δυσμετάφραστου αυτού μνημειώδους έργου —που σύμφωνα με τον Γουίλιαμ Μπάροουζ «κατηγορήθηκε στην εποχή του ως ακατάληπτο, γιατί άφησε τους αναγνώστες να παρατηρήσουν για πρώτη φορά τον ειρμό των σκέψεών τους, τουλάχιστον σε ένα λεκτικό επίπεδο»— έγινε από τον Σωκράτη Καψάσκη, για τις εκδόσεις Κάκτος, και μαζί με εκείνη του Ελευθέριου Ανευλαβή, για τις εκδόσεις Κάκτος, παραμένει μία από τις δύο βασικές μεταφράσεις του έργου στα ελληνικά.

Γουίλιαμ Φώκνερ «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Gutenberg) [1936]

3. Γουίλιαμ Φώκνερ «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Gutenberg) [1936]
Ο Αμερικανός συγγραφέας, Γουίλιαμ Φώκνερ, από το Νιου Όλμπανι του Μισισιπή, είναι ίσως ο σημαντικότερος Μοντερνιστής της εποχής του, με ένα δικό του λεπτομερές σύμπαν, την φανταστική κομητεία Γιοκναπατάουφα, στον Νότο των Ηνωμένων Πολιτειών, που περιγράφεται σχεδόν σε όλο του το λογοτεχνικό έργο. Στο μυθιστόρημα «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!» κάνει την εμφάνισή του και ένας χάρτης της Γιοκναπατάουφα (σχεδιασμένος από τον συγγραφέα), όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας. Το έργο αυτό του Φώκνερ είναι μια οικογενειακή σάγκα που ξεκινάει με την άνοδο και την πτώση του πατριάρχη της, Τόμας Σάπεν, ο οποίος, προερχόμενος από μια φτωχή οικογένεια στη βόρεια Βιρτζίνια, είχε βάλει σκοπό της ζωής του να ανελιχθεί κοινωνικά, να αποκτήσει πλούτο και να δημιουργήσει μια δυναστεία, και συνεχίζει μέχρι την σύγχρονη εποχή, όπου τα εγκλήματα που διέπραξε ο Σάπεν έρχονται να στοιχειώσουν την κληρονομιά και την οικογένειά του. Η ιστορία συμπληρώνεται σαν παζλ, μέσα από τις αφηγήσεις διαφορετικών χαρακτήρων, και κυρίως μέσα από την έρευνα του Κουέντιν Κόμπσον, ενός φοιτητή στο Χάρβαρντ και απογόνου του Στρατηγού Κόμπσον, του μοναδικού στενού φίλου του Τόμας Σάπεν. Καθώς πολλοί από τους χαρακτήρες που μιλάνε για την ζωή και την δράση του Σάπεν είναι αναξιόπιστοι, ο συγγραφέας φαίνεται να θέτει εμμέσως το ερώτημα αν μπορούμε πράγματι να γνωρίζουμε το παρελθόν. Το κλασικό έργο του Φώκνερ κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2021 από τις εκδόσεις Gutenberg, σε μια νέα μετάφραση από την Μαργαρίτα Ζαχαριάδου.

Τζέιμς Τζόυς «Η αγρύπνια των Φίννεγκαν» (μτφρ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος) [1939]

4. Τζέιμς Τζόυς «Η αγρύπνια των Φίννεγκαν» (μτφρ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος) [1939]
Αν ο «Οδυσσέας» είναι το μοντερνιστικό «Βιβλίο της Ημέρας», η «Αγρύπνια των Φίννεγκαν» είναι το «Βιβλίο της Νύχτας». Γραμμένο μεταξύ των ετών 1923 και 1939, όταν τελικά κυκλοφόρησε, είκοσι μήνες πριν τον θάνατο του σχεδόν τυφλού πια (από καταρράκτη, γλαύκωμα και ιρίτιδα) διάσημου Μοντερνιστή, το 1941, το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τέσσερα Βιβλία και 17 κεφάλαια και χρησιμοποιεί ένα ιδιόρρυθμο ύφος, με πολλές αναφορές στην παγκόσμια λογοτεχνία και πολλές νεόπλαστες λέξεις, σε βαθμό που συχνά αναφέρεται ως παράδειγμα προς αποφυγή, για το τι μπορεί να συμβαίνει όταν ο πειραματισμός ξεπερνάει κάποια όρια. Αν και συχνά το κείμενο της «Αγρύπνιας των Φίννεγκαν» παρουσιάζει δυσκολίες ως προς την ανάγνωσή του, ο ίδιος ο Τζόυς είχε πει πως προοριζόταν για να ακουστεί και όχι για να διαβαστεί. Ψάχνοντας κανείς στο YouTube, μπορεί να βρει μια σπάνια ηχογράφηση του Τζόυς από την δεκαετία του 1930, όπου διαβάζει τραγουδιστά ένα απόσπασμα από το βιβλίο. Η ιστορία που πραγματεύεται το έργο είναι δύσκολο να συνοψιστεί μέσα σε μερικές προτάσεις, καθώς ακόμα και οι κεντρικοί χαρακτήρες του βιβλίου —η πατριαρχική φιγούρα του HCE και η μητριαρχική φιγούρα της ALP— αλλάζουν συχνά μορφή και ονόματα και μπορούν να αναγνωριστούν μόνο από τα τρία πρώτα γράμματα των ονομάτων τους. Σε γενικές γραμμές, η «Αγρύπνια των Φίννεγκαν» δανείζεται στοιχεία από το παλιό ιρλανδικό τραγούδι «Η μπαλάντα του Φίννεγκαν», όπου ο ομώνυμος πρωταγωνιστής, μεθυσμένος καθώς είναι, πέφτει από μια σκάλα και τραυματίζεται θανάσιμα. Όλοι τον νομίζουν για νεκρό και ετοιμάζουν την κηδεία του, όμως, όταν κάποιος από τους παρευρισκόμενους στην τελετή της αγρυπνίας ανοίγει ένα μπουκάλι ουίσκι, ο Φίννεγκαν συνέρχεται, ζητώντας να πιει μια γουλιά. Άλλες ιστορίες που αναφέρονται συχνά στο έργο είναι εκείνη του Χάμπτι Ντάμπτι, του αυγού από το πασίγνωστο «nursery rhyme» που πέφτει από τον τοίχο όπου κάθεται και σπάει σε τόσα κομμάτια που όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά δεν μπορούν να βρουν και να ξανακολλήσουν, αλλά και εκείνη της Πτώσης του Αδάμ και της Εύας από τον Παράδεισο. Στα ελληνικά, την μετάφραση του πιο δύσκολου, ίσως, έργου στην αγγλική γλώσσα επιχείρησε μόνο ο Ελευθέριος Ανευλαβής (που είχε μεταφράσει και τον «Οδυσσέα»), για λογαριασμό των εκδόσεων Κάκτος.

Σάμιουελ Μπέκετ «Ο Μαλόν πεθαίνει» (μτφρ. Aλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ. Ύψιλον/Βιβλία) [1951]

5. Σάμιουελ Μπέκετ «Ο Μαλόν πεθαίνει» (μτφρ. Aλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ. Ύψιλον/Βιβλία) [1951]
Ως φίλος, βοηθός και προστατευόμενος του Τζέιμς Τζόυς, ο επίσης Δουβλινέζος συγγραφέας, Σάμιουελ Μπέκετ, επηρεάστηκε βαθιά από τον μέντορά του, ειδικά όσον αφορά τα μυθιστορήματά του. Αν και το μεγαλύτερο μέρος του κοινού σήμερα γνωρίζει τον Μπέκετ από τα θεατρικά του έργα, όπως τα «Περιμένοντας τον Γκοντό» (1953), «Το Τέλος του Παιχνιδιού» (1957), «Η Τελευταία Μαγνητοταινία του Κραπ» (1958) και «Ευτυχισμένες Μέρες» (1961), που ανήκουν στο «Θεάτρου του Παραλόγου», εκείνος ξεκίνησε την καριέρα του ως συγγραφέας, με το «Όνειρο επαρκών έως μετρίων γυναικών», που κυκλοφόρησε το 1932. Το μυθιστόρημά του, «Ο Μαλόν πεθαίνει», το οποίο πολλοί κριτικοί θεωρούν πως είναι το καλύτερό του, γράφτηκε αρχικά στα γαλλικά και εκδόθηκε το 1951 από τις Éditions de Minuit. Ο Μπέκετ, αν και πέρα για πέρα Ιρλανδός, έγραψε πολλά από τα έργα του κατευθείαν στα γαλλικά —μια γλώσσα την οποία γνώριζε άπταιστα— προκειμένου να διαθέτουν μια στιλιστική απλότητα. Την μετάφραση στα αγγλικά την ανέλαβε ο ίδιος και ο «Μαλόν» εκδόθηκε τελικά στα αγγλικά από την Grove Press, το 1956. Το μυθιστόρημα πραγματεύεται την ιστορία του Μαλόν, ενός κακού γέρου που περνάει τις τελευταίες μέρες της ζωής του σε ένα χώρο που μοιάζει πότε με νοσοκομείο και πότε με άσυλο. Πέραν αυτής της γενικότερης θεματολογίας, το βιβλίο δεν έχει ιδιαίτερη πλοκή, εστιάζοντας σε καθημερινές μικρές διαδικασίες που κάνει ο Μαλόν, όπως το να γράφει ή να σκέφτεται το μολύβι του που κοντεύει να εξαφανιστεί. Στο έργο εμφανίζονται και άλλοι χαρακτήρες από βιβλία του Μπέκετ, όπως ο Μέρφι, ο Μερσιέ και ο Καμιέ, ο Μολλόυ και ο Μοράν. Στα ελληνικά, το βιβλίο μεταφράστηκε από την Aλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου για τις εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία.

Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ «Γυμνό Γεύμα» (μτφρ. Γιώργος Γούτας, εκδ. Απόπειρα) [1959]

6. Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ «Γυμνό Γεύμα» (μτφρ. Γιώργος Γούτας, εκδ. Απόπειρα) [1959]
Σύμφωνα με τον Μπάρι Μάιλς, τον βιογράφο του «πατέρα» της Γενιάς των Μπιτ, Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ, το «Γυμνό Γεύμα» είναι ίσως το μόνο έργο του βεληνεκούς του, που αποτελεί συλλογική προσπάθεια. Ο Μπάροουζ, που μέχρι τότε είχε εκδώσει το «Τζάνκι» (1953) —μια αυτοβιογραφία του συγγραφέα, που μιλάει με ειλικρίνεια για τον εθισμό του στα οπιούχα— και είχε γράψει μαζί με τον Τζακ Κέρουακ το «Και έβρασαν οι ιπποπόταμοι στις γούρνες τους» (που εκδόθηκε μόλις το 2008) και το «Αδερφή» (που εκδόθηκε το 1985, ύστερα από προτροπή του Άλλεν Γκίνσμπεργκ), άρχισε να γράφει το «opus magnum» του, το 1954, και να μοιράζεται τα χειρόγραφα με τους φίλους του. Ο τίτλος του έργου, «Γυμνό Γεύμα», ήταν μια πρόταση του Κέρουακ και ο Μπάροουζ τον υιοθέτησε, εξηγώντας τον ως «εκείνη την παγωμένη στιγμή που σταματάς για να κοιτάξεις τι βρίσκεται στην άκρη του πιρουνιού σου». Το μυθιστόρημα εκδόθηκε αρχικά στην πλήρη μορφή του στην Ευρώπη, από την Olympia Press, που ήταν γνωστή για τις τολμηρές εκδοτικές επιλογές της, όπως τα έργα του Μαρκησίου ντε Σαντ, τα μυθιστορήματα του Ζαν Ζενέ και την «Λολίτα» του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ. Όταν κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α. από την Grove Press, το «Γυμνό Γεύμα» απαγορεύτηκε σχεδόν αμέσως στην Βοστώνη και το Λος Άντζελες, χαρακτηριζόμενο ως «πορνογράφημα». Ήταν το τελευταίο έργο που απαγορεύτηκε από την λογοκρισία στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς μετά την αθώωσή του στο δικαστήριο το 1966, δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια για να καταδικαστεί άλλο βιβλίο, όποιο κι αν ήταν το περιεχόμενό του. Με μια εντελώς πειραματική δομή, συχνές αναφορές στην χρήση ναρκωτικών ουσιών και σοκαριστικές σκηνές ομοφυλοφιλίας και παιδοφιλίας, το «Γυμνό Γεύμα» έγινε γρήγορα καλτ φαινόμενο, μιλώντας για όλα αυτά που απαγορευόταν να πεις στην καθωσπρέπει κοινωνία και εμπνέοντας κατά συνέπεια τις ροκ, πανκ και μέταλ σκηνές στη μουσική, καθώς και εκατοντάδες καλλιτέχνες στον κινηματογράφο, την λογοτεχνία και το θέατρο που ήρθαν μετά από αυτό. Το βιβλίο όπου κάνει την πρώτη του εμφάνιση ένας από τους διασημότερους χαρακτήρες του Μπάροουζ, ο σαδιστής χειρουργός Δρ. Μπένγουεϊ, μεταφράστηκε στα ελληνικά αρχικά από τον Γιώργο Γούτα, για τις εκδόσεις Απόπειρα και αργότερα, στην «αποκατεστημένη» του μορφή, από τον Γιώργο Μπέτσο, για τις εκδόσεις Τόπος.

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ «Χλομή Φωτιά» (μτφρ. Ελεάννα Λαμπάκη, εκδ. Καστανιώτη) [1962]

7. Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ «Χλομή Φωτιά» (μτφρ. Ελεάννα Λαμπάκη, εκδ. Καστανιώτη) [1962]
Γεννημένος στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας, ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ ξεκίνησε την λογοτεχνική του καριέρα κατά την δεκαετία του 1920, αλλά έγραψε το πρώτο βιβλίο του στα αγγλικά, «Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ», μόλις το 1941. Η παγκόσμια αναγνώριση ήρθε με ένα από τα πιο τολμηρά και αμφιλεγόμενα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, την «Λολίτα», που ο Ναμπόκοφ κυκλοφόρησε αρχικά στην Ευρώπη το 1955, μέσω της Olympia Press, και αργότερα μετέφρασε ο ίδιος στα ρωσικά. Αν και τα αγγλικά δεν ήταν η μητρική του, ο συγγραφέας έμαθε την γλώσσα καλύτερα από τον μέσο αγγλόφωνο λογοτέχνη και μέρος της δυσκολίας που παρουσιάζουν τα έργα του είναι η απόλυτη ακρίβειά τους, ονομάζοντας αντικείμενα και μέρη της ανθρώπινης ανατομίας που μόνο ένας ειδικός συνήθως γνωρίζει. Η «Χλομή φωτιά», όπως και η «Λολίτα», έχει ως αφηγητή έναν αναξιόπιστο χαρακτήρα (Δρ. Κάρολος Κίνμποτ) που υποτίθεται πως έχει αναλάβει την έκδοση και τον σχολιασμό ενός ποιήματος με 999 στίχους, γραμμένο από τον φανταστικό ποιητή και φίλο του, Τζων Σέιντ. Με μπόλικο λόγιο χιούμορ, το βιβλίο του Ναμπόκοφ είναι ένα από τα πιο εκκεντρικά του και ταυτόχρονα ένα από τα καλύτερα που έγραψε ποτέ. Στα ελληνικά, την μετάφραση, για λογαριασμό των εκδόσεων Καστανιώτη, ανέλαβε η Ελεάννα Λαμπάκη.

Έζρα Πάουντ «Επτά και ένα Cantos» (μτφρ. Στέφανος Ροζάνης, εκδ. Έρασμος) [1915-62]

8. Έζρα Πάουντ «Επτά και ένα Cantos» (μτφρ. Στέφανος Ροζάνης, εκδ. Έρασμος) [1915-62]
Τα 120 «Cantos» του Αμερικανικού ποιητή της «Χαμένης Γενιάς», Έζρα Πάουντ, γραμμένα από το 1915 έως το 1962, αποτελούν έργο ζωής για εκείνον. Δύσκολα στην κατανόηση, καθώς πολλά είναι κωδικοποιημένα, ενώ άλλα —ομοίως με τον «Οδυσσέα» και την «Αγρύπνια των Φίννεγκαν», του Τζόυς— απαιτούν βαθιές γνώσεις της παγκόσμιας ιστορίας και λογοτεχνίας του χθες και του σήμερα, προκειμένου να καταλάβει κανείς τις αναφορές τους, τα ποιήματα της συλλογής, που κυκλοφόρησε σε διάφορες εκδόσεις από 1925, κάθε φορά με νέες προσθήκες, θεωρούνται μερικά από τα καλύτερα μοντερνιστικά ποιήματα όλων των εποχών. Ασκώντας κριτική σε ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα που είχε αποτύχει, όπως φάνηκε μετά το τέλος του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, ο Πάουντ μιλάει για την απληστία και τα πολιτικά σφάλματα που οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Από την άλλη, οι πεποιθήσεις του και οι λύσεις που προτείνει ξέρουμε σήμερα πως επρόκειτο να οδηγήσουν σε μεγαλύτερες καταστροφές —για παράδειγμα η τυφλή εμπιστοσύνη που έδειξε στο πρόσωπο του Μπενίτο Μουσολίνι ή ο ακραίος αντισημιτισμός του. Αργότερα στη ζωή του, όταν τον επισκέφθηκε ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ, στο πλαίσιο μιας συνέντευξης, λίγες μέρες πριν κλείσει τα 82 του χρόνια, ο Πάουντ φάνηκε μετανιωμένος για κάποιες από αυτές του τις απόψεις. Η γνωστότερη, ίσως, ενότητα του έργου είναι τα «Pisan Cantos» (1948), που ο ποιητής έγραψε ενόσω ήταν κρατούμενος σε ένα αμερικανικό στρατόπεδο κοντά στην Πίζα, στην Ιταλία. Εκεί, ο ποιητής συγκρίνει την κατάστασή του με αυτή του Οδυσσέα, που έχει βρεθεί στη μέση του ωκεανού, επάνω σε μια σχεδία, έρμαιο των κυμάτων και του θεού Ποσειδώνα, επιθυμώντας μόνο να επιστρέψει στο σπίτι του, στην Ιθάκη. Στα ελληνικά, κυκλοφόρησε το 1981 μια επιλογή των Cantos από τις εκδόσεις Έρασμος, με τίτλο «Επτά και ένα Cantos», σε μετάφραση του Στέφανου Ροζάνη.

Τόμας Πίντσον «Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας» (μτφρ. Γιώργος Κυριαζής, εκδ. Χατζηνικολή) [1973]

9. Τόμας Πίντσον «Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας» (μτφρ. Γιώργος Κυριαζής, εκδ. Χατζηνικολή) [1973]
Ο μεταμοντερνισμός, εξ ορισμού, είναι ένα λογοτεχνικό (και όχι μόνο) κίνημα που ξεπερνά τα στενά όρια της σχέσης ενός βιβλίου με τον αναγνώστη του. Από την εποχή των Μπιτ ή και νωρίτερα, από τους «καταραμένους ποιητές» ακόμα, η ζωή του συγγραφέα και η δημόσια εικόνα του αποτελεί μέρος της λογοτεχνικής εμπειρίας —ο Ρεμπώ δεν θα ήταν ο θρύλος που είναι σήμερα, αν δεν είχε γράψει όλο του το ποιητικό έργο μέχρι τα 19 του χρόνια και δεν είχε ζήσει μια ταραχώδη, μποέμικη ζωή δίπλα στον Πωλ Βερλαίν, πριν αποφασίσει να τα παρατήσει όλα και να γίνει έμπορος όπλων στην Β. Αφρική. Η δημόσια εικόνα του Τόμας Πίντσον (ή μάλλον η απουσία της) φαίνεται να συνδιαλέγεται με αυτό το μοτίβο, καθώς, όσο και να θέλουν οι αναγνώστες να μάθουν τα πάντα για τον συγγραφέα του «V.» (1963), του «Η συλλογή των 49 στο σφυρί» (1965) και του «Ουράνιου τόξου της βαρύτητας» (1973), οφείλουν να αρκεστούν σε μια φωτογραφία από το Πολεμικό Ναυτικό, που τον είχαν τραβήξει στην εφηβεία του, και που μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν ήμασταν καν σίγουροι αν ήταν πράγματι δική του. Το ίδιο το έργο του Πίντσον, από την άλλη, μοιάζει με μια παρατραβηγμένη φάρσα, περισσότερο ίσως και από την «Αγρύπνια των Φίννεγκαν». Ο συγγραφέας χτίζει ένα περίτεχνο σύμπαν, με φανταστικές εταιρίες πυραυλικών συστημάτων, αιματηρά αναγεννησιακά θεατρικά έργα και ροκ εν ρολ μπάντες που θυμίζουν υπερβολικά τους Beatles, για να αφηγηθεί ιστορίες παγκόσμιων συνωμοσιών, που μάλλον δεν αφορούν κανέναν. Το «Ουράνιο τόξο της βαρύτητας» είναι η πιο εκτενής από αυτές τις φάρσες, τοποθετημένο χρονολογικά στα τέλη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, και γεμάτο από φανταστικές οργανώσεις, οργανισμούς και μυστικές επιχειρήσεις, που τελικά δεν φαίνεται να έχουν καμία συνοχή μεταξύ τους. Για τον ανυποψίαστο μέσο αναγνώστη, είναι ένα από τα πιο δύσκολα έργα που μπορεί να επιλέξει να διαβάσει στις καλοκαιρινές του διακοπές, εκτεινόμενο στις 760 σελίδες στα αγγλικά. Η ελληνική έκδοση, σε μετάφραση του Γιώργου Κυριαζή για τις εκδόσεις Χατζηνικολή, εκτείνεται στις 1008 σελίδες. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον φίλο του Πίντσον και συγγραφέα του καλτ βιβλίου από την δεκαετία του 1960, «Been Down So Long It Looks Like Up to Me», Ρίτσαρντ Φαρίνια, που έφυγε νωρίς από την ζωή σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Φωτεινή Τσαλίκογλου
Φωτεινή Τσαλίκογλου: «Είμαστε παιδιά του ανείπωτου, των αποσιωπημένων τραυμάτων»

Μια συζήτηση με τη Φωτεινή Τσαλίκογλου για το Απόλυτο Κακό, τα ανείπωτα τραύματα του Εμφυλίου και τη λογοτεχνία ως τρόπο να κοιτάξουμε κατάματα όσα δεν αντέχουμε

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY