- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Η «παρακμή της Δύσης»: Αλήθειες και μύθοι
Σημειώσεις από μια συζήτηση με τον Μάκη Προβατά στην Τράπεζα της Ελλάδος
Η «παρακμή της Δύσης»: Αλήθειες και μύθοι - Από τον Διαφωτισμό και τον Oswald Spengler μέχρι τις σύγχρονες θεωρίες για την ισχύ, τους θεσμούς και την πολιτισμική κόπωση
Ήδη από την εποχή του Διαφωτισμού, η αυτοκριτική του δυτικού ανθρώπου ισοστάθμιζε την υπεροψία του: ο Jean-Jacques Rousseau ανέπτυξε την ιδέα ότι ο δυτικός πολιτισμός αποξενώνει τον άνθρωπο από τη φύση του και συνέβαλε στη διάδοση της μορφής του «αγαθού αγρίου» (ο Voltaire, αντιθέτως, άσκησε κριτική σε μια τέτοια εξιδανίκευση της «φυσικής κατάστασης»)· ο Giambattista Vico θεμελίωσε τη θεωρία της κυκλικής εξέλιξης των πολιτισμών (γέννηση–ακμή–παρακμή), επισημαίνοντας ότι η Εποχή της Λογικής ήταν η ύστερη φάση. Ο Μαρξ και ο Νίτσε ανέλυσαν τον καπιταλισμό και τη νεωτερικότητα με όρους κρίσης, παρακμής και υπέρβασης: ο πρώτος μέσω της προσδοκίας για την ανατροπή του εκμεταλλευτικού συστήματος· ο δεύτερος μέσω της διάγνωσης του ευρωπαϊκού μηδενισμού και της απώλειας της δημιουργικής βούλησης.
Μετά τον που Νίτσε που επέκρινες τη λογοκρατία της Ευρώπης και τον χριστιανισμό (ως «θρησκεία των αδύναμων»), ο Oswald Spengler συστηματοποίησε την ιδέα της παρακμής της Δύσης, εντάσσοντάς την σε μια ευρύτερη ιστορία των πολιτισμών κανείς εκ των οποίων δεν ξεπέρασε τα χίλια χρόνια ζωής. Κατά τον Spengler, κάθε μεγάλος πολιτισμός διαθέτει μια ιδιάζουσα «ψυχή»· η δυτική, την οποία ονομάζει «φαουστική», χαρακτηρίζεται από την ορμή προς το άπειρο, από την υπέρβαση των ορίων, την κατάκτηση του χώρου και της φύσης —στοιχεία που εκφράζονται στη γοτθική αρχιτεκτονική, στην προοπτική της αναγεννησιακής ζωγραφικής και στη νεότερη επιστήμη. Ωστόσο, αυτή η δημιουργική, εσωτερική φάση (Kultur) εξαντλείται και δίνει τη θέση της σε μια εξωτερική, τεχνική και ορθολογική φάση (Zivilisation). Αυτή η διάκριση —που έχει ρίζες στη γερμανική σκέψη του 19ου αιώνα— αποκτά στον Spengler αυστηρά μορφολογικό χαρακτήρα: η Kultur είναι η οργανική, δημιουργική περίοδος ενός πολιτισμού, ενώ η Zivilisation αντιστοιχεί στη φάση της απομάγευσης, της εκκοσμίκευσης, της απομάκρυνσης από τη γη, της μαζοποίησης, της τυποποίησης και της τεχνοκρατίας. Λίγα χρόνια μετά την «Παρακμή της Δύσης» (1918–1922) του Spengler, ο Φρόυντ συμπλήρωσε την προβληματική περί πολιτισμού-πηγής δυστυχίας με την ψυχαναλυτική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο πολιτισμός καταπιέζει τα ανθρώπινα ένστικτα και το τίμημα του ανήκειν στις πολιτισμένες κοινωνίες είναι οι νευρώσεις.
Αναπόφευκτα, η εμπειρία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι έβλεπαν τον κόσμο και τον εαυτό τους: αν και ο Spengler είχε αρχίσει να γράφει την «Παρακμή της Δύσης» πριν από το 1914, η χρησμοειδής γραφή του αποπνέει την ατμόσφαιρα της γερμανικής ήττας και προειδοποιεί για το τέλος του δυτικού πολιτισμού. Και παρά τα διαφορετικά κοινωνικά συμφραζόμενα της συγγραφής του έργου, η ιδέα του Γερμανού στοχαστή ότι η Δύση παρουσίαζε σημάδια εξάντλησης —κυριαρχία του χρήματος, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και μιας ευτελούς διανοούμενης τάξης χωρίς παιδεία— ακούγεται σταθερά επίκαιρη. Λίγο αργότερα, στον Μεσοπόλεμο, ο José Ortega y Gasset, με την «Εξέγερση των μαζών», προχώρησε περισσότερο τη διάγνωση του Spengler περιγράφοντας τον «μέσο» άνθρωπο της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, τον στερούμενο καλλιέργειας, που καταλαμβάνει τον δημόσιο χώρο σαν να ασκεί ένα δεδομένο δικαίωμα, αγνοώντας τις συνεπακόλουθες υποχρεώσεις του και αδιαφορώντας για την αριστεία. Ο Ortega y Gasset υποστήριζε ότι στη νεωτερικότητα οι απαίδευτες μάζες αποκτούν κοινωνική και πολιτική κυριαρχία, με αποτέλεσμα ισοπέδωση αξιών, υποτίμηση της εξειδίκευσης, περιφρόνηση της γνώσης και διάχυση της μετριότητας.
Με τη λέξη «εξέγερση» δεν εννοούσε επανάσταση, αλλά μια συλλογική στάση χωρίς επίγνωση περιορισμού ή ευθύνης σε περιβάλλον τεχνικής προόδου, σχετικής άνεσης και ασφάλειας που, όπως είπα, δεν εκλαμβάνεται ως επίτευγμα αλλά ως δεδομένο. Σύμφωνα με τον y Gasset, η δημοκρατία χωρίς πολιτισμική αριστεία οδηγεί σε τυραννία της κοινής γνώμης, κομφορμισμό και υποβάθμιση της σκέψης: το πρόβλημα δεν είναι το σύστημα, αλλά η ποιότητα του κοινωνικού υποκειμένου. Για τον y Gasset, η Ευρώπη του 1930 είχε χάσει την πνευματική της ιεραρχία, διερχόταν κρίση ηγεσίας και κινδύνευε από εσωτερική αποσύνθεση, όχι από εξωτερικό εχθρό —πράγματι, αυτός ο κίνδυνος δεν απεφεύχθη: τα μαζικά κινήματα και η ακραία πόλωση οδήγησαν στην άνοδο των ολοκληρωτισμών και στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, γεγονότα που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να αποτρέψουν οι ευρωπαϊκές ελίτ. Ο y Gasset πίστευε ότι κάθε πολιτισμός χρειάζεται λειτουργικές και απαιτητικές ελίτ για να επιζήσει και να αναπτυχθεί: όταν αυτές καταρρέουν, ο πολιτισμός εκπίπτει. Αν και η θεώρηση έχει διατυπωθεί ήδη από τον 19ο και τον 20ό αιώνα (Vilfredo Pareto, Gaetano Mosca, Robert Michels, C. Wright Mills, Raymond Aron, Mancur Olson) αντανακλά τις συνθήκες του 21ου.
Έργο αναφοράς για όλα τούτα παραμένει το το 12τομο «A Study of History» του Arnold J. Toynbee, (1934–1961) το οποίο περιγράφει πώς παρακμάζουν οι πολιτισμοί όταν παύουν να απαντούν δημιουργικά στις προκλήσεις. Μέσα από τη μελέτη πάνω από είκοσι πολιτισμών, ο Βρετανός ιστορικός επισημαίνει την παρακμή τους στη φάση όπου η «δημιουργική μειονότητα» παύει να είναι δημιουργική και μετατρέπεται σε «κυρίαρχη ελίτ» που επιβάλλεται αντί να εμπνέει και να προτείνει λύσεις. Η προσέγγιση του Toynbee περί «challenge and response» δίνει έμφαση στην ηθική και πνευματική ενέργεια των ελίτ, όχι μόνο στα υλικά μεγέθη.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κριτική του δυτικού πολιτισμού πέρασε σε μεγάλο βαθμό από τον συντηρητικό χώρο στον χώρο της αριστεράς. Ο Michel Foucault, ο Guy Debord, ο Ivan Illich και ο Zygmunt Bauman (μεταξύ πολλών άλλων) περιέγραψαν τον μεταπολεμικό κόσμο ως απατηλά ελεύθερο, καταναλωτικό, με δομικές ανισότητες. Αν και στα μέσα του 20ού αιώνα, οι πολιτικοί επιστήμονες, οι ιστορικοί, οι φιλόσοφοι είχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, ανέπτυξαν συγγενικές μορφές κριτικής της Δύσης, αρκετές από τις οποίες συνδέθηκαν με τους αντιαποικιοκρατικούς αγώνες και με την αναθεώρηση της δυτικοκεντρικής ιστορίας. Παραλλήλως, η έννοια της παρακμής άρχισε να συσχετίζεται περισσότερο με τη γεωπολιτική ισχύ, τόσο σε όρους soft και hard power, όσο και με οικονομικούς και δημγραφικούς δείκτες (ΑΕΠ, ρυθμό ανάπτυξης, γεννητικότητα). Στο «The Rise and Fall of the Great Powers» (1987), ο Paul Kennedy, κάνοντας λόγο για παρακμή των μεγάλων δυνάμεων όταν οι στρατιωτικές τους υποχρεώσεις υπερβαίνουν τις οικονομικές τους δυνατότητες («imperial overstretch»), ανέλυσε πώς οι ΗΠΑ και η Ευρώπη υφίστανται πιέσεις από την άνοδο νέων κέντρων ισχύος, ιδίως στην Ασία. Παρότι ιστορικός, ο Κennedy —στο βιβλίο του άντλησε παραδείγματα από 500 χρόνια ιστορίας— συνέδεσε την οικονομία με τη γεωπολιτική και τη στρατιωτική ισχύ επινοώντας ένα μακροϊστορικό μοντέλο ανόδου και πτώσης των αυτοκρατοριών.
Στον 21ο αιώνα, η έννοια της παρακμής έχει επηρεαστεί από τη θεωρία της «σύγκρουσης των πολιτισμών» (όχι μόνον του Samuel Huntington αλλά μιας μακράς σειράς αναλυτών: π.χ. Benjamin Barber, Gilles Kepel), καθώς και από την εμπειρία της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Παραλλήλως, επανέρχονται τα ερωτήματα που έθετε ο Norbert Elias για την «εκπολιτιστική διαδικασία»: μονοπωλεί το κράτος τη νόμιμη βία; Εσωτερικεύουν οι άνθρωποι τον αυτοέλεγχο (την αυτοσυγκράτηση, την «ευπρέπεια»); Γίνεται η κοινωνική ζωή πιο προβλέψιμη και ρυθμισμένη; Αυξάνεται η αυτοπειθαρχία μέσω των κρατικών δομών ή εκτυλίσσεται κάποια διαδικασία «απο-πολιτισμού»; Αλλά, αν και η ανάλυση του Norbert Elias επηρεάστηκε από τους παγκόσμιους πολέμους και την άνοδο του ναζισμού, δεν εντάσσεται στο ρεύμα του declinism: δεν προϋποθέτει οργανικούς κύκλους ζωής των πολιτισμών, αλλά ιστορικές συγκυρίες όπου αυξάνεται η βία, μειώνεται η θεσμική σταθερότητα και αποσυντίθεται η κοινωνική εμπιστοσύνη, οδηγώντας σε πρόσκαιρο «εκβαρβαρισμό». Αντιθέτως, οι σύγχρονοι declinists αποδίδουν την πραγματική ή αντιληπτή παρακμή στην υπεραστικοποίηση, στην τεχνοκρατία, στην πολιτισμική κόπωση και στη δημογραφική γήρανση. Ο Patrick J. Buchanan στο «Death of the West» (2002) και ο Mark Steyn στο «America Alone» (2006) χρησιμοποιούν πολιτισμικά και δημογραφικά επιχειρήματα, συνδέοντας την παρακμή με τη χαμηλή γεννητικότητα, τη μετανάστευση, την αποβιομηχάνιση και τον μετασχηματισμό των ταυτοτήτων. Πιο θεσμικές προσεγγίσεις, όπως εκείνες των Daron Acemoglu και James A. Robinson, μετατοπίζουν τη συζήτηση από την πολιτισμική παρακμή στη λειτουργία των θεσμών, υποστηρίζοντας ότι η άνοδος και η πτώση των κοινωνιών εξαρτώνται από το αν οι θεσμοί είναι ισχυροί ή «ξεχειλωμένοι». Ο Niall Ferguson, αντλώντας από ιστορικο-συγκριτική ανάλυση, επισημαίνει τόσο τα «λειτουργικά πλεονεκτήματα» της Δύσης όσο και τη φθορά τους, ενώ ο Fareed Zakaria περιγράφει έναν «μετα-αμερικανικό κόσμο», όπου δεν παρατηρείται κατάρρευση αλλά σχετική υποχώρηση της δυτικής ισχύος μέσα σε ένα πολυπολικό σύστημα. Παρόμοιες είναι και οι αναλύσεις που εστιάζουν στη διάβρωση της κοινωνικής εμπιστοσύνης, στην κρίση εκπροσώπευσης και στη λειτουργική υπερφόρτωση των δημοκρατιών.
Απαντήσεις στους declinists δίνουν θεωρητικοί όπως ο Seymour Martin Lipset, ο Daniel Bell, ο Joseph Nye, ο Stephen Walt και ο Steven Pinker, οι οποίοι απορρίπτουν την ιδέα της παρακμής, επιμένοντας ότι πρόκειται περισσότερο για ανακατανομή ισχύος. Ανάμεσα στα επιχειρήματά τους είναι μακροϊστορικές τάσεις όπως η μείωση της βίας, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η βελτίωση των συνθηκών υγείας και εκπαίδευσης: κοντολογίς το ότι «ο κόσμος γίνεται καλύτερος» σε βάθος χρόνου. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, το αίσθημα παρακμής συνδέεται εν μέρει με τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης και με γνωστικές στρεβλώσεις: πρόκειται δηλαδή για ένα perception bias που μεταδίδεται και διαδίδεται με κίνδυνο να καταλήξει αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Παρά τη μείωση του μεριδίου της Δύσης στο παγκόσμιο ΑΕΠ και τη μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων στην Ασία, η Δύση παραμένει κορυφαία στην έρευνα, στα χρηματοοικονομικά, στην εκπαίδευση, στις τεχνολογικές πλατφόρμες και στην παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο. Παραλλήλως, η μακροχρόνια τάση είναι, παρά τις διακυμάνσεις, η μείωση της φτώχειας σε παγκόσμιο επίπεδο, σε μεγάλο βαθμό λόγω της υιοθέτησης στοιχείων του δυτικού αναπτυξιακού μοντέλου σε ολόκληρο τον κόσμο.
Όσον αφορά το δημογραφικό και μεταναστευτικό ζήτημα, όσοι διαφωνούν με την αντίληψη της παρακμής, δεν το αξιολογούν ως «μοιραίο», αλλά μάλλον ως εξαρτώμενο από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές. Πολλά από τα διαλυτικά φαινόμενα που παρουσιάζονται ως υπονομευτικά —ο πολυπολιτισμικός κατακερματισμός, η άνοδος του λαϊκισμού, οι πολιτισμικοί πόλεμοι, η συνύπαρξη αντίθετων αφηγήσεων— έχουν καταγραφεί στο παρελθόν και δεν τεκμηριώνουν ούτε θεσμική κατάρρευση, ούτε βεβαίως το «τέλος» της δημοκρατίας. Η ασφαλέστερη διαπίστωση είναι ότι η ανακατανομή ισχύος και η θεσμική και δημογραφική πίεση έχουν διαβρώσει την κοινωνική αισιοδοξία και έχουν ενισχύσει τον αντιδυτικισμό τόσο στο εσωτερικό της Δύσης όσο και στο διεθνές περιβάλλον. Στην πραγματικότητα, μια νηφάλια αποτίμηση του δυτικού πολιτισμού θα κατέληγε περισσότερο σε διαγνώσεις decadence παρά decline —και παρότι η παρακμιακότητα, μια συνθήκη που φέρνει εικόνες από το Δείπνο του Τριμαλχίωνα, σχετίζεται αναμφίβολα με την παρακμή, η παρακμή δεν είναι το αναπόδραστο πεπρωμένο μας.
Ήδη από την εποχή του Διαφωτισμού, η αυτοκριτική του δυτικού ανθρώπου ισοστάθμιζε την υπεροψία του: ο Jean-Jacques Rousseau ανέπτυξε την ιδέα ότι ο δυτικός πολιτισμός αποξενώνει τον άνθρωπο από τη φύση του και συνέβαλε στη διάδοση της μορφής του «αγαθού αγρίου» (ο Voltaire, αντιθέτως, άσκησε κριτική σε μια τέτοια εξιδανίκευση της «φυσικής κατάστασης»)· ο Giambattista Vico θεμελίωσε τη θεωρία της κυκλικής εξέλιξης των πολιτισμών (γέννηση–ακμή–παρακμή), επισημαίνοντας ότι η Εποχή της Λογικής ήταν η ύστερη φάση. Ο Μαρξ και ο Νίτσε ανέλυσαν τον καπιταλισμό και τη νεωτερικότητα με όρους κρίσης, παρακμής και υπέρβασης: ο πρώτος μέσω της προσδοκίας για την ανατροπή του εκμεταλλευτικού συστήματος· ο δεύτερος μέσω της διάγνωσης του ευρωπαϊκού μηδενισμού και της απώλειας της δημιουργικής βούλησης.
Μετά τον που Νίτσε που επέκρινες τη λογοκρατία της Ευρώπης και τον χριστιανισμό (ως «θρησκεία των αδύναμων»), ο Oswald Spengler συστηματοποίησε την ιδέα της παρακμής της Δύσης, εντάσσοντάς την σε μια ευρύτερη ιστορία των πολιτισμών κανείς εκ των οποίων δεν ξεπέρασε τα χίλια χρόνια ζωής. Κατά τον Spengler, κάθε μεγάλος πολιτισμός διαθέτει μια ιδιάζουσα «ψυχή»· η δυτική, την οποία ονομάζει «φαουστική», χαρακτηρίζεται από την ορμή προς το άπειρο, από την υπέρβαση των ορίων, την κατάκτηση του χώρου και της φύσης —στοιχεία που εκφράζονται στη γοτθική αρχιτεκτονική, στην προοπτική της αναγεννησιακής ζωγραφικής και στη νεότερη επιστήμη. Ωστόσο, αυτή η δημιουργική, εσωτερική φάση (Kultur) εξαντλείται και δίνει τη θέση της σε μια εξωτερική, τεχνική και ορθολογική φάση (Zivilisation). Αυτή η διάκριση —που έχει ρίζες στη γερμανική σκέψη του 19ου αιώνα— αποκτά στον Spengler αυστηρά μορφολογικό χαρακτήρα: η Kultur είναι η οργανική, δημιουργική περίοδος ενός πολιτισμού, ενώ η Zivilisation αντιστοιχεί στη φάση της απομάγευσης, της εκκοσμίκευσης, της απομάκρυνσης από τη γη, της μαζοποίησης, της τυποποίησης και της τεχνοκρατίας. Λίγα χρόνια μετά την «Παρακμή της Δύσης» (1918–1922) του Spengler, ο Φρόυντ συμπλήρωσε την προβληματική περί πολιτισμού-πηγής δυστυχίας με την ψυχαναλυτική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο πολιτισμός καταπιέζει τα ανθρώπινα ένστικτα και το τίμημα του ανήκειν στις πολιτισμένες κοινωνίες είναι οι νευρώσεις.
Αναπόφευκτα, η εμπειρία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι έβλεπαν τον κόσμο και τον εαυτό τους: αν και ο Spengler είχε αρχίσει να γράφει την «Παρακμή της Δύσης» πριν από το 1914, η χρησμοειδής γραφή του αποπνέει την ατμόσφαιρα της γερμανικής ήττας και προειδοποιεί για το τέλος του δυτικού πολιτισμού. Και παρά τα διαφορετικά κοινωνικά συμφραζόμενα της συγγραφής του έργου, η ιδέα του Γερμανού στοχαστή ότι η Δύση παρουσίαζε σημάδια εξάντλησης —κυριαρχία του χρήματος, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και μιας ευτελούς διανοούμενης τάξης χωρίς παιδεία— ακούγεται σταθερά επίκαιρη. Λίγο αργότερα, στον Μεσοπόλεμο, ο José Ortega y Gasset, με την «Εξέγερση των μαζών», προχώρησε περισσότερο τη διάγνωση του Spengler περιγράφοντας τον «μέσο» άνθρωπο της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, τον στερούμενο καλλιέργειας, που καταλαμβάνει τον δημόσιο χώρο σαν να ασκεί ένα δεδομένο δικαίωμα, αγνοώντας τις συνεπακόλουθες υποχρεώσεις του και αδιαφορώντας για την αριστεία. Ο Ortega y Gasset υποστήριζε ότι στη νεωτερικότητα οι απαίδευτες μάζες αποκτούν κοινωνική και πολιτική κυριαρχία, με αποτέλεσμα ισοπέδωση αξιών, υποτίμηση της εξειδίκευσης, περιφρόνηση της γνώσης και διάχυση της μετριότητας. Με τη λέξη «εξέγερση» δεν εννοούσε επανάσταση, αλλά μια συλλογική στάση χωρίς επίγνωση περιορισμού ή ευθύνης σε περιβάλλον τεχνικής προόδου, σχετικής άνεσης και ασφάλειας που, όπως είπα, δεν εκλαμβάνεται ως επίτευγμα αλλά ως δεδομένο. Σύμφωνα με τον y Gasset, η δημοκρατία χωρίς πολιτισμική αριστεία οδηγεί σε τυραννία της κοινής γνώμης, κομφορμισμό και υποβάθμιση της σκέψης: το πρόβλημα δεν είναι το σύστημα, αλλά η ποιότητα του κοινωνικού υποκειμένου. Για τον y Gasset, η Ευρώπη του 1930 είχε χάσει την πνευματική της ιεραρχία, διερχόταν κρίση ηγεσίας και κινδύνευε από εσωτερική αποσύνθεση, όχι από εξωτερικό εχθρό —πράγματι, αυτός ο κίνδυνος δεν απεφεύχθη: τα μαζικά κινήματα και η ακραία πόλωση οδήγησαν στην άνοδο των ολοκληρωτισμών και στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, γεγονότα που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να αποτρέψουν οι ευρωπαϊκές ελίτ. Ο y Gasset πίστευε ότι κάθε πολιτισμός χρειάζεται λειτουργικές και απαιτητικές ελίτ για να επιζήσει και να αναπτυχθεί: όταν αυτές καταρρέουν, ο πολιτισμός εκπίπτει. Αν και η θεώρηση έχει διατυπωθεί ήδη από τον 19ο και τον 20ό αιώνα (Vilfredo Pareto, Gaetano Mosca, Robert Michels, C. Wright Mills, Raymond Aron, Mancur Olson) αντανακλά τις συνθήκες του 21ου.
Έργο αναφοράς για όλα τούτα παραμένει το το 12τομο «A Study of History» του Arnold J. Toynbee, (1934–1961) το οποίο περιγράφει πώς παρακμάζουν οι πολιτισμοί όταν παύουν να απαντούν δημιουργικά στις προκλήσεις. Μέσα από τη μελέτη πάνω από είκοσι πολιτισμών, ο Βρετανός ιστορικός επισημαίνει την παρακμή τους στη φάση όπου η «δημιουργική μειονότητα» παύει να είναι δημιουργική και μετατρέπεται σε «κυρίαρχη ελίτ» που επιβάλλεται αντί να εμπνέει και να προτείνει λύσεις. Η προσέγγιση του Toynbee περί «challenge and response» δίνει έμφαση στην ηθική και πνευματική ενέργεια των ελίτ, όχι μόνο στα υλικά μεγέθη.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κριτική του δυτικού πολιτισμού πέρασε σε μεγάλο βαθμό από τον συντηρητικό χώρο στον χώρο της αριστεράς. Ο Michel Foucault, ο Guy Debord, ο Ivan Illich και ο Zygmunt Bauman (μεταξύ πολλών άλλων) περιέγραψαν τον μεταπολεμικό κόσμο ως απατηλά ελεύθερο, καταναλωτικό, με δομικές ανισότητες. Αν και στα μέσα του 20ού αιώνα, οι πολιτικοί επιστήμονες, οι ιστορικοί, οι φιλόσοφοι είχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, ανέπτυξαν συγγενικές μορφές κριτικής της Δύσης, αρκετές από τις οποίες συνδέθηκαν με τους αντιαποικιοκρατικούς αγώνες και με την αναθεώρηση της δυτικοκεντρικής ιστορίας. Παραλλήλως, η έννοια της παρακμής άρχισε να συσχετίζεται περισσότερο με τη γεωπολιτική ισχύ, τόσο σε όρους soft και hard power, όσο και με οικονομικούς και δημγραφικούς δείκτες (ΑΕΠ, ρυθμό ανάπτυξης, γεννητικότητα). Στο «The Rise and Fall of the Great Powers» (1987), ο Paul Kennedy, κάνοντας λόγο για παρακμή των μεγάλων δυνάμεων όταν οι στρατιωτικές τους υποχρεώσεις υπερβαίνουν τις οικονομικές τους δυνατότητες («imperial overstretch»), ανέλυσε πώς οι ΗΠΑ και η Ευρώπη υφίστανται πιέσεις από την άνοδο νέων κέντρων ισχύος, ιδίως στην Ασία. Παρότι ιστορικός, ο Κennedy —στο βιβλίο του άντλησε παραδείγματα από 500 χρόνια ιστορίας— συνέδεσε την οικονομία με τη γεωπολιτική και τη στρατιωτική ισχύ επινοώντας ένα μακροϊστορικό μοντέλο ανόδου και πτώσης των αυτοκρατοριών.
Στον 21ο αιώνα, η έννοια της παρακμής έχει επηρεαστεί από τη θεωρία της «σύγκρουσης των πολιτισμών» (όχι μόνον του Samuel Huntington αλλά μιας μακράς σειράς αναλυτών: π.χ. Benjamin Barber, Gilles Kepel), καθώς και από την εμπειρία της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Παραλλήλως, επανέρχονται τα ερωτήματα που έθετε ο Norbert Elias για την «εκπολιτιστική διαδικασία»: μονοπωλεί το κράτος τη νόμιμη βία; Εσωτερικεύουν οι άνθρωποι τον αυτοέλεγχο (την αυτοσυγκράτηση, την «ευπρέπεια»); Γίνεται η κοινωνική ζωή πιο προβλέψιμη και ρυθμισμένη; Αυξάνεται η αυτοπειθαρχία μέσω των κρατικών δομών ή εκτυλίσσεται κάποια διαδικασία «απο-πολιτισμού»; Αλλά, αν και η ανάλυση του Norbert Elias επηρεάστηκε από τους παγκόσμιους πολέμους και την άνοδο του ναζισμού, δεν εντάσσεται στο ρεύμα του declinism: δεν προϋποθέτει οργανικούς κύκλους ζωής των πολιτισμών, αλλά ιστορικές συγκυρίες όπου αυξάνεται η βία, μειώνεται η θεσμική σταθερότητα και αποσυντίθεται η κοινωνική εμπιστοσύνη, οδηγώντας σε πρόσκαιρο «εκβαρβαρισμό». Αντιθέτως, οι σύγχρονοι declinists αποδίδουν την πραγματική ή αντιληπτή παρακμή στην υπεραστικοποίηση, στην τεχνοκρατία, στην πολιτισμική κόπωση και στη δημογραφική γήρανση. Ο Patrick J. Buchanan στο «Death of the West» (2002) και ο Mark Steyn στο «America Alone» (2006) χρησιμοποιούν πολιτισμικά και δημογραφικά επιχειρήματα, συνδέοντας την παρακμή με τη χαμηλή γεννητικότητα, τη μετανάστευση, την αποβιομηχάνιση και τον μετασχηματισμό των ταυτοτήτων. Πιο θεσμικές προσεγγίσεις, όπως εκείνες των Daron Acemoglu και James A. Robinson, μετατοπίζουν τη συζήτηση από την πολιτισμική παρακμή στη λειτουργία των θεσμών, υποστηρίζοντας ότι η άνοδος και η πτώση των κοινωνιών εξαρτώνται από το αν οι θεσμοί είναι ισχυροί ή «ξεχειλωμένοι». Ο Niall Ferguson, αντλώντας από ιστορικο-συγκριτική ανάλυση, επισημαίνει τόσο τα «λειτουργικά πλεονεκτήματα» της Δύσης όσο και τη φθορά τους, ενώ ο Fareed Zakaria περιγράφει έναν «μετα-αμερικανικό κόσμο», όπου δεν παρατηρείται κατάρρευση αλλά σχετική υποχώρηση της δυτικής ισχύος μέσα σε ένα πολυπολικό σύστημα. Παρόμοιες είναι και οι αναλύσεις που εστιάζουν στη διάβρωση της κοινωνικής εμπιστοσύνης, στην κρίση εκπροσώπευσης και στη λειτουργική υπερφόρτωση των δημοκρατιών.
Απαντήσεις στους declinists δίνουν θεωρητικοί όπως ο Seymour Martin Lipset, ο Daniel Bell, ο Joseph Nye, ο Stephen Walt και ο Steven Pinker, οι οποίοι απορρίπτουν την ιδέα της παρακμής, επιμένοντας ότι πρόκειται περισσότερο για ανακατανομή ισχύος. Ανάμεσα στα επιχειρήματά τους είναι μακροϊστορικές τάσεις όπως η μείωση της βίας, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η βελτίωση των συνθηκών υγείας και εκπαίδευσης: κοντολογίς το ότι «ο κόσμος γίνεται καλύτερος» σε βάθος χρόνου. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, το αίσθημα παρακμής συνδέεται εν μέρει με τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης και με γνωστικές στρεβλώσεις: πρόκειται δηλαδή για ένα perception bias που μεταδίδεται και διαδίδεται με κίνδυνο να καταλήξει αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Παρά τη μείωση του μεριδίου της Δύσης στο παγκόσμιο ΑΕΠ και τη μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων στην Ασία, η Δύση παραμένει κορυφαία στην έρευνα, στα χρηματοοικονομικά, στην εκπαίδευση, στις τεχνολογικές πλατφόρμες και στην παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο. Παραλλήλως, η μακροχρόνια τάση είναι, παρά τις διακυμάνσεις, η μείωση της φτώχειας σε παγκόσμιο επίπεδο, σε μεγάλο βαθμό λόγω της υιοθέτησης στοιχείων του δυτικού αναπτυξιακού μοντέλου σε ολόκληρο τον κόσμο.
Όσον αφορά το δημογραφικό και μεταναστευτικό ζήτημα, όσοι διαφωνούν με την αντίληψη της παρακμής, δεν το αξιολογούν ως «μοιραίο», αλλά μάλλον ως εξαρτώμενο από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές. Πολλά από τα διαλυτικά φαινόμενα που παρουσιάζονται ως υπονομευτικά —ο πολυπολιτισμικός κατακερματισμός, η άνοδος του λαϊκισμού, οι πολιτισμικοί πόλεμοι, η συνύπαρξη αντίθετων αφηγήσεων— έχουν καταγραφεί στο παρελθόν και δεν τεκμηριώνουν ούτε θεσμική κατάρρευση, ούτε βεβαίως το «τέλος» της δημοκρατίας. Η ασφαλέστερη διαπίστωση είναι ότι η ανακατανομή ισχύος και η θεσμική και δημογραφική πίεση έχουν διαβρώσει την κοινωνική αισιοδοξία και έχουν ενισχύσει τον αντιδυτικισμό τόσο στο εσωτερικό της Δύσης όσο και στο διεθνές περιβάλλον. Στην πραγματικότητα, μια νηφάλια αποτίμηση του δυτικού πολιτισμού θα κατέληγε περισσότερο σε διαγνώσεις decadence παρά decline —και παρότι η παρακμιακότητα, μια συνθήκη που φέρνει εικόνες από το Δείπνο του Τριμαλχίωνα, σχετίζεται αναμφίβολα με την παρακμή, η παρακμή δεν είναι το αναπόδραστο πεπρωμένο μας.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Τι αναφέρουν οι πρώτες πληροφορίες
«Ήρθα εδώ για να ζήσω καλύτερα»
Σε τροχιά νέου πολέμου Ουάσιγκτον και Τεχεράνη
Έλλειψη εμπιστοσύνης ή μια μορφή οικονομικού σχεδιασμού
Σημειώσεις από μια συζήτηση με τον Μάκη Προβατά στην Τράπεζα της Ελλάδος
Η British Airways έχει ήδη ξεκινήσει να επιτρέπει φωνητικές και βιντεοκλήσεις
Απόρρητη ενημέρωση του Πενταγώνου αναφέρει πως καθυστερεί η αποναρκοθέτηση και παρατείνονται οι επιπτώσεις του αποκλεισμού
Ωστόσο, το deal μόνο εύκολο δεν θεωρείται
Τέσσερις αφήνονται ελεύθερες και τέσσερις καταδικάζονται σε έναν μήνα φυλάκισης μετά την παρέμβαση
Στόχος της νέας ουγγρικής κυβέρνησης η διαφάνεια και η λογοδοσία
Το σύστημα βασίζεται σε εννέα συγχρονισμένες κάμερες
Η Technomar επιβεβαιώνει επίθεση στο πλοίο της, χωρίς τραυματισμούς ή θαλάσσια ρύπανση
Παρέμβαση γενικού εισαγγελέα με πολιτικές προεκτάσεις
«Το ζητούμενο είναι να μην στρουθοκαμηλίζουμε», σημείωσε ο υπουργός Εσωτερικών
Ένας από τους δημοσιογράφους με τη στενότερη πρόσβαση στον Ντόναλντ Τραμπ μιλά στην ATHENS VOICE για τον Μητσοτάκη, το Ιράν, το ΝΑΤΟ, την Κίνα, την Ουκρανία και τα όρια της τραμπικής πολιτικής
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι είναι δύσκολο
H απάντηση δεν είναι τόσο δύσκολη
Η υπόθεση ξεκίνησε έπειτα από προσφυγές ακροδεξιών ομάδων, μεταξύ των οποίων και το κόμμα Vox
Ελιγμός για βίντεο οδήγησε σε σύγκρουση μαχητικών - Ζημιές 500.000 ευρώ και ευθύνες
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.