Life in Athens

Η Μαρία Μαυρικάκη και η Αθήνα ανάμεσα στο χθες και το σήμερα

Με αφορμή τα 1000 τεύχη της ATHENS VOICE, η συγγραφέας ακολουθεί μια διαδρομή στην πόλη όπου οι δρόμοι, οι εικόνες και οι αναμνήσεις μπλέκονται με το σήμερα

Μαρία Μαυρικάκη
Μαρία Μαυρικάκη
ΤΕΥΧΟΣ 1000
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Η Αθήνα της Μαρίας Μαυρικάκη
Η Αθήνα της Μαρίας Μαυρικάκη

Ένας περίπατος από το Μοναστηράκι μέχρι τον Κολωνό γίνεται ταξίδι σε παλιές γειτονιές, παιδικές μνήμες και εικόνες μιας Αθήνας που συνεχώς αλλάζει: Η Αθήνα της Μαρίας Μαυρικάκη

Απομεσήμερο Σαββάτου και το φεγγάρι, σα φέτα λεμονιού που αρωματίζει το ποτό, στεκόταν ήδη ψηλά. Αποφάσισε να βολτάρει μαζί του.

Δεν άργησε να βρεθεί στο Μοναστηράκι, όπου μια μπάντα έπαιζε χαρωπά λάτιν στο κέντρο της πλατείας. Κάθισε στο πεζούλι να τους ακούσει, μετά από λίγο πιάστηκε, σηκώθηκε να συνεχίσει το περπάτημα. Ψυρρή, Μεταξουργείο, άφησε πίσω του τα Σίδερα, τις μπάρες που κατέβαιναν χειροκίνητα, τον εκνευρισμό των οδηγών λόγω καθυστέρησης, τα μηχανάκια που πετιούνταν σα μύγες προτού καν χαθεί το τελευταίο βαγόνι. Έφτασε στον Κολωνό.

Μπορεί να μη συνάντησε τον μυθικό τάφο του Οιδίποδα, βρήκε όμως αγαπημένες οδούς. Την Κολοκυνθούς, που του θύμιζε Σταχτοπούτα, την ΙάσΩνος, πότε επιτέλους θα διορθώσουν την ανορθογραφία, τη Λένορμαν, πού να φανταζόταν ο αρχαιολόγος, ο Φρανσουά, το όνομά του προπαροξύτονο. Εκεί υπήρχε παλιά το ομώνυμο σινεμά, που γνώρισε μεγάλες δόξες και απέναντι τα άλλα δύο, δίδυμα, Αρμονία και Αστόρια. Μικρός πίστευε ότι ήθελαν να γράψουν Αστέρια και τους ξέφυγε.

Λίγο πιο κάτω ήταν το Άκρον, αναψυκτήριο, τώρα πλέον μάντρα με σκονισμένα ταξί. Του έφερε μια αίσθηση δροσιάς η λέξη. Βαριετέ η επίσημη ονομασία, παιζόταν η επιθεώρηση του φτωχού, πόσο είχε γελάσει έφηβος με τα αστεία του Μπουρνέλη. Δίπλα έστεκαν δυο γκρεμίδια με ξεφλουδισμένα χρώματα στους τοίχους κι αποτυπωμένα τα ίχνη όσων τα κατοίκησαν. Βεραμάν η κρεβατοκάμαρα, ώχρα η κουζίνα, λουλακί η φάτσα.

Παραπέρα η αόρατη διαχωριστική γραμμή κέντρου-προαστίων, το άτυπο σύμβολο περάσματος στη δική μας αριστερή όχθη, τη δυτική. Ο Κηφισός. Τσιμεντοσκεπασμένος, στεγνός, ματαιωμένος σύνδεσμος βουνού και θάλασσας, αλλά πάντα κραταιός. Με βουβή ορμή τον έσπρωξε, κάνοντάς τον να νιώσει πάλι παιδάκι.

Τώρα κάθεται δίπλα στη μαμά, μέσα στο λεωφορείο που περνά το Ποτάμι, και κρατά το χέρι της. Κατεβαίνουν στο τέρμα και παίρνουν το δεξί πεζοδρόμιο της Ζήνωνος. Κατευθύνονται προς την Ομόνοια. Στο τρίστρατο με τη Βούλγαρη ζαλίζεται από τις μυρωδιές του σουβλατζίδικου. Βλέπει τον οδηγό που τους άφησε στην Αγησιλάου να κολατσίζει. Μετά στρίβει το κεφάλι και κοιτάζει με τρόπο τις εισόδους των σπιτιών με τα φωτάκια πάντα αναμμένα. Καμιά από τις πολύχρωμες γυναίκες που τόσο του αρέσουν δεν κάθεται στα σκαλάκια. Κρίμα. Τα διπλανά σπίτια είναι ετοιμόρροπα, δείχνουν ακατοίκητα, θα τα βομβάρδισαν στον πόλεμο, φτηνά είχε γλιτώσει η μαμά. Θυμάται τη λυπημένη αφήγησή της για την Κατοχή, για τον τρόπο που τη φυγάδευσαν στην Αθήνα όπου έμεναν η θεία Φλώρα και ο θείος Ζαφείρης, μέχρι να περάσει ο εφιάλτης στον κατεστραμμένο Πειραιά. Της σφίγγει δυνατά το χέρι.

Ο έμπορος με τη βραχνή φωνή δε διαλαλεί τα κασμίρια του και στη θέση του μπακάλικου πουλάνε τώρα αξεσουάρ κινητών, αλλά το αγόρι βλέπει ξεκάθαρα τα ταμπελάκια πάνω στα τσουβάλια. Φάβα Σαντορίνης βραστερή και χοχλιοί Κρήτης ΑΑΑ με τρία θαυμαστικά. Τα σαλιγκάρια κινούνται ράθυμα, πάνε να ξεβολευτούν, το μετανιώνουν, σπρώχνονται από κάποια ανήσυχα διπλανά και εφορμούν προς την ελευθερία, τρόπος του λέγειν. Τρελαίνεται να τα χαζεύει. Το χέρι της μαμάς τον τραβά κι η φωνή της τον καλεί να βιαστεί, θα αργήσουν στον γιατρό.

Καιρός να βγει από τη παραζάλη της θύμησης.

Επιτάχυνε το βήμα του σαν αθλητής του βάδην, κοντοστάθηκε μόνο όταν συνάντησε στάση, μπήκε στο πρώτο λεωφορείο που πέρασε και κατέβηκε στο Σύνταγμα. Χωρίς τραπεζάκια η πλατεία. Το παγωτό του Παπασπύρου μια φιστικί ανάμνηση. Στο Ζάππειο τα καφενεία όλα κλειστά, η Αίγλη παντέρημη με τις καρέκλες στοιβαγμένες. Βραδινοί διαβάτες, μοναχικοί ή παρέα με τα σκυλάκια τους, πατούσαν στο βιολετί χαλί από άνθη γιακαράντας. Ηλεκτρικά πατίνια κι ατίθασοι οδηγοί έκαναν σλάλομ ανάμεσά τους, χτυπώντας νευρικά τα κουδούνια τους και αναγκάζοντάς τον να συνέλθει εντελώς. Αρκετά με τις ονειροπολήσεις. Ούτε το φεγγάρι δεν μπορούσε πια να δει. Είχε κρυφτεί και αυτό κάπου ανάμεσα στις ουασινγκτόνιες, τις φυτεμένες από χέρια βασιλικά. Τουλάχιστον, το φως του έλαμπε.

Η Μαρία Μαυρικάκη είναι συγγραφέας. Το τελευταίο θεατρικό έργο της «Χωρίς Αναστολή» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη (2025) και ανέβηκε στη Θεατρική Σκηνή Αντωνίου για δύο σεζόν.

Η Αθήνα της Μαρίας Μαυρικάκη

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η Αθήνα της Βικτώριας Σαντούλιακ
Η Βικτώρια Σαντούλιακ και η Αθήνα που έγινε σπίτι της

Με αφορμή τα 1000 τεύχη της ATHENS VOICE, η Βικτώρια Σαντούλιακ γράφει για την Αθήνα της φιλοξενίας και των μικρών καθημερινών στιγμών που την έκαναν να νιώσει σπίτι: H Αθήνα της Βικτώρια Σαντούλιακ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY