Ελληνοτουρκικές Σχέσεις: Στρατηγική ευθύνης ή έντασης;
Πώς η Τουρκία χρησιμοποιεί τη θέση και ισχύ της για τις διαπραγματεύσεις με τους διεθνείς εταίρους της
Ελληνοτουρκικές Σχέσεις: Η συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν, οι εξελίξεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή και η σημασία της Ανατολικής Μεσογείου
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις συνιστούν διαχρονικά ένα από τα πλέον σύνθετα και κρίσιμα πεδία άσκησης της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Δεν αποτελούν μια συμβατική διμερή διαφορά, αλλά μια μακροχρόνια και πολυεπίπεδη αντιπαράθεση, η οποία χαρακτηρίζεται από εναλλαγές περιόδων ύφεσης και έντασης και η οποία κατά καιρούς, έχει οδηγήσει σε σοβαρές κρίσεις και θερμά επεισόδια, φθάνοντας ακόμη και στα πρόθυρα ένοπλης σύρραξης.
Στη θεωρία των διεθνών σχέσεων, τέτοιου είδους αντιπαραθέσεις περιγράφονται ως παρατεταμένες συγκρούσεις. Πρόκειται δηλαδή, για καταστάσεις εχθρικής αλληλεπίδρασης μεταξύ κρατών που εκτείνονται σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα, χαρακτηρίζονται από περιοδικές εκρήξεις έντασης και συνοδεύονται από υψηλό στρατηγικό διακύβευμα. Οι συγκρούσεις αυτές δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα ή αποσπασματικές κρίσεις, αλλά εξελίσσονται ως συνεχείς διαδικασίες, οι οποίες διατηρούνται ακόμη και όταν δεν εκδηλώνεται ανοιχτή βία, χωρίς να διαθέτουν σαφές σημείο οριστικής λήξης.
Στο πλαίσιο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, οι διεθνείς κρίσεις αποτελούν κομβικά σημεία κλιμάκωσης. Οι κρίσεις αυτές εκδηλώνονται όταν μια σειρά γεγονότων, ενεργειών ή γεωπολιτικών μεταβολών δημιουργούν την αντίληψη στα εμπλεκόμενα κράτη, ότι υπάρχει αυξημένη πιθανότητα πολεμικής σύγκρουσης. Συχνά λειτουργούν ως φάσεις έντονης αντιπαράθεσης που μπορούν είτε να οδηγήσουν σε αποκλιμάκωση μέσω διαπραγματεύσεων είτε να εξελιχθούν σε στρατιωτική σύγκρουση. Η κορύφωση μιας τέτοιας διαδικασίας είναι ο πόλεμος, ο οποίος μπορεί να εκδηλωθεί είτε ως αποκορύφωμα μιας μακροχρόνιας αντιπαράθεσης είτε ως αποτέλεσμα αιφνίδιας κλιμάκωσης.
Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις παρατεταμένων συγκρούσεων, ο πόλεμος δεν αποτελεί μόνιμη κατάσταση αλλά ένα επεισόδιο μέσα σε έναν ευρύτερο κύκλο έντασης, διαλόγου και επαναλαμβανόμενων κρίσεων. Υπό την ανωτέρω οπτική, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας παρατεταμένης σύγκρουσης.
Από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τις διαχρονικές εντάσεις στο Αιγαίο και τις επαναλαμβανόμενες περιόδους στρατιωτικής αντιπαράθεσης, έως τις φάσεις διπλωματικής προσέγγισης και αποκλιμάκωσης, οι δύο χώρες βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση στρατηγικού ανταγωνισμού. Η αντιπαράθεση αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε ζητήματα κυριαρχίας ή θαλάσσιων ζωνών, αλλά επεκτείνεται σε ευρύτερες γεωπολιτικές, ενεργειακές και περιφερειακές ισορροπίες ισχύος, ειδικότερα στη σημερινή περίοδο όπου συντελούνται έντονες γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Ειδικότερα, οι εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι περιφερειακοί ανταγωνισμοί για τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων, η στρατηγική επανατοποθέτηση της Τουρκίας και η αναζήτηση ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον που επηρεάζει άμεσα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η Ανατολική Μεσόγειος έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς κόμβους του πλανήτη. Η ανακάλυψη ενεργειακών πόρων, οι μεταναστευτικές ροές και οι περιφερειακές συγκρούσεις έχουν ενισχύσει τη γεωστρατηγική σημασία της περιοχής. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα και η Τουρκία δεν λειτουργούν μόνο ως διμερείς αντίπαλοι, αλλά ως κρίσιμοι παράγοντες της περιφερειακής ισορροπίας και ασφάλειας. Συγκεκριμένα, η Τουρκία επιδιώκει να αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη με αυτόνομο ρόλο μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Η στρατηγική αυτή εκφράζεται μέσα από την πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική της Άγκυρας, η οποία διατηρεί σχέσεις τόσο με τις ΗΠΑ και τις χώρες του ΝΑΤΟ όσο και με τη Ρωσία, ενώ παράλληλα επιχειρεί να διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή σε περιφερειακές κρίσεις.
Η Τουρκία επίσης, αξιοποιεί τη γεωγραφική της θέση και τη στρατιωτική της ισχύ για να ενισχύσει τον διαπραγματευτικό της ρόλο έναντι των διεθνών εταίρων. Στο πλαίσιο αυτό, η θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελεί τον πυρήνα της τουρκικής εθνικής στρατηγικής. Η θεωρία αυτή, προβάλει ένα επεκτατικό γεωπολιτικό και ναυτικό δόγμα της Τουρκίας που διεκδικεί την επέκταση της τουρκικής επιρροής και τον έλεγχο εκτεταμένων θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και τη Μαύρη θάλασσα, αμφισβητώντας υφιστάμενα νομικά και γεωπολιτικά δεδομένα. Η στρατηγική αυτή δεν περιορίζεται στη ρητορική, αλλά συνοδεύεται από συστηματική ανάπτυξη ναυτικών και αεροπορικών δυνατοτήτων και αύξηση της επιχειρησιακής παρουσίας της Τουρκίας σε κρίσιμες θαλάσσιες περιοχές. Παράλληλα, εκδηλώνεται και με μια ευρύτερη προσπάθεια στρατηγικής προβολής ισχύος, μέσω της διατήρησης στρατιωτικής παρουσίας σε περιφερειακά μέτωπα, της σύναψης αμυντικών συμφωνιών με τρίτα κράτη και της αξιοποίησης υβριδικών μέσων επιρροής. Με τον τρόπο αυτό, η Άγκυρα επιδιώκει όχι μόνο να ενισχύσει τις διεκδικήσεις της στις συγκεκριμένες θαλάσσιες ζώνες, αλλά και να διαμορφώσει νέους συσχετισμούς ισχύος που να ευνοούν τη στρατηγική της αυτονομία και την αναβάθμιση του διεθνούς της ρόλου.
Από την πλευρά της, η Ελλάδα έχει επιλέξει την ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας μέσω εκτεταμένων εξοπλιστικών προγραμμάτων και ενίσχυσης των διεθνών της συμμαχιών, επιδιώκοντας να διαμορφώσει ένα πλέγμα ασφάλειας που υπερβαίνει τα στενά όρια της εθνικής άμυνας και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο περιφερειακής σταθερότητας. Ειδικότερα, η στρατηγική συνεργασία με τη Γαλλία και το Ισραήλ, η εμβάθυνση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η ανάπτυξη τριμερών και πολυμερών συμμαχιών με χώρες της Ανατολικής Μεσογείου ενισχύουν τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας και την αναδεικνύουν σε κρίσιμο κόμβο ασφάλειας, ενέργειας και γεωστρατηγικών δικτύων.
Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική στρατηγική τα τελευταία χρόνια δεν περιορίζεται στην παραδοσιακή έννοια της αποτροπής, αλλά εξελίσσεται σε μια πολυεπίπεδη πολιτική ισχύος που συνδυάζει στρατιωτική ετοιμότητα, διπλωματική δραστηριοποίηση και γεωοικονομική αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της χώρας. Μέσω αυτής της προσέγγισης, η Ελλάδα επιχειρεί να ενισχύσει το διεθνές της αποτύπωμα, να αυξήσει το στρατηγικό της βάρος και να διαμορφώσει ευνοϊκότερους όρους ασφάλειας και σταθερότητας στο ιδιαίτερα ρευστό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κατανόηση της φύσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων καθίσταται κρίσιμη για τον σχεδιασμό μιας αποτελεσματικής εθνικής στρατηγικής.
Όταν μια αντιπαράθεση δεν αποτελεί απλώς ένα διμερές ζήτημα, αλλά παράγοντα που επηρεάζει συνολικά την αρχιτεκτονική ασφάλειας της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και εμφανίζει χαρακτηριστικά παρατεταμένης σύγκρουσης, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικές πολιτικές επιλογές, συγκυριακές διπλωματικές πρωτοβουλίες ή άναρχες ρητορικές εξάρσεις και εθνικιστικές κορώνες. Κάθε επιλογή που αφορά τη διαχείρισή της έχει ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις, οι οποίες υπερβαίνουν τα στενά όρια της διπλωματίας και αγγίζουν τον πυρήνα της εθνικής στρατηγικής. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται μακροπρόθεσμος στρατηγικός σχεδιασμός, συνδυασμός εργαλείων ισχύος και αποτελεσματική διαχείριση των κύκλων έντασης και αποκλιμάκωσης.
Στη σημερινή συγκυρία, όπου το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης ρευστότητας, εντεινόμενων γεωπολιτικών ανταγωνισμών και αμφισβήτησης της έως τώρα βασισμένης σε κανόνες διεθνούς τάξης, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα θεμελιώδες στρατηγικό δίλημμα: θα ακολουθήσει μια Στρατηγική Ευθύνης, που επιδιώκει τη σταθερότητα μέσα από τον συνδυασμό διαλόγου και αποτρεπτικής ισχύος, ή θα παρασυρθεί σε μια Στρατηγική Έντασης, η οποία επενδύει στη ρητορική αντιπαράθεσης και σύγκρουσης και εγκλωβίζει την χώρα σε ένα φαύλο κύκλο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και αστάθειας;
Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα φαίνεται ότι έχει διαμορφώσει ένα σύγχρονο μοντέλο διαχείρισης αυτής της σύνθετης και διαρκούς αντιπαράθεσης. Ένα μοντέλο που στηρίζεται στον ουσιαστικό διπλωματικό διάλογο και στη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας, σε συνδυασμό με την ύπαρξη αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος με στόχο όχι την αυταπάτη της άμεσης επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών, αλλά τη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας, τη διατήρηση της σταθερότητας, τον περιορισμό των κινδύνων κλιμάκωσης και τη δημιουργία συνθηκών στρατηγικής ισορροπίας. Πρόκειται για μια στρατηγική ευθύνης που δεν αντιμετωπίζει τον διάλογο ως ένδειξη αδυναμίας ή υποχώρησης, αλλά ως εργαλείο διαχείρισης κρίσεων, περιορισμού της έντασης και διαμόρφωσης συνθηκών σταθερότητας.
Η επιλογή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονου δημόσιου διαλόγου και πολιτικής αντιπαράθεσης, αντανακλώντας διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις για τον τρόπο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής και εφαρμογής της εθνικής στρατηγικής. Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να συνομιλεί με την Τουρκία. Το ουσιαστικό διακύβευμα είναι αν ο διάλογος εντάσσεται σε μια συνεκτική εθνική στρατηγική που ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας ή αν εγκαταλείπεται σε μια λογική άκριτης αντιπαράθεσης που αυξάνει τον κίνδυνο κρίσεων και αποσταθεροποίησης.
Στην παρούσα συγκυρία, η στρατηγική ευθύνης δεν αποτελεί επιλογή πολιτικής σκοπιμότητας. Αποτελεί εθνική αναγκαιότητα που καλείται να διασφαλίσει τη σταθερότητα, την ασφάλεια και τη μακροπρόθεσμη στρατηγική θέση της χώρας σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα μέσα από το νέο μοντέλο διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων που συνδυάζει ενεργό διάλογο, αξιόπιστη αποτροπή και στρατηγική ευθύνης, επιδιώκει να διασφαλίσει ότι εισέρχεται σε κάθε διαπραγμάτευση με την Τουρκία από θέση ισχύος και στρατηγικής αυτοπεποίθησης. Λαμβάνοντας υπόψη, ότι η Τουρκία προσεγγίζει τις διεθνείς σχέσεις με όρους ισχύος και αντιμετωπίζει διαφορετικά έναν ισχυρό από έναν αδύναμο παίκτη, η αποτελεσματικότητα της Στρατηγικής της Ευθύνης έχει ήδη κριθεί στο πεδίο.
Συγκεκριμένα, η διαχρονική επιδίωξη της Τουρκίας για πρόκληση περιορισμένης κλίμακας θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο είχε ως βασικό στόχο να σύρει την Ελλάδα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από θέση ισχύος.
Μέσω μιας τέτοιας εξέλιξης, η Άγκυρα θα επιχειρούσε να επιβάλει τετελεσμένα και να προωθήσει τον αντικειμενικό σκοπό (ΑΝΣΚ) της υψηλής στρατηγικής της: την αναθεώρηση του νομικού καθεστώτος στο Αιγαίο και τη μεταβολή του υφιστάμενου status quo. Η υλοποίηση της στρατηγικής αυτής, ωστόσο, φαίνεται ότι έχει ακυρωθεί επί του πεδίου (π.χ. Κρίση στον Έβρο το 2020, ένταση στο Αιγαίο με έρευνες του τουρκικού σεισμογραφικού πλοίου Oruc Reis). Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί συγκυριακή επιλογή εξωτερικής πολιτικής, αλλά αντανάκλαση μιας ευρύτερης στρατηγικής αντίληψης για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Το μοντέλο που συνδυάζει διάλογο και αποτροπή λειτουργεί ως πλαίσιο σταθερότητας, μέσα στο οποίο η Ελλάδα επιχειρεί να ελέγχει την ένταση, να περιορίζει τις πιθανότητες κρίσεων και να ενισχύει τη διαπραγματευτική της ισχύ.
Η σημασία όμως της στρατηγικής αυτής δεν αποτυπώνεται μόνο στη θεωρητική της σύλληψη, αλλά κυρίως στα αποτελέσματα που παράγει στο πεδίο της ασφάλειας, της διπλωματίας και της διεθνούς παρουσίας της χώρας.
Στο πλαίσιο αυτό, η στρατηγική ευθύνης δεν εγγυάται την άμεση επίλυση των διαφορών. Ωστόσο, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την αποφυγή κρίσεων, περιορίζει τον κίνδυνο θερμών επεισοδίων και θέτει τα θεμέλια για σταδιακή βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Η Ελλάδα εμφανίζεται ως υπεύθυνη δύναμη και σεβόμενη τους διεθνείς θεσμικούς κανόνες, γεγονός που ενισχύει τη θέση της σε διεθνείς διαπραγματεύσεις και διευκολύνει τη δημιουργία συμμαχιών με κράτη που επιδιώκουν σταθερότητα στην περιοχή. Οι ελληνικές αποφάσεις πλέον δεν αποτελούν προϊόν συναισθηματισμού ή εφήμερων πολιτικών σκοπιμοτήτων, ούτε υπαγορεύονται από την ανάγκη εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης ή από πιέσεις εθνικολαϊκιστικού χαρακτήρα. Αντίθετα, εδράζονται σε τεκμηριωμένη στρατηγική ανάλυση, θεσμική συνέχεια και ρεαλιστική αξιολόγηση του διεθνούς περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα και ενεργή διπλωματία, που στοχεύουν στην προώθηση του διεθνούς δικαίου και της ειρηνικής συνύπαρξης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η εφαρμογή της στρατηγικής ευθύνης έχει ήδη αποφέρει απτά αποτελέσματα στη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Τα τελευταία χρόνια, η συχνότητα σοβαρών κρίσεων στο Αιγαίο έχει περιοριστεί σημαντικά, ενώ οι σταθεροί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών έχουν επανέλθει. Παράλληλα, η ελληνική αποτροπή έχει αποκτήσει νέες διαστάσεις. Ο συνδυασμός ισχυρής αποτρεπτικής ικανότητας μέσω της ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων και ανοικτού διαλόγου έχει λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής σταθερότητας, περιορίζοντας τη δυνατότητα της Τουρκίας να επιβάλει τετελεσμένα και αποθαρρύνοντας μονομερείς κινήσεις.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του ευρωπαϊκού προγράμματος SAFE. Παρά τις προσπάθειες της Άγκυρας να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Άμυνα, η Ελλάδα, αξιοποιώντας διπλωματικά εργαλεία και τη στρατηγική ισχύ της, συνέβαλε ώστε η Τουρκία να παραμείνει εκτός του μηχανισμού SAFE. Το αποτέλεσμα αυτό δεν συνιστά μόνο διπλωματική επιτυχία, αλλά αποτελεί και σαφή ένδειξη, ότι η ελληνική στρατηγική ισχύος και διάλογου λειτουργεί αποτρεπτικά, καθιστώντας σαφές ότι η ένταξη σε ευρωπαϊκά αμυντικά σχήματα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, αλλά εξαρτάται από τη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο και τις αρχές καλής γειτονίας.
Παράλληλα, η στρατηγική ευθύνης περιλαμβάνει και την πολιτική διάσταση της διαχείρισης των εντυπώσεων και της δημόσιας διπλωματίας. Η Ελλάδα έχει καταφέρει να παρουσιάσει τις θέσεις της με σαφήνεια σε διεθνές επίπεδο, αποδεικνύοντας ότι ο διάλογος δεν συνεπάγεται υποχωρητικότητα ή αδυναμία. Η ανάδειξη ζητημάτων όπως η υπεράσπιση της κυριαρχίας των νησιών, το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και η αποτροπή μονομερών κινήσεων από την Τουρκία έχει γίνει με τρόπο που συνδυάζει πολιτικό συμβολισμό, νομική τεκμηρίωση και στρατηγική ισχύ.
Η αποτελεσματικότητα της στρατηγικής ευθύνης επιβεβαιώνεται και από την εικόνα της Ελλάδας στους διεθνείς οργανισμούς. Η χώρα εμφανίζεται πλέον ως παράγοντας σταθερότητας και υπευθυνότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που ενισχύει τη διπλωματική της επιρροή στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ. Ο ρόλος αυτός καθιστά πιο δυναμική την ελληνική συμμετοχή σε πρωτοβουλίες ασφάλειας και συνεργασίας, ενώ περιορίζει τις δυνατότητες της Τουρκίας να προβάλλει μονομερείς αξιώσεις. Επιπλέον, η στρατηγική ευθύνης δεν περιορίζεται στο διμερές επίπεδο. Η Ελλάδα έχει αναδείξει το θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε πλαίσιο πολυμερούς διαλόγου, συνδέοντάς το με τη διεθνή νομιμότητα, τη σταθερότητα στην περιοχή και τη διατήρηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Με αυτόν τον τρόπο, η χώρα ενισχύει τη θέση της τόσο στο στρατηγικό όσο και στο θεσμικό επίπεδο, αποδεικνύοντας ότι η στρατηγική ευθύνης λειτουργεί όχι μόνο αποτρεπτικά, αλλά και διπλωματικά.
Τέλος, στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η Ελλάδα έχει επίσης κατορθώσει να μεταφέρει τη συζήτηση σε επίπεδο θεσμικής διαχείρισης των διαφορών, αποφεύγοντας την παγίδα της μονομερούς αντιπαράθεσης ισχύος που συχνά επιδιώκει η Τουρκία. Το συμπέρασμα είναι ότι η στρατηγική ευθύνης της Ελλάδας –που συνδυάζει διάλογο και αποτροπή– έχει μετατρέψει τον ελληνοτουρκικό διάλογο από εργαλείο εντυπωσιασμού ή επικοινωνιακής διπλωματίας σε βασικό μηχανισμό σταθερότητας και διαχείρισης κρίσεων.
Εν κατακλείδι, σε μια εποχή όπου οι διεθνείς σχέσεις επαναπροσδιορίζονται από την επιστροφή της γεωπολιτικής ισχύος και τον εντεινόμενο ανταγωνισμό περιφερειακών δυνάμεων, η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί μια σύνθετη και διαρκή στρατηγική πρόκληση. Η επιλογή της στρατηγικής ευθύνης δεν αποτελεί απλώς μια εναλλακτική προσέγγιση στη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά μια συνειδητή εθνική επιλογή που αποσκοπεί στη διατήρηση της σταθερότητας, την αποτροπή κρίσεων και την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας. Σε ένα περιβάλλον όπου η ισχύς και η αξιοπιστία καθορίζουν τους όρους του διαλόγου, η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει να επενδύει σε μια στρατηγική που συνδυάζει νηφαλιότητα, αποτρεπτική ισχύ και διπλωματική ωριμότητα. Διότι, τελικά, η πραγματική εθνική ισχύς δεν αποτυπώνεται μόνο στην ικανότητα αντίδρασης στις κρίσεις, αλλά κυρίως στη δυνατότητα διαμόρφωσης συνθηκών σταθερότητας και στρατηγικής ισορροπίας σε μια από τις πιο ασταθείς γεωπολιτικά περιοχές του κόσμου.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Κατευθυντήριες αρχές, ανταλλαγή προσχεδίων σε δύο εβδομάδες και απειλές Χαμενεΐ για το Lincoln
Η Μελόνι στέλνει παρατηρητή στο νέο Συμβούλιο Ειρήνης- Φόβοι υπονόμευσης ΟΗΕ και διεθνούς δικαίου
Πώς η Τουρκία χρησιμοποιεί τη θέση και ισχύ της για τις διαπραγματεύσεις με τους διεθνείς εταίρους της
Οι αρχές της Αριζόνα αναζητούν τον δράστη με ελικόπτερα, ανιχνευτές DNA και συσκευή εντοπισμού βηματοδότη
Tα ακριβή κίνητρα παραμένουν υπό διερεύνηση
«Δεν σχετίζονται οι κατηγορίες με το βίντεο του Al Jazeera» αναφέρεται στην απόφαση
Ο επικεφαλής της MUST προειδοποιεί για επιδείνωση ασφάλειας και αυξημένη ρωσική δραστηριότητα στη Βαλτική
Θεωρείται από πολλούς η πρώτη χώρα όπου καβουρδίστηκαν οι κόκκοι καφέ
Το επερχόμενο άλμπουμ της με τίτλο «Stove» έχει επίσης προκαλέσει διάφορες ερμηνείες
Μαζικοί διορισμοί σε διπλωματία, στρατό και θεσμούς για να περιοριστεί πιθανή προεδρία Λεπέν ή Μπαρντελά
Έρευνα έδειξε ότι δεν υπήρχε καταγεγραμμένος γάμος
Ο Μαρκ Επστάιν αμφισβητεί την αυτοκτονία, επικαλείται ιατροδικαστές και ζητά νέα έρευνα
Αγωνίστηκε για κοινωνικά δικαιώματα δίπλα στο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ
Η πρώην σύζυγος του πρίγκιπα Άντριου αντιμέτωπη με τις συνέπειες των εγγράφων που την εμφανίζουν να δηλώνει «στην υπηρεσία» του καταδικασμένου παιδεραστή
Στα άκρα οι σχέσεις ΗΠΑ - Ιράν
Τελεσίγραφο Τραμπ προς το Κίεβο, ενώ η Μόσχα σφυροκοπά τις ενεργειακές υποδομές της χώρας με εκατοντάδες drones και πυραύλους
Αγωνιστής για τα ανθρώπινα δικαιώματα και δύο φορές υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ
Η πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ υποστήριξε ότι αυτή και ο σύζυγός της «δεν έχουν τίποτα να κρύψουν»
Εκκενώθηκαν όλες οι γύρω πολυκατοικίες
Κατηγορίες για απάτη «σχετικά με ενέργειες που θέτουν σε κίνδυνο την υγεία ανθρώπων και ζώων»
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.