Κοσμος

Ελλάδα, Τουρκία και F-35: Μικρομεγαλισμοί και αμετροέπειες

Γιατί η Τουρκία έμεινε εκτός F-35 και τι σημαίνει η πιθανή επιστροφή της

othonas-charalampakis.jpg
Όθωνας Χαραλαμπάκης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ελλάδα, Τουρκία και F-35: Μικρομεγαλισμοί  και αμετροέπειες
© ΑΠΕ-ΜΠΕ/Αλέξανδρος Μπελτές

Η αποβολή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 μετά την αγορά των ρωσικών S-400 δημιούργησε ένα μοναδικό στρατηγικό παράθυρο ευκαιρίας για την Ελλάδα

Αν δούμε την ιστορία των εξοπλισμών Ελλάδας και Τουρκίας από τη δεκαετία του 1960 έως σήμερα, θα διαπιστώσουμε ότι οι δύο χώρες συμβαδίζουν χρονικά στην απόκτηση των βασικών αμυντικών τους συστημάτων, ειδικά των αμερικανικών.

Ελλάδα, Τουρκία και F-35: Μικρομεγαλισμοί  και αμετροέπειες

Μόνο σε δύο περιπτώσεις δεν συνέβη αυτό: στην αγορά των αντιαεροπορικών συστημάτων Patriot και στην αγορά των μαχητικών F-35. Φυσικά, δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο αυτές περιπτώσεις συνδέονται άμεσα και αιτιωδώς. Η Ελλάδα απέκτησε τα πρώτα συστήματα Patriot την περίοδο 2002-2003, ενώ η Τουρκία ποτέ, καθώς ζητούσε όχι απλή αγορά αλλά και απόκτηση τεχνογνωσίας, κάτι που οι ΗΠΑ δεν ήταν διατεθειμένες να παράσχουν. Την ίδια άρνηση (παροχή τεχνογνωσίας) συνάντησε η Άγκυρα και για το γαλλοϊταλικό αντιαεροπορικό σύστημα SAMP/T. Αυτές οι αρνήσεις οδήγησαν την Τουρκία στην αγορά των ρωσικών συστημάτων S-400 το 2017. Κάπου εδώ ξεκινά η ιστορία που μας απασχολεί σήμερα.

Η απόφαση του Ερντογάν για την αγορά των ρωσικών S-400 αποδείχθηκε το μεγαλύτερο σφάλμα στην τουρκική εξωτερική πολιτική εδώ και δεκαετίες. Η Τουρκία πετάχτηκε έξω από το πρόγραμμα συμπαραγωγής (όχι απλής αγοράς) 100 αεροσκαφών F-35, ενώ η αντιαεροπορική της άμυνα παρέμεινε διάτρητη. Καθώς τα πανάκριβα S-400 ουδέποτε ενεργοποιήθηκαν, προ ολίγων μηνών ο «δεύτερος μεγαλύτερος στρατός του ΝΑΤΟ» χρειάστηκε να ζητήσει εγκατάσταση ξένων συστημάτων αεράμυνας, λόγω της απειλής των ιρανικών πυραύλων και drones.

Η γκάφα του Ερντογάν έδωσε στην Ελλάδα την ευκαιρία και τον χρόνο να προλάβει τη γείτονα ως προς τα F-35. Επομένως, δεν συνιστά ενεργητική «εθνική επιτυχία» το ότι η ελληνική αεροπορία θα έχει το συγκεκριμένο πλεονέκτημα, τουλάχιστον για την επόμενη δεκαετία. Είναι το αποτέλεσμα του τουρκικού αυτογκόλ, το οποίο ανέτρεψε τα όσα αποτυπώνει ο σχετικός πίνακας.

Ακριβώς για τον ίδιο λόγο, δεν μπορεί να συνιστά «εθνική αποτυχία» ενδεχόμενη επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Εδώ κρύβεται μία ακόμη μεγαλύτερη παρανόηση, για την οποία, αν δεν την αποδώσουμε σε αντιπολιτευτικό οίστρο, θα πρέπει να αναρωτηθούμε για τα κριτήρια ανάλυσης.

Δεν είναι εύκολο να εντοπιστεί προηγούμενο κατά το οποίο χώρα τάδε επέβαλε σε συμμαχική χώρα δείνα να μη προμηθεύσει με αμυντικό εξοπλισμό τρίτη συμμαχική χώρα. Το δοκίμασε ο νυν υπουργός Άμυνας κ. Δένδιας ως ΥΠΕΞ το 2020 και το 2022, ζητώντας (και μάλιστα εγγράφως) από τη Γερμανία να μην προχωρήσει στην πώληση υποβρυχίων Type-214 στην Τουρκία, αλλά αυτά τα έγραψε, αυτά τα διάβασε.

Εντελώς διαφορετική είναι η περίπτωση του Ισραήλ, το οποίο είναι σύμμαχος με τις ΗΠΑ αλλά όχι με την Τουρκία. Επιπλέον, λόγω νομοθεσίας που έχουν υιοθετήσει από το 2008 οι ΗΠΑ, η πώληση αμερικανικών όπλων σε χώρες της ευρύτερης περιοχής συναρτάται υποχρεωτικά με τη διατήρηση του ποιοτικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος του Ισραήλ (Qualitative Military Edge - QME). Αυτό δίνει και το «δικαίωμα» στο Ισραήλ να μιλά δημοσίως για ανατροπή ισορροπιών εάν η Τουρκία αποκτήσει F-35 και γι’ αυτό το κάνει.

Συμπεράσματα:

  • Το ότι οι Τούρκοι δεν διαθέτουν F-35 δεν ήταν προϊόν εθνικής ελληνικής επιτυχίας αλλά ευμενούς για εμάς συγκυρίας. Η ελληνική πλευρά αρκέστηκε στην αξιοποίηση της γκάφας του Ερντογάν και πήρε τα F-35, τα οποία, όπως δείχνει και ο σχετικός πίνακας, εφόσον τα ζητούσε, θα τα έπαιρνε ούτως ή άλλως, κατά πάγια αμερικανική τακτική.
  • Εάν αποκτήσουν τελικά οι Τούρκοι F-35, ομοίως αυτό δεν θα συνιστά εθνική αποτυχία αλλά δυσμενή και πάντως προβλέψιμη, κατά τα ανωτέρω, εξέλιξη. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν μπορούν να κάνουν πολλά για να μην αποκτήσει η Τουρκία τα F-35. Λόγο στις εξελίξεις έχουν μόνο το Ισραήλ (με το QME) και το αμερικανικό Κογκρέσο, το τελευταίο όσο η Τουρκία συνεχίζει να κατέχει τα S-400 (νομοθεσία CAATSA).

Ως προς τα δικά μας, ισχύει ότι όταν ανάγεις σε στόχο κάτι που είναι έξω από το βεληνεκές του όπλου σου, όπως ο κ. Δένδιας για τα υποβρύχια, τότε παράγεις πυροτεχνήματα. Ομοίως, όταν ως αντιπολίτευση κραδαίνεις στομωμένες ρομφαίες και καταγγέλλεις «εθνικές ήττες», όπως ο κ. Τσίπρας, τότε παράγεις έλλειμμα εμπιστοσύνης στην κρίση σου.

Όσο, επομένως, η συζήτηση διεξάγεται με αυτούς τους όρους, δεν είναι παρά ένας ανούσιος διαγωνισμός εσωτερικής κατανάλωσης, ο οποίος τελικά προσβάλλει το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Οι εξοπλισμοί των δύο χωρών από τους συμμάχους τους θα συνεχιστούν «κατά τα ειωθότα» και το πιθανότερο είναι ότι ο πίνακας θα συνεχίσει να συμπληρώνεται με τις αντίστοιχες εγγραφές.

* Το εμπάργκο αμερικανικών όπλων προς την Τουρκία από το 1975 έως το 1978 είναι διαφορετική περίπτωση, καθώς είχε προηγηθεί η εισβολή στην Κύπρο και επιβλήθηκε από το Κογκρέσο στην αμερικανική κυβέρνηση. Σε άλλη περίπτωση, η Ρωσία πούλησε S-300 στην Κύπρο παρά την αντίθεση της Τουρκίας (το ότι εμποδίστηκε η εγκατάσταση των S-300 ισχύει ακριβώς και για τα S-400 οπότε λειτούργησε ως payback για την Τουρκία). Από την άλλη, η Ινδία προσπάθησε τέσσερις φορές να εμποδίσει την αγορά F-16 από το Πακιστάν και πέτυχε μόνο στην τελευταία (στη μικρότερη σε αριθμό μαχητικών, μόλις 8), επί Ομπάμα. Σε κανένα, πάντως, από αυτά τα παραδείγματα οι εμπλεκόμενες χώρες δεν ήταν σύμμαχες, όπως στο τρίγωνο Ελλάδα – Τουρκία – ΗΠΑ.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY