Visual Browsing

Αγγελική Χατζημιχάλη: «Η Ελληνίδα που φώτισε το γένος»

Στο αρχοντόσπιτο της οδού Αγγελική Χατζημιχάλη στην Πλάκα «έζησε, δούλεψε και πέθανε η μεγάλη μας λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη»
Η Αγγελική Χατζημιχάλη ήταν η πρώτη ελληνίδα λαογράφος που θέλησε να υποστηρίξει τη δύναμη και την αξία του λαϊκού παραδοσιακού πολιτισμού.

Σεργιανίζοντας στα δρομάκια της μοναδικής Πλάκας είναι δύσκολο να προσπεράσεις αδιάφορα και να μην σταθείς μπροστά σε ένα μεγάλο τριώροφο κτίριο το οποίο θυμίζει μακεδονικό αρχοντικό, αλλά και εκκλησία, λόγω των χαρακτηριστικών τρίλοβων παραθύρων του. Πρόκειται για ένα αρχοντόσπιτο εποχής, το οποίο βρίσκεται στην οδό Αγγελική Χατζημιχάλη, αρ. 6.

Μουσείο Χατζημιχάλη
Κεντρική είσοδος Μουσείου Χατζημιχάλη. Στην πρώτη φωτογραφία στον τοίχο διακρίνεται η Χατζημιχάλη με τα παιδιά της, την Έρση και τον Νίκο

Μία ταμπέλα στην πρόσοψη του κτιρίου πληροφορεί τον διαβάτη ότι πρόκειται για το σπίτι όπου «έζησε, δούλεψε και πέθανε η μεγάλη μας λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη». Το όνομα του δρόμου, αποτελεί έναν ελάχιστο φόρο τιμής σε αυτή και το πλούσιο έργο της. Από το 1980 εκεί στεγάζεται το «Κέντρο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης του Δήμου Αθηναίων», με αξιόλογη συλλογή από κεντήματα, υφαντά, παραδοσιακές φορεσιές, κεραμικά, αγροτικά εργαλεία, αργαλειούς, αρχειακό υλικό, εικόνες και πίνακες ζωγραφικής που φιλοτέχνησε η Αγγελική Χατζημιχάλη. Στους χώρους του Μουσείου υπάρχει βιβλιοθήκη και αίθουσες όπου φιλοξενούνται περιοδικές εκθέσεις.

Μουσείο Χατζημιχάλη © ΟΠΑΝΔΑ
Αίθουσα υποδοχής με τη σκάλα που οδηγεί στον πρώτο όροφο © ΟΠΑΝΔΑ
Σχετικα
Πόσα τζαμιά είχε η Πλάκα - Βόλτα στην Αθήνα των Οθωμανικών χρόνων
Πόσα τζαμιά είχε η Πλάκα - Βόλτα στην Αθήνα των Οθωμανικών χρόνων

Το πλακιώτικο αρχοντικό, έξοχο δείγμα εκλεκτιστικής αρχιτεκτονικής του Μεσοπολέμου, με παραδοσιακά, νεοβυζαντινά και σύγχρονα μορφολογικά στοιχεία, κτίστηκε το 1924 σε σχέδια του μακεδόνα αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου (1871 - 1939) και είναι το μόνο από τα έργα του που σώζεται στην Αθήνα.

Η Αγγελική Χατζημιχάλη (1895 - 1965), ένα από τα τέσσερα παιδιά μίας πολύ δεμένης οικογένειας, ήταν γέννημα θρέμμα της Πλάκας, όπως διαβάζουμε σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό της σημείωμα που έγραψε λίγο πριν πεθάνει: «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Πλάκα, τότε που τα σπίτια είχαν ακόμη πλακόστρωτες αυλές, κληματαριές, πεζούλια και γλάστρες με ευωδερούς ανθούς…». Το πατρικό της ήταν στην οδό Γέροντα 5.

Μουσείο Χατζημιχάλη
Αίθουσα υποδοχής με το τζάκι διακοσμημένο με πλακάκια σε σχέδια Κιουταχείας
Σχετικα
Είναι ευχάριστος ο εργασιακός σου χώρος;
Είναι ευχάριστος ο εργασιακός σου χώρος;

Και συνεχίζοντας, ο αναγνώστης διαβάζει για τις οικογενειακές καταβολές της, οι οποίες την επηρέασαν σαν άτομο: «Το σπίτι του πατέρα μου, του καθηγητή Αλέξιου Κολυβά από την Ζάκυνθο, γεμάτο βιβλία, χειρόγραφα, κεντήματα, βυζαντινές εικόνες κρεμασμένες ως το ταβάνι του σπιτιού μας. Στον παρακάτω δρόμο, στην οδό Αδριανού, σ' ένα παλιό Αθηναϊκό σπίτι, έμενε ο παππούς μου, ο Χιώτης συμβολαιογράφος Γρηγόριος Μπουρνιάς. Σωροί κι εδώ από πασίλογα και διαλεχτά έργα τέχνης, αρχαιοελληνικά, βυζαντινά, ανατολικά... Μανιακοί λάτρεις της τέχνης οι δυο σεβαστοί μου πρόγονοι, γνωστοί για την πολύτιμη συμβολή τους στα γράμματα και την τέχνη, εύκολα κι αβίαστα κύλησαν μέσα στο αίμα και την ψυχή μου, που την οδηγούν στην παλιά εκείνη Ελλάδα που κλείνει μέσα της όλες τις Ελλάδες...».

Ο πατέρας της υπήρξε εκδότης της «Πρωϊας» και μεγάλος συλλέκτης βυζαντινών εικόνων. Είχε δε ιδιαίτερη προτίμηση, σε αυτές με θέμα την Παναγιά. Τετρακόσια περίπου κομμάτια της συλλογής του πέρασαν, με μία εικονική πώληση, στα χέρια του συλλέκτη Διονυσίου Λοβέρδου και αρκετές απ’ αυτές εκτίθενται σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο, ως “συλλογή Λοβέρδου”. Στην καταγωγή της μητέρας της, Σοφίας Μπουρνιά, από την Σκύρο, οφείλεται η μεγάλη της αγάπη για αυτό το νησί.

Μουσείο Χατζημιχάλη
Ξυλόγλυπτη πόρτα με σχέδια από κεντήματα

Η Αγγελική Χατζημιχάλη ήταν, όπως λένε, εκπάγλου καλλονής και οι φίλοι της την φώναζαν «ντιβίνα Αντζέλικα». Έδειξε από νωρίς την κλίση που είχε στις εικαστικές τέχνες και ιδιαίτερα στην ζωγραφική, αλλά η εισαγωγή τότε των κοριτσιών στην Σχολή Καλών Τεχνών, ήταν απαγορευτική. Όπως γράφει η ίδια: «Ο πατέρας μου όμοιος σε πολυμάθεια με τους παλιούς δασκάλους του Γένους και με Πατριαρχικές αντιλήψεις, όπως βέβαια θα ήσαν κι’ εκείνοι, μου δίνει ιδιαίτερα γυμνασιακά μαθήματα αλλά δεν μου επιτρέπει, παρ’ όλα μου τα κλάματα, να πάω στο Πολυτεχνείο γιατί φοιτούσαν αγόρια και κορίτσια μαζί. Μεταβάλλει μία κάμαρα του σπιτιού μας σε σπουδαστήριο και παρακαλεί τον καθηγητή Γεώργιο Ροϊλό να μου δίνει μαθήματα. Λίγο αργότερα, ως Γραμματεύς της Ολυμπιακής Επιτροπής παραχωρεί στον ζωγράφο Ευάγγελο Ιωαννίδη μία αίθουσα στο Ζάππειο με τον όρο να δημιουργήσει ατελιέ για κοπέλες μόνο».

Άνθρωπος με ποιότητα, έντονη προσωπικότητα και ανησυχίες πνιγόταν μέσα στο μεγαλοαστικό περιβάλλον της Αθήνας του 1900, που ανήκε η οικογένειά της και όπως γράφει η κόρη της Αλεξία-Έρση, η γνωριμία της με την πρόεδρο του Λυκείου τον Ελληνίδων, Καλλιρόη Παρέν και η ενασχόλησή της με αυτό την βοήθησε να ξεφύγει από μία κενή κοσμική ζωή, κεντρίζοντάς της ταυτόχρονα το ενδιαφέρον για την λαϊκή τέχνη, τους παραδοσιακούς χορούς και ενδυμασίες. Από πολύ νωρίς συνειδητοποίησε την μεγάλη αξία του λαϊκού μας πολιτισμού και είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «από την μελέτη των αντικειμένων που ένας λαός κατασκεύασε σε μια συγκεκριμένη εποχή μπορούμε να διακρίνουμε την ιδιοφυΐα του και το βαθμό του πολιτισμού του –ιδιαίτερα με τον τρόπο που τα διακόσμησε– όπως μπορούμε να τον τοποθετήσουμε ιστορικά».

Μουσείο Χατζημιχάλη © ΟΠΑΝΔΑ
Το εργαστήριο της Αγγελικής Χατζημιχάλη © ΟΠΑΝΔΑ

Ο πρώτος της γάμος έγινε με συνοικέσιο και παντρεύτηκε τον Μιχάλη Γλυτσό, γόνο μίας πλούσιας οικογένειας εμπόρων από τον Πειραιά με τον οποίον απέκτησαν μία κόρη την Αλεξία-Έρση. Εκτός όμως του ότι δεν υπήρξαν ποτέ ερωτευμένοι, προέρχονταν από οικογένειες διαφορετικού πνευματικού επιπέδου αλλά και πολιτικής ιδεολογίας – βασιλόφρονες οι γονείς της Αγγελικής, βενιζελικοί του Μιχάλη - με αποτέλεσμα να υπάρχουν συνεχείς συγκρούσεις και διαφωνίες και το διαζύγιο δεν άργησε να έλθει, πράγμα που της κόστισε κοινωνικά αλλά και ψυχικά.

Άρχισε να ασχολείται και πάλι εντατικά με τη μεγάλη της αγάπη, τη ζωγραφική, αλλά και το Λύκειο των Ελληνίδων και η συμβολή της για την ίδρυση του Λυκείου Ελληνίδων στην Σμύρνη το 1920 ήταν σημαντική. Εκείνο δε τον καιρό είχε αρραβωνιαστεί τον επιχειρηματία από την Σμύρνη, Πλάτωνα Χατζημιχάλη, με το οποίο παντρεύτηκε το 1922 και απέκτησαν έναν γιο, τον Νίκο.

Μουσείο Χατζημιχάλη
Το τζάκι του εργαστηρίου της Αγγελικής Χατζημιχάλη

Λίγο μετά τον γάμο τους, έκτισαν το σπίτι τους σε ένα ιδιόκτητο οικόπεδο, απέναντι σχεδόν από το πατρικό της, στην οδό Υπερείδου 18 (νυν Αγγελική Χατζημιχάλη 6), στο οποίο εγκαταστάθηκαν το 1931. Η ίδια συνεργάστηκε πολύ στενά με τον φίλο και αρχιτέκτονα Α. Ζάχο και είχε λόγο τόσο στα εξωτερικά σχέδια όσο και στην εσωτερική διακόσμηση του σπιτιού, η οποία έχει εμφανείς επιρροές από την παραδοσιακή λαϊκή αρχιτεκτονική. Τα σχέδια των ξυλόγλυπτων είναι έργα δικά της, βασισμένα σε λαϊκά μοτίβα. Το ίδιο και τα βυζαντινά έπιπλα όπως και τα υπέροχα πολύχρωμα βιτρό, ζωγραφιστά στο χέρι.

Το σπίτι τους ήταν πάντα πολύ ανοικτό στον κόσμο και τα σαλόνια με τα θρακικά τζάκια και τα αυθεντικά έπιπλα από πολλά μέρη της Ελλάδας, υπήρξαν πνευματικό κέντρο της εποχής με τον Σικελιανό με την σύζυγό του Εύα, τον Παλαμά, τον Ξενόπουλο, τον Ορλάνδο, τον Καμπούρογλους, τον Νίκο Καζαντζάκη, την Ειρήνη την Αθηναία να είναι μερικοί από τους τακτικούς επισκέπτες.

Μουσείο Χατζημιχάλη © ΟΠΑΝΔΑ
Άλλη όψη της τραπεζαρίας, η οποία χωρίζεται με ξυλόγλυπτο τοίχο από την κουζίνα © ΟΠΑΝΔΑ

Στην ηλικία των τριάντα ετών η Αγγελική Χατζημιχάλη είχε ήδη μία σημαντική θέση ανάμεσα στους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής. Αν και διέθετε μεγάλο ταλέντο στην ζωγραφική και τα έργα της είχαν πάρει πολύ καλές κριτικές, το όνομά της δεν συμπεριλαμβάνεται μέσα στους έλληνες ζωγράφους. Αλλά από επιλογή, δεν ασχολήθηκε ποτέ με την προσωπική της προβολή ούτε και με την παρουσίαση της δουλειάς της.

Η ελληνική τέχνη και η διάσωση στοιχείων του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, σε μία εποχή μάλιστα που η αστική τάξη είχε αρχίζει να εξευρωπαΐζεται, ήταν το βασικό αντικείμενο του έργου και των ερευνών της και εκεί αφιέρωσε την ζωή της, θυσιάζοντας το ταλέντο της για την ζωγραφική και την λογοτεχνία.

Επαναστάτρια για την εποχή της και κόντρα στην κριτική των ανθρώπων που έλεγαν «αφήνει τα παιδιά της και τρέχει στα βουνά» έκανε αμέτρητα ταξίδια σε διάφορα μέρη της ηπειρωτικής και νησιώτικης Ελλάδας, συχνά κάτω από δυσμενείς συνθήκες, χρησιμοποιώντας πολλές φορές απίθανα μεταφορικά μέσα, θέλοντας να συγκεντρώσει λαογραφικό υλικό για το έργο της.

Σε μερικά όμως ταξίδια έπαιρνε μαζί τα παιδιά της και ενώ οι φίλοι της τη θεωρούσαν ριψοκίνδυνη που τα πήγαινε «στην εξορία του Αδάμ», αυτά την ευγνωμονούσαν για τα όμορφα εκείνα καλοκαίρια και τις υπέροχες εμπειρίες.

Μουσείο Χατζημιχάλη
Μόνιμη έκθεση αφιερωμένη στους Σαρακατσάνους

Λόγω της φυσικής της απλότητας, της γλυκύτητας του χαρακτήρα της και της ανιδιοτέλειας των σκοπών της κατάφερε και κατανίκησε την καχυποψία των χωρικών, οι οποίοι εκτός από τα σπίτια και τα σεντούκια τους, της άνοιξαν και την καρδιά τους, την ένιωσαν δική τους, την έκαναν φίλη, νονά, κουμπάρα, γεφυρώνοντας έτσι το χάσμα ανάμεσα στο λαό και τους αστούς.

Ιδρυσε σε πολλά μέρη της χώρας εργαστήρια, οικοκυρικές σχολές και οργανισμούς με σημαντικότερο το «Σύνδεσμο Ελληνικής Χειροτεχνίας» (1937), τον σημερινό ΕΟΜΜΕΧ, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τα κατά τόπους Μουσεία Λαϊκής Τέχνης. Συμμετείχε στην αναβίωση των Δελφικών Εορτών από τον Άγγελο και Εύα Σικελιανού (1927 & 1930) και το 1928 οργάνωσε το περίπτερο λαϊκής τέχνης στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Το συγγραφικό της έργο είναι πολύ πλούσιο με βιβλία, άρθρα και συγγράμματα σχετικά πάντα με την λαογραφία. Το πρώτο της βιβλίο ήταν η «ΣΚΥΡΟΣ» (1925) αλλά αυτό που την καθιέρωσε και την έκανε παγκοσμίως γνωστή ήταν το «ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ» (1959), για τον τρόπο ζωής των οποίων το ενδιαφέρον της είχε αρχίζει από πολύ νωρίς. Για το βιβλίο αυτό της απενεμήθη από την λογοτεχνική “Ομάδα των 12” το βραβείο “Purfina”. Το 1956 η Ακαδημία Αθηνών την βράβευσε με το αργυρό μετάλλιο.

Μουσείο Χατζημιχάλη
Περιοδική έκθεση με θέμα «Χρώματα Μνήμης»

Εκτός από την μεγάλη της συνεισφορά στην λαογραφία η Αγγελική Χατζημιχάλη βρισκόταν στην πρώτη γραμμή όταν η χώρα την χρειαζότανε. Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν την άφησε ασυγκίνητη και μαζί με διάφορα γυναικεία σωματεία βοηθούσε τις προσφυγοπούλες να ορθοποδήσουν, δίνοντάς τους την ευκαιρία να μάθουν μία τέχνη ώστε να μπορούν ν’ ενταχθούν στην αγορά εργασίας. Η Α.Χ. ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του οικοτροφείου, το «Σπίτι του Κοριτσιού», μετέπειτα «Ελληνικό Σπίτι», όπου 150 κορίτσια στεγαζόντουσαν δωρεάν και μάθαιναν γράμματα και τέχνες. Το 1940-41 βρέθηκε στο πλάι των στρατιωτών στα βορειοηπειρώτικα βουνά και στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, πήρε ενεργό μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών και συνεργαζόμενη με την Λέλα Καραγιάννη, έσωσε χιλιάδες στρατιώτες από την αιχμαλωσία. Την περίοδο του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ συνεργάστηκε με το Γεώργιο Γρίβα για την ελευθερία της Κύπρου.

Οι κακουχίες και οι δυσμενείς πολλές φορές συνθήκες που αντιμετώπιζε στα ταξίδια της είχαν αντίκτυπο στην υγεία της και από το 1956 άρχισε να ταλαιπωρείται με αναπνευστικά προβλήματα. Αργότερα, αντιμετώπισε κατάματα και με θάρρος τον καρκίνο λέγοντας μετά δεύτερη μαστεκτομή ότι «τώρα έγινα έφηβος» συνεχίζοντας να εργάζεται μανιωδώς.

Μουσείο Χατζημιχάλη
Μαρμάρινη Προτομή της Αγγελικής Χατζημιχάλη, έργο του γλύπτη Νικόλα, στην εσωτερική αυλή του σπιτιού.

Πέθανε το 1965 από πνευμονία που έπαθε μέσα στο παγωμένο σπίτι της το οποίο, λόγω της σοβαρής οικονομικής δυσπραγίας που βίωνε τα τελευταία χρόνια της ζωής της, αδυνατούσε να το ζεστάνει. Ο θάνατός της συγκίνησε το πανελλήνιο και «την κλάψαν ανυφάντρες, ασημουργοί, κεντήστρες, τσουκαλαραίοι, την κλάψαν οι Σαρακατσάνοι κι έμποροι ακόμη. Την κλάψαν οι καλογριές στην Παντάνασσα του Μυστρά και της κάνουν λειτουργιές» γράφει η κόρης της.

Έναν χρόνο μετά τον θάνατό της τα παιδιά της δώρισαν το σπίτι της οδού Υπερείδου στον δήμο Αθηναίων, το οποίο έμεινε κλειστό για μερικά χρόνια. Κατά την επταετία, ο δήμαρχος Ρίτσος έδωσε εντολή για την συντήρησή του, αλλά λόγω της ακαταλληλότητας των τεχνιτών προκλήθηκαν πολλές ζημίες, τις οποίες ανέλαβε να διορθώσει ο δήμαρχος Μπέης με την επίβλεψη της αρχιτεκτόνισσας Πατρικίας Μπασιά. Λέγεται, ότι τα χρόνια πριν την ανακαίνιση καταστράφηκε και χάθηκε πολύτιμο υλικό της συλλογής.

Η Αγγελική Χατζημιχάλη ήταν μία σπουδαία δυναμική αλλά και συνάμα ευαίσθητη γυναίκα η οποία αγάπησε με πάθος, εκτός από την οικογένειά της, την πατρίδα της και πρόσφερε σε αυτή μέχρι την τελευταία της πνοή.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Λαζογιώργος-Ελληνικός Δημήτρης, “ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ, Η Ελληνίδα που φώτισε το γένος”, Εκδ. ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ.
  2. Mαρκογιάννη Μαρία, “Ματιές στην Αθήνα που έφυγε”, Εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα, 1995.
  3. Χατζημιχάλη Ερση-Αλεξία, “Περίπατος με την Αγγελική”, Εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, Αθήνα, 1999.

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

  1. Wikipedia - Αγγελική Χατζημιχάλη
  2. www.archaiologia.grΜουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης «Αγγελική Χατζημιχάλη»

Δειτε επισης

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5