Life in Athens

Ο Κυριάκος Αθανασιάδης και τα στέκια που αγάπησε στην Αθήνα

Με αφορμή τα 1000 τεύχη της ATHENS VOICE, ο συγγραφέας επιστρέφει στις γειτονιές, τις γεύσεις και τις διαδρομές που έφτιαξαν τη δική του Αθήνα

kyriakos_1.jpg
Κυριάκος Αθανασιάδης
ΤΕΥΧΟΣ 1000
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Η Αθήνα του Κυριάκου Αθανασιάδη
Η Αθήνα του Κυριάκου Αθανασιάδη

Από την Καλλιδρομίου και τη Βαρβάκειο μέχρι τα Εξάρχεια και τα παλιά στέκια, μια πόλη γεμάτη προσωπικές διαδρομές και μικρές τελετουργίες: Η Αθήνα του Κυριάκου Αθανασιάδη

Καλλιδρομίου, ο δρόμος που με συγκινεί

Έχοντας φύγει εδώ και 17 ολόκληρα χρόνια από την Αθήνα, όπου όμως πέρασα σχεδόν μια εικοσιπενταετία, δεν έχω να εισφέρω το παραμικρό στο πανηγυρικό αυτό αφιέρωμα. Όμως δεν ήθελα με τίποτα να λείψω. Έχω ιδιαιτέρως σοβαρούς λόγους: διαβάζω τη ATHENS VOICE από το πρώτο της φύλλο, και τα τελευταία 4 χρόνια που γράφω (ό,τι μου κατέβει) εδώ είναι τα πιο όμορφα της επαγγελματικής μου ζωής. Αλλά τι να πω! Όλα τα τιπ που ήξερα έχουν σβήσει, έχουν τελειώσει, έχουν πεθάνει, χάθηκαν σαν δάκρυα στη βροχή, η πόλη έκτοτε άλλαξε, μεταμορφώθηκε, έγινε μια άλλη, ο κόσμος έφυγε και ήρθε ένας άλλος. Σχεδόν δεν αναγνωρίζω ούτε τα Εξάρχεια (τη γειτονιά μου επί 20 χρόνια) όποτε κατεβαίνω, μια δυο φορές τον χρόνο. Κι ας είναι πολλά μαγαζιά και κάποιες γωνιές ολόιδια με παλιά. Αλλά ποτέ πια δεν ανηφορίζω προς την Καλλιδρομίου, γιατί είναι ο αθηναϊκός δρόμος που κυρίως με συγκινεί — αυτός, και η νυχτερινή Πανεπιστημίου με βροχή. Όμως δεν γίνεται να μην πάω —πάντα μόνος, πάντα μεσημέρι— στη Βαρβάκειο για μια σούπα, και για λίγα χοντρά μακαρόνια μετά, με σάλτσα από το κοκκινιστό, και τυρί. Ούτε αυτό παύει να με συγκινεί, και ιδίως η βουή του παράξενου κόσμου που στροβιλίζεται ολόγυρα.

Το αθηναϊκό προσκύνημα στον Καπετάν Μιχάλη της Φειδίου

Ούτε βέβαια μπορώ να λείψω από τη Φειδίου. Τα πολύ παλιά χρόνια, η Φειδίου ήταν από τους πολύ βασικούς δρόμους της ζωής μου. Τότε που μετρούσαμε και τα κέρματα. Οπότε εκεί το ’89-’90, σε ένα ισόγειο —κατέβαινες ένα δυο σκαλάκια— πουλούσαν γραφομηχανές και ταινίες για γραφομηχανές. (Η δίχρωμη ήταν σουξέ: μαύρο-κόκκινο. Το κόκκινο έμενε ανέπαφο όσο η μαύρη λουρίδα κουρελιαζόταν, αλλά, όταν ήταν σε καλή τιμή, έπαιρνες χωρίς σκέψη τη δίχρωμη ταινία κι έγραφες και με κόκκινο μελάνι — γιατί όχι.) Δεν πουλούσαν μόνο όμως: νοίκιαζαν κιόλας. Εδώ που τα λέμε, βασικά νοίκιαζαν, παρά πουλούσαν. Και μπορούσες να διαλέξεις από μια μεγάλη ποικιλία. Εμένα μού άρεσε μια ωραία, βαριά Olivetti —θα ’ταν και δέκα κιλά, μπορεί και παραπάνω— που δεν μπλόκαρε ποτέ και που, άπαξ και την απίθωνες στο τραπέζι, δεν κουνιότανε με τίποτα. Και, ξέρω γω, έδινε στο γράψιμό σου μια κάποια βαρύτητα. Τη νοίκιαζα με τη βδομάδα. Μπρος-πίσω, μπρος-πίσω, απ’ το σπίτι στη Φειδίου, απ’ τη Φειδίου στο σπίτι, μέχρι να ξαναβρώ λεφτά να την ξανανοικιάσω για να συνεχίσω το βιβλίο που έγραφα. Εννιά μήνες, βδομάδα παρά βδομάδα. Όταν περίσσευαν λίγα λεφτά, καθόμουν στου Καπετάν Μιχάλη απέναντι. Ακόμα το κάνω, απαρεγκλίτως, για μένα είναι αθηναϊκό προσκύνημα.

Στο Τριφύλλι με τη Λάσκαρη

Αν βγάλεις το φαγητό από μια πόλη, είναι σαν να βγάζεις την ψυχή απ’ τον άνθρωπο. Αλλά, από την άλλη, τι είναι το φαγητό σε μια πόλη αν δεν σου πάει η ατμόσφαιρα; Βγες και πες. Το Τριφύλλι πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού ήταν στέκι μου για πολλά χρόνια, κι αυτό που μου λείπει πιο πολύ απ’ όλα τα άλλα. Μα, θα πεις, αυτό; Ε ναι, ποιο άλλο; Το μαγαζί έμοιαζε σαν να έχει βγει από ταινία «Star Wars», από τη σκηνή με την καντίνα. Και βέβαια ήταν το καλύτερο μέρος στον κόσμο για φαγητό, τέλος πάντων για όποιον είναι έτσι η κοψιά του. Είχαμε κάνει μεγάλες συζητήσεις με τα παιδιά που το είχαν, τον Γιώργο και τον Γιάννη, για την μπάλα, είχα πιει πολύ από το κρασί τους, λυπήθηκα όταν πέθανε η κυρία Κούλα, που τα καλοκαίρια τηγάνιζε τους κεφτέδες, τον μπακαλιάρο και τις ζεματιστές συκωταριές με ένα βρεγμένο βετέξ στο κεφάλι γιατί έσκαγε, αλλά η ζωή συνεχίζεται κι έχω να πάω μπόλικα χρόνια τώρα. Και δεν έφυγε μόνο η κυρία Κούλα, αλλά και ο Γιώργος. Είχα πετύχει πολύ κόσμο εκεί, με πρώτη τη Λάσκαρη, ωραία καπνίστρια, με τον Λυκουρέζο. Εκείνη δεν με είδε.

Η πανηγυρική-προσκυνηματική βόλτα κάθε Σάββατο στα πέριξ της Βαρβακείου

Στο Δίπορτο της οδού Θεάτρου και της Σωκράτους κατέληγα πάντα μετά από μεγάλο περίπατο, από το σπίτι ψηλά στη Χαριλάου Τρικούπη, ίσια κάτω, περνώντας μέσα από τη Στοά Βιβλίου (ακόμα έτσι τη λέω — οκέι: μπούμερ διορθωτής), και μετά από ένα πέρασμα από την αγορά, πρώτα από την προρρηθείσα Βαρβάκειο φυσικά και εν συνεχεία από τα μανάβικα και τα διάφορα χύμα περίεργα αντικείμενα που πουλάνε εκεί οι πρόδρομοι του Γιουσουρούμ καμιά διακοσαριά μέτρα παραπέρα. Έκανα αυτή την πανηγυρική-προσκυνηματική βόλτα ανελλιπώς κάθε Σάββατο επί μία γεμάτη εικοσαετία, και λέγοντας ανελλιπώς εννοώ 52 Σαββάτα τον χρόνο — δεν απουσιάζω από την πόλη ποτέ, γιατί δεν βλέπω μακριά της κάτι που να αξίζει για να απουσιάσω. Και, σημειωτέον, υπήρχε πάντα και η επιστροφή, που ήταν και ανηφόρα, ειδικά όταν το σπίτι έτυχε να είναι στους πρόποδες του Στρέφη. Δεν ξέρω αν θα πήγαινα ξανά, άλλωστε έχω κάπου μια πενταετία να κατέβω εκείνα τα σκαλιά —ασφαλώς θρυλικά, σαν τα σκαλοπάτια του Αϊζενστάιν—, πιο πολύ γιατί το μέρος έχει με κάποιον τρόπο πιο πολύ κόσμο απ’ ό,τι είχε παλιά, ήτοι είναι πολύ TripAdvisor. Αλλά βέβαια αυτό δεν σημαίνει κάτι, το μαγαζί είναι μεγαλειώδες, και μοιάζει παλιό όσο η Αθήνα, και εξίσου σοφό.

Στον Μπαρμπαγιάννη στα Εξάρχεια, που το ανακουφιστικό του φαγητό ήταν ό,τι και η ζεστή πετσέτα στο ξύρισμα

Στην Αθήνα κατέβηκα για μόνιμα το 1986, αλλά στον Μπαρμπαγιάννη πρωτοπήγα το 1981, σε μια από τις καθόδους μας μ’ έναν φίλο —πάντα, και επί χρόνια, με οτοστόπ— για να γυρίσουμε στα μέρη που για κάποιον λόγο αγαπούσαμε, για να μεθύσουμε όσο δεν πάει, και για να ξυριστούμε σε μπαρμπέρικο με ζεστές πετσέτες, κολόνια λεμόνι, και όλα τα σχετικά. Το φαγητό του ήταν πάντα ό,τι και η ζεστή πετσέτα στο ξύρισμα — σε ανακούφιζε, και σ’ έκανε να πιστεύεις πως υπάρχει νόημα στον κόσμο, πως όλα θα πάνε με τον τρόπο τους καλά: It’s okay. Αλλά από το ’86 και μετά έγινε μόνιμο στέκι, και μάλιστα για μερικά χρόνια (αυτού του αιώνα, επί Επτεχάρ πλέον, καθώς ο μπαρμπα-Γιάννης είχε πια φύγει) μια καθημερινή συνήθεια. Ίσως όχι και η πιο σοφή, καθώς έβαλα πολλά κιλά: το είχα για lunch break. Καταλαβαίνεις… Διαβάζω ότι το ανέλαβε μια εταιρεία εστίασης, και το κρατάει καλά, όπως του πρέπει. Μακάρι. Κάποια στιγμή το έβαλα και σ’ ένα βιβλίο: ήταν το μαγέρικο όπου σύχναζε ο ήρωάς μου. Ένας σίριαλ κίλερ. Ας είναι. Είχε ερωτευτεί και μια σερβιτόρα εκεί: απ’ τη ζωή βγαλμένο δηλαδή, γιατί πρώτος την είχα ερωτευτεί εγώ. Η ζωή είναι παράξενη, πάντως.

Το ημιυπόγειο γαλακτοπωλείο της Καλλιδρομίου με τις κρέμες και τα ρυζόγαλα

Πολλά χρόνια μετά, σε ένα άλλο βιβλίο, έβαλα και το παλιό —δεν υπάρχει πια— γαλακτοπωλείο της Καλλιδρομίου, εκείνο με τις κρέμες και τα ρυζόγαλα, το ημιυπόγειο. Εδώ το παράκανα, οι ιδιοκτήτες του έγιναν πρωταγωνιστές. Ακόμα θυμάμαι πόσο γλυκιά ήταν εκείνη η κρέμα, σου πόναγε το κεφάλι. Αλλά ήθελες κι άλλη μετά. Έχω μεγάλη εξάρτηση από τα γλυκά, και μου φαίνεται. Και από τη νοσταλγία, δηλαδή τις πόλεις. Δεν μπορείς να νιώσεις νοσταλγία στην ύπαιθρο ή σε ένα χωριό. Στις πόλεις τη νιώθεις καθημερινά, γιατί οι πόλεις αναπνέουν, γερνούν και ξανανιώνουν, αφήνοντάς πίσω τους σκέλεθρα, κουβάρια, σκιές, τέτοια πράγματα. Δεν μιλώ μόνο για τη φρίκη των Προσφυγικών, μιλώ για τις κατακρημνισμένες σου μνήμες. Πάντως, όπως το φάρμακο για την τεχνολογία τής σήμερον είναι μια παλιότερη τεχνολογία (ρωτήστε τους λάτρεις του βινυλίου, που το βλέπουν σαν κάτι δήθεν προϊστορικό: δεν είναι), έτσι και με τα γλυκά: αν γκώσεις από το τόσο πια ψαγμένο και αποδομημένο και σωστά γεωμετρημένο γλυκό που κυκλοφορεί και σερβίρεται παντού γιατί έτσι το θέλει η κινητικότητα του κόσμου και της αγοράς, μια πάστα αμυγδάλου, μια σεράνο, μια νουγκατίνα, ένας μπαμπάς, —ή ένα ρυζόγαλο που πνίγεται στη ζάχαρη— στη Φωκίωνος Νέγρη είναι μια βεβαία λύσις.

Τα βιβλιοπωλεία και οι εκδοτικοί των Εξαρχείων

Καθώς δεν αντέχω τις μετακινήσεις, παρά μόνο αυτές που μπορούν να γίνουν με τα πόδια —και να είναι σε λογικά πλαίσια, όχι πάνω από δέκα λεπτά, αλλιώς καλύτερα να δουλεύεις από το σπίτι σου σε τηλεφωνικό κέντρο παριστάνοντας την Α.Ι.—, έμενα πάντα στα Εξάρχεια, γιατί όλοι οι εκδοτικοί —δούλευα στους εκδοτικούς— ήταν εκεί. Και τα βιβλιοπωλεία. Πλέον πολλοί έχουν βγει από το κέντρο, δεν έχω ιδέα γιατί. Ίσως για το πάρκινγκ. Πολλά βιβλιοπωλεία όμως παραμένουν, γιατί η παράδοση της αγοράς είναι πιο παλιά και πολύ πιο ισχυρή. Και εκεί θα παραμείνουν. Απλώς, θα τα δούμε να αλλάζουν, και από βιβλιοκαφέ να γίνονται καφεβιβλιοπωλεία. Το βιβλίο πρέπει να αγκαλιάζει όλες τις αισθήσεις, και ειδικά τη γεύση· και οι δύο τύποι τροφής —μια και παλιά τη λέγαν «πνευματική»— να συνυπάρχουν. Οι καιροί που ζούμε δεν είναι για να επαναπαυόμαστε. Θέλουν επιδεξιότητα, φαντασία, θέλουν συμπόσια με βιβλία και μελωμένους λουκουμάδες, μπουγάτσες με άχνη ζάχαρη και τυρόπιτες κουρού. Βασικά, εδώ που τα λέμε, θέλουν και βρόμικο. Καλοί οι ναοί του πνεύματος, αλλά ας κοιτάξουμε κι αυτούς του σώματος. Εν τη ενώσει η ισχύς. Σε λίγο κανείς δεν θα μπαίνει σε κανονικό βιβλιοπωλείο: αλλάξτε τα. Η Αθήνα θα τα στέρξει.

Στη Γερανίου και τα πέριξ για μια στάλα Blade Runner ατμόσφαιρα

Δεν αντέχω τις μετακινήσεις, αλλά αγαπώ τις βόλτες στην πόλη, και δη στις ίδιες και τις ίδιες πάντα διαδρομές, ποτέ σε άγνωστα μέρη. Σαν τα σκυλιά, που δεν βαριούνται να κάνουν πάντα τον ίδιο περίπατο γιατί δεν είναι που βλέπουν κάτι αλλά που μυρίζουν, έτσι και ο αστικός οδοιπόρος: μυρίζει· και συνήθως όχι με τη μύτη. Αλλά καμιά φορά και μ’ αυτήν. Αν έχει κάτι μια χαοτική, λαβυρινθώδης πόλη σαν την Αθήνα, είναι αυτή η μια στάλα Blade Runner ατμόσφαιρα, που —μεταξύ μας— είναι κάτι πολύ παραπάνω από ατμόσφαιρα. Ένας λιγάκι περιπετειώδης χαρακτήρας ξέρει τι σημαίνει να γυρίζεις, πες, στη Γερανίου και στα πέριξ, να γίνεσαι ένα με τον πραγματικό κόσμο εκεί, και να κουρεύεσαι σε πακιστανικό κουρείο βλέποντας τις ειδήσεις στην τηλεόραση από πάνω σου. Στα πακιστανικά, ή ό,τι μιλάνε αυτοί οι άνθρωποι. Τα ίδια και με την Ακρόπολη, όταν δεν πας σαν τουρίστας για να δεις τα αρχαία. Και πόσα άλλα πράγματα μπορούν να σου αποκαλυφθούν αν δεν περιορίζεις τις βόλτες σου υπό το φως του ηλίου… Καλά και άγια τα βιβλία και οι τέχνες, αλλά υπάρχουν πράγματα στη γη και στα ουράνια, και στην Αθήνα, που δεν τα χωρά η φιλοσοφία μας.

Να γυρίζεις την Αθήνα: να μια ωραία άσκηση μοναξιάς

Πριν από περίπου διακόσια χρόνια ο Πόε έγραψε τον «Άνθρωπο του πλήθους», ένα διήγημα στο μεταίχμιο μεταξύ αστυνομικής λογοτεχνίας και ψυχολογικής σπουδής. Η ιστορία ξεκινά με έναν ανώνυμο αφηγητή που αναρρώνει από ασθένεια, παρατηρώντας την κίνηση στους δρόμους του Λονδίνου από το παράθυρο ενός καφενείου. Η ματιά του μετατοπίζεται από τη γενική ταξινόμηση των κοινωνικών ομάδων στην εμμονική παρακολούθηση ενός ηλικιωμένου άντρα, που η όψη του υποδηλώνει μια ανεξήγητη αντίφαση: απόλυτη μοναξιά μέσα σε ακραίο συνωστισμό. Ο αφηγητής τον ακολουθεί για ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο, διασχίζοντας απ’ άκρου εις άκρον την πόλη, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο άντρας αυτός είναι η προσωποποίηση του εγκλήματος που αδυνατεί να μείνει μόνο του. Ο Πόε περιγράφει τη νεωτερική πόλη σαν έναν χαώδη μηχανισμό όπου οι άνθρωποι είναι κοντά σωματικά, πλην απόμακροι ψυχικά. Το πλήθος είναι καταφύγιο και πηγή τρόμου ταυτόχρονα: στα κύτταρά του σπαρταρούν μυστικά και αμαρτήματα που η ανθρώπινη ματιά δεν μπορεί να αποκρυπτογραφήσει. Όλοι είμαστε, λίγο ή πολύ, φλανέρ, πλάνητες, στήνουμε το σπιτικό μας στην καρδιά της κίνησης, παραμένοντας ταυτόχρονα κρυμμένοι από τον κόσμο. Να μένεις μόνος μέσα στο πλήθος: να η ανώτερη μορφή μιας πνευματικής αριστοκρατίας. Να γυρίζεις την Αθήνα: να μια ωραία άσκηση μοναξιάς.

Η Αθήνα έχει τα αστέρια της

Οι μητροπόλεις —και η Αθήνα είναι μητρόπολη: ο ορισμός— δεν είναι ένα δίκτυο από εύρυθμες λειτουργίες και ανθρώπινους δημόσιους χώρους, όπως βλέπουμε στις παιδικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας ή όπως νομίζουν κάποιοι ότι είναι οι μεγάλες πρωτεύουσες του εξωτερικού — είναι τα πάντα. Και μέσα στα πάντα χωράνε και όλα εκείνα τα πράγματα που τις ασχημαίνουν και υπό μία έννοια τις κρατούν «χαμηλά» — μα που είναι πάντα εκεί. Ό,τι και να γίνεται, οι μεγάλες πόλεις δεν θα απαλλαγούν ποτέ από τη δυστυχία και τη μοναξιά, θα έχουν πάντα τα πρεζάκια τους, τους αστέγους και τους παράνομους μετανάστες τους, και τα γκέτο τους, και μια βία που γεννά το τσιμέντο. Όπως, όμως, επίσης όλες αυτές οι πόλεις θα έχουν πάντα και μικρές-μικρές εστίες (ας τις πούμε) πολιτισμού, εστίες που ανάβουν μία μία, αχνά, αδιόρατα, χωρίς να το πει η μία στην άλλη, και που κάποια στιγμή, όπως τα αστέρια των αστερισμών, άλλο μικρό, άλλο μεγάλο, άλλο λαμπερό και άλλο όχι και τόσο, που όλα τους αγνοούν την ύπαρξη των συγγενών τους, ενώνονται και τους δίνουν ένα νέο σχήμα, τους προσδίδουν κάθε τόσο μια άλλη ταυτότητα, πάντα καινούργια και πάντα εκθαμβωτική. Και η Αθήνα κι αν τα ’χει αυτά τα αστέρια.

→ Ο Κυριάκος Αθανασιάδης είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο, «Η πιο όμορφη λέξη του κόσμου», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνοεκδοτική.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY