Εικαστικα

Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος: «Ανυπομονώ για τον θόρυβο που θα κάνει η Συλλογή Κωστάκη στην Αθήνα!»

Συνέντευξη με τον πρόεδρο του Μητροπολιτικού Οργανισμού MOMus για την έκθεση «Ο Κόσμος της Πρωτοπορίας: Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος» στην Εθνική Πινακοθήκη

4754-202316.jpeg
Στέφανος Τσιτσόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 993
13’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος
© Λάζαρος Γραικός

Γιατί πρέπει να περάσεις για το δέον «προσκύνημα» της Συλλογής Κωστάκη από την Εθνική Πινακοθήκη

Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση της Συλλογής Κωστάκη στην Ελλάδα, η έκθεση «Ο Κόσμος της Πρωτοπορίας: Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος» κατηφορίζει από τη Θεσσαλονίκη, ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο τις μνήμες από την εποχή που ο Μαγιακόφσκι διάβαζε τα φλογισμένα του ποιήματα στην προεπαναστατική τσαρική Μόσχα. Πλάι του οι Τάτλιν και Μάλεβιτς, μαζί με την Ποπόβα και τον Ρότσενκο οραματίζονταν έναν άλλο κόσμο, ο οποίος τότε φάνταζε εφικτός. Τα υπόλοιπα έγιναν και έγραψαν ιστορία: οι Μπολσεβίκοι του Λένιν έφεραν τα πάνω κάτω, και ο Μαγιακόφσκι, όπως και σύσσωμος ο καλλιτεχνικός ανθός της εποχής, συστρατεύτηκε μαζί τους.

Ωσεί φλασμπάκ, εκείνες οι ιστορικές στιγμές που ο κόσμος κυριολεκτικά χτυπούσε «κόκκινο» επιστρέφουν στην Αθήνα του φετινού Απρίλη. Τόπος, η Εθνική Πινακοθήκη , όπου, σε συνεργασία με το MOMus – Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης – Συλλογή Κωστάκη, τα διαμάντια του μοναδικού εικαστικού κινήματος θα εκτεθούν, γνωστές ιστορίες θα επαναφωτιστούν και καλά κρυμμένα μυστικά θα βγουν στη φόρα. Ιδανικό τάιμινγκ, επομένως, για μια συζήτηση με τον Επαμεινώνδα Χριστοφιλόπουλο.

Ο πρόεδρος του Μητροπολιτικού Οργανισμού MOMus Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος μιλά στην ATHENS VOICE για την αιώνια λιακάδα της Συλλογής Κωστάκη, την ανθοφορία των μουσείων της Θεσσαλονίκης, που ειδικά φέτος σημειώνουν τεράστια επιτυχία ως προς τα εκθέματα αλλά και την προσέλευση, όπως και για το μέλλον της πόλης που επιτέλους μεταμορφώνεται σε κάτι περισσότερο απ’ αυτό που τη θέλουν να είναι τα κλισέ τύπου «ερωτική» ή «γαστρονομικός προορισμός».

Ιλιά Τσάσνικ, Σουπρεματιστικός σταυρός, 1923, Λάδι σε καμβά
Ιλιά Τσάσνικ, Σουπρεματιστικός σταυρός, 1923, Λάδι σε καμβά

Μια συζήτηση με τον Επαμεινώνδα Χριστοφιλόπουλο για τη Συλλογή Κωστάκη

― Θα πω ότι η Συλλογή Κωστάκη είναι ένα από τα πολυτιμότερα πολιτισμικά αγαθά που διαθέτει η Θεσσαλονίκη, τόσο λόγω της χρηματικής της αξίας, όπως αποτιμάται σήμερα, όσο και λόγω της άυλης πνευματικής υπεραξίας της. Πόσο δίκιο ή άδικο έχω;

Η Συλλογή Κωστάκη είναι, χωρίς υπερβολή, ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά κεφάλαια που διαθέτει σήμερα η Θεσσαλονίκη και συνολικά η Ελλάδα. Όχι μόνο λόγω της χρηματικής αξίας των έργων της, αλλά κυρίως λόγω της ανεκτίμητης πνευματικής της σημασίας. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη και πληρέστερη συλλογή ρωσικής πρωτοπορίας εκτός Ρωσίας. Αν θέλουμε να το φανταστούμε με μια αναλογία: είναι σαν ένας συλλέκτης να είχε καταφέρει να συγκεντρώσει τα σημαντικότερα έργα της Αναγέννησης από τον Λεονάρντο ντα Βίντσι, τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Ραφαήλ, τον Μποτιτσέλι και άλλους μεγάλους δημιουργούς. Κάτι αντίστοιχο πέτυχε ο Γιώργος Κωστάκης για ένα από τα πιο ριζοσπαστικά κεφάλαια της ιστορίας της τέχνης – τη Ρωσική Πρωτοπορία. Ο Κωστάκης διέσωσε έργα καλλιτεχνών όπως οι Μαλέβιτς, Καντίνσκι, Ρότσενκο, Ποπόβα, Στεπάνοβα, Κλούτσις, Λισίτσκι, Τάτλιν, Ροζάνοβα και πολλοί άλλοι. Καλλιτέχνες που δημιούργησαν κινήματα όπως ο σουπρεματισμός και ο κονστρουκτιβισμός, τα οποία το καθεστώς του Στάλιν είχε ουσιαστικά διαγράψει από την επίσημη ιστορία της τέχνης.

Η Ελλάδα φυσικά διαθέτει σημαντικούς καλλιτέχνες και μια πολύ ζωντανή σύγχρονη εικαστική σκηνή. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι τα μεγάλα διεθνή μουσεία σπάνια ζητούν ελληνικές συλλογές ως βασικό πυρήνα μεγάλων εκθέσεων. Στην περίπτωση της Συλλογής Κωστάκη συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Μουσεία όπως το MoMA, το Κέντρο Ζορζ Πομπιντού, το Βασίλισσα Σοφία, η Πινακοθήκη Μοντέρνας Τέχνης Τέιτ, το Μουσείο της Πόλης του Άμστερνταμ ή το Μουσείο Λούντβιχ της Κολονίας ζητούν συστηματικά έργα της συλλογής για σημαντικές εκθέσεις τους. Αυτό δείχνει πόσο μοναδικός είναι αυτός ο παγκόσμιος πολιτιστικός θησαυρός, που βρίσκεται σήμερα στη Θεσσαλονίκη, στο MOMus – Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, και τον οποίο έχουμε ευθύνη να αναδείξουμε ακόμη περισσότερο.

Ξένια Έντερ, Λίμνη Ταρχόβκα, 1925, Γκουάς και ακουαρέλα σε χαρτί
Ξένια Έντερ, Λίμνη Ταρχόβκα, 1925, Γκουάς και ακουαρέλα σε χαρτί

― Να υποθέσω πως δεν ήσουν βουτηγμένος στα βαθιά της συλλογής μέχρι να αναλάβεις τη διεύθυνση του MOMus. Μπορείς εν τάχει να συνοψίσεις την ιστορία του συλλέκτη Κωστάκη καθώς και το χρονικό της απόκτησής της;

Πράγματι, πριν αναλάβω τη διοίκηση του MOMus είχα επισκεφθεί τη συλλογή, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει πλήρως το εύρος και τη σημασία της. Και αυτό είναι κάτι που οφείλουμε ως οργανισμός να αλλάξουμε: να αναδείξουμε τη σημασία της στο ευρύ κοινό.

Ο Γιώργος Κωστάκης υπήρξε μια πραγματικά μοναδική προσωπικότητα. Ζώντας στη Μόσχα από τη δεκαετία του 1940, άρχισε να συλλέγει έργα της Ρωσικής Πρωτοπορίας σε μια εποχή που αυτά θεωρούνταν σχεδόν «επικίνδυνα» από το σοβιετικό καθεστώς. Με πάθος, επιμονή και σχεδόν εμμονική αφοσίωση, κατάφερε να διασώσει ένα τεράστιο κομμάτι αυτής της καλλιτεχνικής κληρονομιάς. Όταν εγκατέλειψε τη Σοβιετική Ένωση το 1977, σε συμφωνία με τις αρχές, άφησε μεγάλο μέρος της συλλογής στην Πινακοθήκη Τρετιακόφ της Μόσχας, αλλά μετέφερε μαζί του έναν εξαιρετικά σημαντικό όγκο έργων. Ερχόμενος στην Ελλάδα, προσπάθησε πολλές φορές να βρεθεί θεσμική λύση ώστε η συλλογή να αποκτήσει μόνιμη στέγη, αλλά για χρόνια αντιμετώπισε αδιαφορία.

Μετά τον θάνατό του, το 1990, οι κληρονόμοι του άρχισαν να πωλούν μεμονωμένα έργα, ενώ παράλληλα έρχονταν σε διαπραγματεύσεις με μεγάλα μουσεία του εξωτερικού –ακόμη και με το MoMA– για την πώληση ολόκληρης της συλλογής. Η μεγάλη ανατροπή ήρθε το 1999, όταν το ελληνικό κράτος, με πρωτοβουλία του τότε υπουργού Πολιτισμού Ευάγγελου Βενιζέλου και με την κυρία Λίνα Μενδώνη στη θέση της γενικής γραμματέως, αποφάσισε να προχωρήσει στην αγορά της συλλογής έναντι περίπου 40 εκατ. ευρώ και να τη φέρει στη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη επένδυση που έχει κάνει ποτέ η ελληνική πολιτεία για την απόκτηση πολιτιστικού αγαθού, πέρα από έργα υποδομών. Υπάρχει μάλιστα και ένα ενδιαφέρον funfact από τις διαπραγματεύσεις: η αξία της συλλογής είχε εκτιμηθεί διαφορετικά από τρεις πλευρές. Οι εκτιμητές του οίκου Σόθμπις έδωσαν την υψηλότερη εκτίμηση, εκείνοι της οικογένειας Κωστάκη τη χαμηλότερη, ενώ υπήρξε και τρίτη, ανεξάρτητη εκτίμηση από την πλευρά του ελληνικού κράτους. Τελικά η αγορά πραγματοποιήθηκε κοντά σ’ αυτή την τελευταία εκτίμηση – γεγονός που θεωρείται μέχρι σήμερα μια ιδιαίτερα επιτυχημένη συμφωνία για την Ελλάδα.

Πάβελ Φιλόνοφ, Κεφάλι, 1925, Λάδι, ακουαρέλα και γκουάς σε χαρτόνι
Πάβελ Φιλόνοφ, Κεφάλι, 1925, Λάδι, ακουαρέλα και γκουάς σε χαρτόνι

― Γιατί ο ανεξοικείωτος Αθηναίος, με το τόσο βαρύ ιστορικό παρελθόν της συλλογής, πρέπει να περάσει για το δέον «προσκύνημα»;

Ο βασικός λόγος είναι απλός: γιατί πρόκειται για μια μοναδική ευκαιρία. Η έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη παρουσιάζει ένα εξαιρετικά σημαντικό μέρος της συλλογής, αλλά είναι πολύ πιθανό στο μέλλον αυτά τα έργα να εκτίθενται μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, στο νέο μουσείο που σχεδιάζεται στο συγκρότημα ΦΙΞ. Κάθε μεγάλο μουσείο στον κόσμο έχει κάποια έργα που αποτελούν τον πυρήνα της ταυτότητάς του. Όπως το Βασίλισσα Σοφία δεν μπορείς να το φανταστείς χωρίς την «Guernica» του Πικάσο, έτσι και στο MOMus ο επισκέπτης θα πρέπει να μπορεί να δει όλα τα εμβληματικά μας έργα, όπως το «Μαύρο ορθογώνιο» του Μαλέβιτς, τη «Γυναίκα που ταξιδεύει» της Ποπόβα ή τη «Δυναμική πόλη» του Κλούτσις.

― Λίγη ιστορία ακόμα: ποιος είναι και γιατί ο πιο αγαπημένος σου πίνακας από τη συλλογή χάρη στα μυστικά που κρύβει; Πόσον καιρό σού πήρε να μυηθείς στα ενδότερά της από τη Μαρία Τσαντσάνογλου – oh lucky you!

Θα ξεκινήσω από τη Μαρία Τσαντσάνογλου. Έχω πει πρόσφατα, και το εννοώ, ότι είναι κάτι σαν το «ChatGPT της ρωσικής πρωτοπορίας». Η γνώση, το πάθος και η αφοσίωσή της σ’ αυτό το σύμπαν που γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα είναι πραγματικά εντυπωσιακά. Για μένα υπήρξε πολύτιμος οδηγός. Όταν ανέλαβα, με βοήθησε να μπω βαθύτερα στον κόσμο της συλλογής, να δω όχι μόνο τα έργα αλλά και τις ιστορίες, τις ιδέες και τις φιλοσοφίες που κρύβονται πίσω τους. Με έναν τρόπο, μπορώ να πω ότι εκείνη μου «μετέδωσε τον ιό» της Ρωσικής Πρωτοπορίας. Από τότε έχω διαβάσει δεκάδες βιβλία και άρθρα και έχουμε κάνει αμέτρητες συζητήσεις για τις πιο απρόσμενες πλευρές αυτού του κόσμου.

Τώρα, αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα έργο από τη συλλογή, αυτό θα ήταν η «Δυναμική πόλη» του Γκούσταβ Κλούτσις. Ο πίνακας μοιάζει σχεδόν με όραμα από το μέλλον. Μια φανταστική πόλη που εκτείνεται πέρα από τα όρια της Γης, γεμάτη ενέργεια, γεωμετρικές δομές και μια αίσθηση αδιάκοπης κίνησης. Δεν είναι απλώς μια πόλη, είναι ένα σύμπαν σε δημιουργία. Το έργο συνδέεται με ένα από τα πιο συναρπαστικά αλλά λιγότερο γνωστά φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής: τον ρωσικό κοσμισμό.

Ο κοσμισμός γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα γύρω από τις ιδέες του φιλοσόφου Νικολάι Φεντόροφ και αποτέλεσε ένα από τα πιο παράξενα αλλά και γοητευτικά μείγματα φιλοσοφίας, επιστήμης και ουτοπικής σκέψης. Συνδύαζε την ορθόδοξη εσχατολογία με την επιστημονική αισιοδοξία της εποχής και πίστευε ότι η ανθρωπότητα έχει μια κοσμική αποστολή. Η βασική ιδέα ήταν ριζοσπαστική: ότι η ανθρωπότητα δεν πρέπει απλώς να αποδέχεται την εξέλιξη της φύσης, αλλά να την κατευθύνει συνειδητά. Μέσω της επιστήμης και της συλλογικής δράσης, οι κοσμιστές πίστευαν ότι ο άνθρωπος θα μπορούσε κάποτε να νικήσει τον θάνατο, να αναστήσει τους προγόνους του και να επεκταθεί πέρα από τη Γη, στο διάστημα. Γι’ αυτούς, το διάστημα δεν ήταν απλώς ένα επιστημονικό πεδίο, ήταν το επόμενο στάδιο της ανθρώπινης ιστορίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους σημαντικότερους επιστήμονες που επηρεάστηκαν από αυτές τις ιδέες ήταν ο Κονσταντίν Τσιολκόφσκι, ο πατέρας της αστροναυτικής.

Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι το όραμα του κοσμισμού συνέβαλε στο να αναπτυχθεί στη Σοβιετική Ένωση μια σχεδόν «κοσμική» φιλοδοξία για την εξερεύνηση του διαστήματος, από τη Λάικα μέχρι τον Γιούρι Γκαγκάριν. Η «Δυναμική πόλη» του Κλούτσις είναι σχεδόν η εικαστική αποτύπωση αυτής της ιδέας: μιας ανθρωπότητας που χτίζει έναν νέο κόσμο, κοιτώντας προς το σύμπαν. Και υπάρχει και μια δραματική διάσταση στην ιστορία του έργου. Ο ίδιος ο Κλούτσις εκτελέστηκε το 1938, κατά τη διάρκεια των σταλινικών εκκαθαρίσεων. Τα έργα του θεωρούνταν επικίνδυνα, και για χρόνια εξαφανίστηκαν από την ιστορία της τέχνης. Το γεγονός ότι σήμερα μπορούμε να τα βλέπουμε είναι αποτέλεσμα του πάθους και της επιμονής του Γιώργου Κωστάκη, που τα διέσωσε σε μια εποχή που λίγοι καταλάβαιναν την αξία τους.

Ιβάν Κλιούν, Πορτραίτο της γυναίκας του καλλιτέχνη. 1911, Μολύβι, ακουαρέλα και γκουάς σε χαρτί
Ιβάν Κλιούν, Πορτραίτο της γυναίκας του καλλιτέχνη. 1911, Μολύβι, ακουαρέλα και γκουάς σε χαρτί

― Τι ακριβώς θα παρουσιάσει η Θεσσαλονίκη του Μαγιακόφσκι, της Ποπόβα, του Τάτλιν και του Ρότσενκο στην Αθήνα της Εθνικής Πινακοθήκης; Κόνσεπτ, νούμερα, γράμματα και αριθμούς, παρακαλώ!

Τριάντα χρόνια μετά την τελευταία μεγάλη έκθεση Ρωσικής Πρωτοπορίας στην Αθήνα, επιστρέφουμε, στις 15 Απριλίου, με μια εμβληματική παρουσίαση με τίτλο: «Ο Κόσμος της Πρωτοπορίας: Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος». Η έκθεση περιλαμβάνει περίπου 250 έργα και 44 αρχειακά τεκμήρια, ανάμεσα στα οποία και τμήμα από το περίφημο Letatlin, την πτητική μηχανή που είχε σχεδιάσει ο Βλαντίμιρ Τάτλιν. Η αφήγηση οργανώνεται σε τέσσερις θεματικές ενότητες–Πόλη, Φύση, Σύμπαν και Άνθρωπος–, που δείχνουν πώς οι καλλιτέχνες της εποχής προσπάθησαν να φανταστούν έναν εντελώς νέο κόσμο μέσα σε μια περίοδο τεράστιων κοινωνικών και τεχνολογικών αλλαγών. Θα δείτε πολλά αριστουργήματα της Συλλογής Κωστάκη του MOMus από καλλιτέχνες θρύλους όπως οι Ξένια Έντερ, Βασίλι Καντίνσκι, Γκούσταβ Κλούτσις, Ιβάν Κλιουν, Ελ Λισίτσκι, Καζιμίρ Μαλέβιτς, Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Μιχαήλ Ματιούσιν, Σολομόν Νικρίτιν, Λιουμπόφ Ποπόβα, Αλεξάντρ Ρότσενκο, Βλαντίμιρ Τάτλιν, και πολλούς άλλους. Ανυπομονώ να δω τον θόρυβο που θα κάνει η έκθεση στην Αθήνα και την αντήχησή της στη Θεσσαλονίκη.

― Όταν παραδοθεί το αναπλασμένο ΦΙΞ στα δυτικά, το Μουσείο της Μονής Λαζαριστών θα πει αντίο στη Σταυρούπολη και θα μετακομίσει προς το κέντρο. Πιστεύεις πως αυτή η μεταφορά θα ανοίξει νέες δυναμικές στη συλλογή από πλευράς επισκεψιμότητας; Γιατί έχω την εντύπωση πως ο μέσος Θεσσαλονικιός, όπως και ο ντόπιος ή ξένος επισκέπτης, θεωρούσε «ταξίδι» να την επισκεφτεί…

Είναι αλήθεια ότι για πολλά χρόνια η επίσκεψη στη Μονή Λαζαριστών, όσο σημαντικός κι αν είναι ο χώρος, έδινε σε πολλούς Θεσσαλονικείς και επισκέπτες την αίσθηση μιας μικρής «εκδρομής». Η μεταφορά του MOMus – Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στο αναπλασμένο συγκρότημα του ΦΙΞ, σε ένα πιο κεντρικό και εμβληματικό σημείο της πόλης, πιστεύω ότι θ’ αλλάξει αυτή τη δυναμική και θα φέρει τη συλλογή πιο κοντά στο καθημερινό πολιτιστικό και τουριστικό ρεύμα της Θεσσαλονίκης. Να θυμίσω επίσης ότι το κτίριο στο οποίο αναφερόμαστε αποτελεί μέρος του ιστορικού συγκροτήματος της πρώην ζυθοποιίας Κάρολος Φιξ, που ιδρύθηκε το 1892 και έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Η ανάπλασή του και η στέγαση εκεί του μουσείου μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο ισχυρό τοπόσημο για τον σύγχρονο πολιτισμό της πόλης.

Η μεταφορά του MOMus στο αναπλασμένο συγκρότημα του ΦΙΞ θα αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα για τη σύγχρονη πολιτιστική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης. Ένα τέτοιο εμβληματικό έργο θα έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει νέο ενδιαφέρον, να παράγει «θόρυβο» διεθνώς και να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης – με έναν τρόπο που θυμίζει, σε μικρότερη κλίμακα φυσικά, το παράδειγμα του Γκούγκενχαϊμ στο Μπιλμπάο. Παράλληλα, θα συμπληρώσει το ήδη ισχυρό ιστορικό αφήγημα της πόλης, που βασίζεται κυρίως στα αρχαία, ρωμαϊκά και οθωμανικά μνημεία, προσθέτοντας έναν ισχυρό πόλο για τον σύγχρονο πολιτισμό.

Για να είμαι ειλικρινής, πάντα μου προκαλούσε απορία το γεγονός ότι, για πάνω από δύο δεκαετίες μετά την έλευση της Συλλογής Κωστάκη στη Θεσσαλονίκη, δεν είχε υπάρξει μια ευρύτερη συστράτευση σε τοπικό επίπεδο για τη δημιουργία ενός μουσείου αντάξιου της σημασίας της. Πρόκειται για μια συλλογή παγκόσμιας εμβέλειας, που αφηγείται ένα από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας του 20ού αιώνα. Χρειάστηκε τελικά η πολιτεία –και η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη– να προχωρήσει σε μια σημαντική επένδυση, ώστε να ολοκληρωθεί αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί χρέος προς ένα πολύτιμο κομμάτι της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Γκούσταβ Κλούτσις, Δυναμική πόλη, 1919-1921, Λάδι, τσιμέντο και άμμος σε ξύλο
Γκούσταβ Κλούτσις, Δυναμική πόλη, 1919-1921, Λάδι, τσιμέντο και άμμος σε ξύλο

― Ας μιλήσουμε για το σύνολο των μουσείων που εποπτεύεις: Πρόσφατα η υπουργός Πολιτισμού έκανε λόγο για αύξηση 400% στα έσοδά τους, που πάει να πει μεγαλύτερη επισκεψιμότητα και μια άλλου είδους προσέγγιση σ’ αυτό που λέμε πολιτιστικό προϊόν, προσφορά και ζήτηση. Πώς κατάφερες να κάνεις τον πολιτισμό να «τρεντάρει»;

Θα πω κάτι που ίσως ακουστεί λίγο παράδοξο: το 99% των ανθρώπων που διοικούν μουσεία προέρχονται από θεωρητικές σχολές, κυρίως Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Αυτό είναι απολύτως σεβαστό, αλλά δημιουργεί συχνά έναν συγκεκριμένο τρόπο σκέψης. Στο σύγχρονο μάνατζμεντ, όμως, χρειάζεσαι πιο ποικιλόμορφες ομάδες, ανθρώπους με διαφορετικές δεξιότητες και οπτικές. Θα ήθελα πραγματικά να δω στο μέλλον μεγαλύτερο άνοιγμα και σ’ αυτό το επίπεδο.

Όταν αναλάβαμε το καλοκαίρι του 2022, βρήκαμε ένα σύστημα αρκετά εσωστρεφές και διστακτικό απέναντι στην κοινωνία και τον ιδιωτικό τομέα. Η δική μας λογική ήταν απλή: δεν χρειάζεται να εφεύρεις τον τροχό. Κοιτάς τι κάνουν τα καλύτερα μουσεία στον κόσμο και το προσαρμόζεις στα δικά σου δεδομένα – αρκεί να έχεις διάθεση για πειραματισμό και να μη φοβάσαι τα λάθη.

Έτσι, ανοίξαμε τα μουσεία πολύ περισσότερο προς την πόλη. Φέραμε συναυλίες και πάρτι μέσα στους εκθεσιακούς χώρους, αναπτύξαμε εκπαιδευτικά προγράμματα για όλες τις ηλικίες και δημιουργήσαμε μια εξαιρετικά δυναμική ομάδα εικαστικής θεραπείας. Συχνά μέσα στο μουσείο κάνω μια απλή ερώτηση στους συνεργάτες μου: «Τι θα έκανε το Λούβρο;». Μπορεί να ακούγεται αστείο, αλλά αυτή η λογική –να κοιτάς τους καλύτερους– μας βοήθησε να ανοίξουμε το MOMus προς την κοινωνία, να συνεργαστούμε με τον ιδιωτικό τομέα και να δούμε ακόμη και πολύ πρακτικά ζητήματα με άλλη ματιά.

Ταυτόχρονα, δουλέψαμε πολύ πάνω στην εμπειρία του επισκέπτη. Τα δύο καφέ των μουσείων, που ήταν κλειστά για πάνω από 10 χρόνια, άνοιξαν ξανά και έχουν ήδη γίνει σημεία συνάντησης, ενώ αναπτύξαμε και μια νέα στρατηγική για τα πωλητήρια. Και βέβαια υπάρχει και η συνεργασία μας με τη Fraport για τη δημιουργία του MOMus Air στο Αεροδρόμιο Μακεδονία. Θέλουμε το MOMus να συναντά τον επισκέπτη πριν ακόμη φτάσει στην πόλη, ενώ αυτή την περίοδο «ζυμώνουμε» και κάτι που δεν έχει ξαναγίνει στα ελληνικά μουσεία – θα το ανακοινώσουμε μετά το Πάσχα.

Ιβάν Κλιουν, Χωρίς τίτλο, περ. 1917, Ακουαρέλα, μελάνι και μολύβι σε χαρτί
Ιβάν Κλιουν, Χωρίς τίτλο, περ. 1917, Ακουαρέλα, μελάνι και μολύβι σε χαρτί

― Επίσης έχεις τολμήσει να αμφισβητήσεις τα θέσφατα περί πόλης-γαστρονομικού παράδεισου, ιδανικού city break προορισμού. Πρόταξες τον πολιτισμό και το κοσμοπολίτικο παρελθόν ως το πιο δυνατό μας χαρτί, αντί για τα ηδονοθηρικά κλισέ που θεωρούν τη Θεσσαλονίκη εξωτικό προορισμό χαράς και σχόλης και κάνεις λόγο για ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης. Μπορείς να επεκταθείς;

Εξέφρασα έναν προβληματισμό που νομίζω ότι πολλοί μοιράζονται, αλλά λίγοι διατυπώνουν δημόσια. Τα τελευταία χρόνια η Θεσσαλονίκη έχει εγκλωβιστεί σε ένα αρκετά μονοδιάστατο αφήγημα που την παρουσιάζει κυρίως ως «γαστρονομικό προορισμό». Αναμφίβολα η πόλη έχει μια ζωντανή σκηνή εστίασης, όμως η γαστρονομία δύσκολα μπορεί να αποτελέσει πραγματικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Στην Ελλάδα υπάρχουν δεκάδες περιοχές που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τον ίδιο τίτλο, από την Καλαμάτα μέχρι τα Χανιά ή τον Βόλο.

Αντίθετα, το βαθύτερο κεφάλαιο της Θεσσαλονίκης βρίσκεται αλλού: στον πολιτισμό και στη μοναδική πολυεπίπεδη ιστορική της ταυτότητα. Είναι μια πόλη όπου συνυπάρχουν ρωμαϊκά μνημεία, βυζαντινές εκκλησίες παγκόσμιας σημασίας, η μεγάλη εβραϊκή ιστορία της, η οθωμανική κληρονομιά, αλλά και ισχυρές σύγχρονες πολιτιστικές υποδομές και συλλογές, όπως η Συλλογή Κωστάκη, μία από τις σημαντικότερες συλλογές Ρωσικής Πρωτοπορίας στον κόσμο. Πιστεύω βαθιά ότι ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης για τη Θεσσαλονίκη πρέπει να στηριχθεί στον πολιτισμό ως στρατηγικό κεφάλαιο και όχι ως συμπληρωματική δραστηριότητα. Η επένδυση στον πολιτισμό δημιουργεί πολλαπλασιαστικά οφέλη: βελτιώνει την ποιότητα ζωής των κατοίκων, ενισχύει τη διεθνή εικόνα της πόλης και προσελκύει επισκέπτες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι πόλεις που κατάφεραν να μετασχηματίσουν την οικονομία τους τις τελευταίες δεκαετίες –όπως το Μπιλμπάο ή η Μάλαγα– δεν επένδυσαν απλώς σε τουριστικές υποδομές. Επένδυσαν κυρίως σε ισχυρά πολιτιστικά οικοσυστήματα: σε μουσεία, συλλογές, μεγάλες εκθέσεις, πολιτιστικές διαδρομές και γεγονότα που δημιουργούν λόγους επίσκεψης όλο τον χρόνο.

Η Θεσσαλονίκη έχει όλα τα συστατικά για κάτι αντίστοιχο. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα πιο φιλόδοξο συλλογικό αφήγημα. Αντί να αναπαράγουμε ένα εύκολο lifestyle στερεότυπο, την πόλη της καλοπέρασης, μπορούμε να χτίσουμε μια ταυτότητα βασισμένη στον πολιτισμό, τη γνώση και τον κοσμοπολιτισμό που ιστορικά χαρακτήριζε τη Θεσσαλονίκη. Χαίρομαι που τα τελευταία χρόνια η κεντρική κυβέρνηση στηρίζει σημαντικά πολιτιστικά έργα στην πόλη. Το ζητούμενο τώρα είναι να κινηθούμε πιο αποφασιστικά και σε τοπικό επίπεδο –ως κοινωνία, θεσμοί και φορείς–, ώστε ο πολιτισμός να γίνει πραγματικά κινητήριος δύναμη ανάπτυξης.

Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος
© Λάζαρος Γραικός

― Επιστρέφω στα μουσεία που εποπτεύεις: Αν έπρεπε να χωρίσω τις εποχές τους σε προ και επί Επαμεινώνδα Χριστοφιλόπουλου, πώς θα τις περιέγραφες, τι νέο έφερες και ποιες από τις παλιές παθογένειες πάλεψες και συνεχίζεις να προσπαθείς να εξαλείψεις;

Όταν αναλάβαμε ως νέα διοίκηση το καλοκαίρι του 2023, εντοπίσαμε αρκετές αρρυθμίες που έπρεπε να διορθωθούν. Σε τέτοιους οργανισμούς, όμως, το πιο δύσκολο ζήτημα δεν είναι συνήθως οι διαδικασίες ή οι υποδομές, αλλά η κουλτούρα. Οι τρόποι σκέψης και λειτουργίας που έχουν διαμορφωθεί με τα χρόνια και είναι βαθιά ενσωματωμένοι στο «DNA» ενός οργανισμού. Γι’ αυτό δώσαμε εξαρχής προτεραιότητα σε ένα νέο μοντέλο οργάνωσης και λειτουργίας, που βασίζεται σε τέσσερις αρχές: διαφάνεια, αξιοκρατία, πειραματισμό και μέλλον. Η διαφάνεια είναι αυτονόητη για έναν δημόσιο οργανισμό· διαχειριζόμαστε δημόσιους πόρους και υποδομές και οφείλουμε να λειτουργούμε με απόλυτο σεβασμό στο δημόσιο συμφέρον.

Η αξιοκρατία σημαίνει ότι, πέρα από προσωπικές σχέσεις ή παλιές συνεργασίες, αξιολογούμε διαρκώς ανθρώπους και συνεργασίες και έχουμε προχωρήσει σε αλλαγές σε πολλά επίπεδα.

Ο πειραματισμός είναι απαραίτητος για να υπάρξει καινοτομία – στις εκθέσεις, στην επικοινωνία, ακόμη και στην εσωτερική οργάνωση. Δοκιμάζουμε συνεχώς νέες ιδέες, γνωρίζοντας ότι κάποιες θα πετύχουν και κάποιες όχι. Αλλά χωρίς αυτόν τον χώρο δοκιμής δεν υπάρχει πρόοδος.

Και τέλος το μέλλον. Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, παρακολουθούμε συνεχώς τις διεθνείς τάσεις, τις κοινωνικές αλλαγές και τις νέες προκλήσεις, προσπαθώντας να προσαρμόζουμε τον οργανισμό εγκαίρως.

Παράλληλα με την εσωτερική οργάνωση, δουλεύουμε συστηματικά σε τρεις ακόμη άξονες. Ο πρώτος είναι η κοινωνία. Ανοίγουμε τα μουσεία σε νέα κοινά, σε ειδικές κοινωνικές ομάδες και σε συνεργασίες με τον ιδιωτικό τομέα. Ο δεύτερος είναι η κλιματική κρίση, όπου έχουμε ήδη θέσει σε εφαρμογή ένα συγκεκριμένο διετές σχέδιο δράσης. Και ο τρίτος είναι οι υποδομές, οι οποίες αναβαθμίζονται σταδιακά χάρη τόσο στην αυξημένη στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού όσο και στην εντυπωσιακή αύξηση των ιδιωτικών εσόδων του MOMus κατά περίπου 400% μέσα σε τρία χρόνια. Ευτυχώς τα αποτελέσματα φάνηκαν άμεσα. Η επισκεψιμότητα αυξήθηκε περίπου κατά 60% στην τριετία. Για εμάς αυτό σημαίνει ότι κάτι αλλάζει: τα μουσεία δεν είναι πια κλειστοί θεσμοί για λίγους, αλλά χώροι που ξανασυναντούν την κοινωνία. 

Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος είναι επικεφαλής της Έδρας UNESCO για την Έρευνα του Μέλλοντος, που φιλοξενείται στο Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), και πρόεδρος του Μητροπολιτικού Οργανισμού Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης (MOMus). Είναι υπότροφος του Ιδρύματος Ωνάση και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη Στρατηγική Προόραση, ενώ το ακαδημαϊκό του προφίλ περιλαμβάνει επίσης σπουδές στη Φυσική (BSc), στο Περιβάλλον (MSc) και στις Διεθνείς Σχέσεις. Εργάζεται στον τομέα της έρευνας μέλλοντος από το 2010, σχεδιάζοντας και υλοποιώντας ποικίλα έργα, ενώ έχει διατελέσει επικεφαλής επιστημονικός σύμβουλος για τη στρατηγική προόραση στο Γραφείο του Πρωθυπουργού. Έχει δημοσιεύσει μονογραφίες και άρθρα σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά και έχει επιμεληθεί δύο βιβλία που εκδόθηκαν στην Ελλάδα. Έχει διατελέσει πρόεδρος του δικτύου Foresight Europe Network και σήμερα είναι πρόεδρος του ελληνικού κόμβου του Millennium Project.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος
Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος: «Ανυπομονώ για τον θόρυβο που θα κάνει η Συλλογή Κωστάκη στην Αθήνα!»

Συνέντευξη με τον πρόεδρο του Μητροπολιτικού Οργανισμού MOMus για την έκθεση «Ο Κόσμος της Πρωτοπορίας: Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος» στην Εθνική Πινακοθήκη

Άγγελος Ραζής | Εργαστήριο στον Μόλυβο, 1985
Άγγελος Ραζής: 55 χρόνια ζωγραφίζοντας το φως, τη σιωπή και την ψυχή των πραγμάτων

Με αφορμή την αναδρομική του έκθεση, ο ζωγράφος μιλάει για τη γενιά του ’30, τους δασκάλους της Σχολής Καλών Τεχνών, το φως του Μολύβου και τη ζωγραφική ως τρόπο ζωής

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY