- CITY GUIDE
- PODCAST
-
16°
Το Brexit έρχεται να συλλέξει το χρέος του
Ο Νάιτζελ Φάρατζ, το διχασμένο βρετανικό εκλογικό σώμα και η στάση του απέναντι στον Κιρ Στάρμερ
Πώς η πολιτική κρίση στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από τη μοναδική σταθερά της μετά-Brexit εποχής
Έχουν περάσει δέκα ολόκληρα χρόνια από το απόγευμα της 20ης Φεβρουαρίου του 2016, όταν ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός, Ντέιβιντ Κάμερον, ανακοίνωσε, έξω από την πόρτα της πρωθυπουργικής κατοικίας στην Downing Street, τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος που θα έκρινε το μέλλον του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τέσσερις μήνες αργότερα, στη μεγαλύτερη εκλογική έκπληξη της μεταψυχροπολεμικής ιστορίας –μέχρι και την επικράτηση του Ντόναλντ Τραμπ έναντι της Χίλαρι Κλίντον, τον Νοέμβριο του ίδιου ιστορικού, πλέον, έτους–, το βρετανικό εκλογικό σώμα θα τιμωρούσε τον εξωφρενικό οπορτουνισμό του Κάμερον, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, αφού δέκα χρόνια μετά, το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να βυθίζεται στο χάος του Brexit.
Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως οι αποκαλύψεις των αρχείων του Τζέφρι Έπσταϊν είναι το λιγότερο φρικώδες
Η τρέχουσα πολιτική κρίση στη χώρα, με αφορμή την επιλογή του Λόρδου Πίτερ Μάντελσον στη θέση του πρέσβη του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ουάσιγκτον –που φαίνεται πως έφερε τον Κιρ Στάρμερ μια ανάσα μακριά από την παραίτησή του από τη βρετανική πρωθυπουργία–, δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια ακόμη στροφή στην εφιαλτική λούπα που βρίσκεται το Λονδίνο. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως οι αποκαλύψεις των αρχείων του Τζέφρι Έπσταϊν είναι το λιγότερο φρικώδες, με τις αντιδράσεις τόσο εντός του Ηνωμένου Βασιλείου όσο και διεθνώς απέναντι στα εμπλεκόμενα πρόσωπα να είναι απολύτως λογικές. Όμως, το αποτύπωμα της υπόθεσης Έπσταϊν στη χώρα είναι πολιτικά δυσανάλογο ακριβώς επειδή, από το 2016 μέχρι και σήμερα, κανείς πρωθυπουργός και καμία κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να δώσει στο εκλογικό σώμα αυτό που νόμιζε πως εξασφάλιζε με το Brexit: προοπτική και αξιοπρέπεια.
Η πραγματική τομή του Brexit στη βρετανική κοινωνία
Έχουμε αναφερθεί μυριάδες φορές στα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος και στις συνθήκες που οδήγησαν σ’ αυτό. Πάντως, είναι πάντα άξια αναφοράς η αυθεντικά βρετανική φλεγματική ειρωνεία πως ένα κρίσιμο τμήμα των leavers, το οποίο με τη στάση του καθόρισε την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή, αφήνοντας τις νεότερες –και σαφώς φιλοευρωπαϊκές– γενιές να αναμετρηθούν με το χάος που κληρονόμησαν. Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, δεν αφορά τόσο τον διχασμό που προκάλεσε το δημοψήφισμα στη βρετανική κοινή γνώμη, αλλά την τομή που συντέλεσε για το βρετανικό πολιτικό σύστημα. Ακριβώς επειδή το Brexit μετρούσε ανέκαθεν υποστηρικτές στο σύνολο του ιδεολογικού φάσματος εντός του βρετανικού πολιτικού συστήματος –με εξαίρεση τους φανατισμένα ευρωπαϊστές Liberal Democrats–, κάθε Βρετανός πρωθυπουργός, από το 2016 και μετά, προσπάθησε να ανταπεξέλθει σε μια τεχνικά αδύνατη πολιτική συνθήκη: να κυβερνήσει κρατώντας τόσο τους leavers όσο και τους remainers του κόμματός του ικανοποιημένους, τη στιγμή που η χώρα αντιμετώπιζε τη μια συστημική πρόκληση μετά την άλλη, ακόμα κι αν αρκετές από αυτές δεν αφορούσαν την αποχώρησή της από την ΕΕ.
Μια από τις τραγωδίες του Brexit ήταν πως το δημοψήφισμα και οι μετέπειτα διαπραγματεύσεις βρήκαν στην ηγεσία τον Τζέρεμι Κόρμπιν
Σημειώνεται πως, παρότι οι Συντηρητικοί φέρουν το σημαντικότερο βάρος της ευθύνης του, καταδικασμένου να αποτύχει, κατευνασμού των ψηφοφόρων τους, οι Εργατικοί αντιμετώπισαν το ίδιο πρόβλημα, σε μικρότερο βέβαια μέγεθος. Εξάλλου, μια από τις αμέτρητες τραγωδίες του Brexit ήταν πως το δημοψήφισμα και οι μετέπειτα διαπραγματεύσεις βρήκαν στην ηγεσία τον –εκτός παντός τόπου και χρόνου, εδώ και δεκαετίες– ευρωσκεπτικιστή Τζέρεμι Κόρμπιν.
Φυσικά, το γεγονός πως το Brexit βασιζόταν από την αρχή σε μια σειρά τερατωδών ψεμάτων και ανακριβειών άρχισε να φαίνεται ήδη από τις πρώτες μέρες μετά το δημοψήφισμα. Ωστόσο, σε μια χώρα με ατόφια δημοκρατική παράδοση και αυθεντικό σεβασμό στους θεσμούς, η αμφισβήτηση του αποτελέσματος ήταν εκ των πραγμάτων αδιανόητη. Σεβόμενοι το οριακό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και στην προσπάθειά τους να αποκομίσουν άμεσα και μεσοπρόθεσμα πολιτικά οφέλη, οι Συντηρητικοί πρωθυπουργοί της μετά-Brexit εποχής προσπάθησαν επί οκτώ συναπτά έτη να βγάλουν άκρη στο χάος που μόνοι τους προκάλεσαν στη χώρα.
Αρκετοί υποστήριζαν πως το κύριο προτέρημα του Στάρμερ ήταν ότι προσωποποιούσε μια στοιχειώδη σοβαρότητα και αξιοπιστία
Έχοντας πετύχει μόνο να αποτρέψουν την απόλυτη καταστροφή και έχοντας αποτύχει στο να δώσουν οποιαδήποτε προοπτική στη χώρα, που να μοιάζει έστω και λίγο στη θαυμαστή ανεξάρτητη Βρετανία, έξω από τα μαρτυρικά δεσμά των Βρυξελλών που είχαν υποσχεθεί, καλλιέργησαν μόνοι τους τις συνθήκες ώστε ο Στάρμερ να καταφέρει τον θρίαμβο στις εκλογές του 2024. Τότε, αρκετοί ήταν αυτοί που υποστήριζαν πως το κύριο προτέρημα του Στάρμερ έναντι του τότε αντιπάλου του Ρίσι Σούνακ ήταν ότι ο επικεφαλής των Εργατικών προσωποποιούσε μια στοιχειώδη σοβαρότητα και αξιοπιστία. Πως, με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο, μια κυβερνητική εναλλαγή θα οδηγούσε και σε μια επιστροφή της σταθερότητας και της αξιοπιστίας του Λονδίνου, τόσο προς τους Βρετανούς πολίτες όσο και διεθνώς.
Ο φιλοευρωπαίος Στάρμερ (411 έδρες) έναντι του Σούνακ (121 έδρες) έλαβε λιγότερες ψήφους από ότι ο ευρωσκεπτικιστή Κόρμπιν (202 έδρες) έναντι του Μπόρις Τζόνσον (298 έδρες) στις εκλογές του 2019. Στην πραγματικότητα, ο Στάρμερ ποτέ δεν έπεισε κανέναν – πέραν των στενότερων συμμάχων του και των φιλοευρωπαίων Εργατικών ψηφοφόρων– πως θα μπορούσε να δώσει στη χώρα την προοπτική που όλοι οι προκάτοχοί του, από το 2016 και μετά, απέτυχαν να δώσουν.
Προς υπεράσπιση του νυν Βρετανού πρωθυπουργού, το έχει προσπαθήσει. Παρότι ο ίδιος σε καμία περίπτωση δεν ευθύνεται για το Brexit, έχει καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να διαχειριστεί μια αδιανόητα δύσκολη συνθήκη, ήτοι να ηγηθεί μιας απολύτως διχασμένης μεσαίας δύναμης, σε ένα βιαίως μεταβαλλόμενο διεθνές πλαίσιο, ακροβατώντας σε οριακές κοινωνικές και εσωκομματικές ισορροπίες. Όμως, εκεί ακριβώς που απέτυχαν οι Συντηρητικοί του προκάτοχοι, εκεί είναι καταδικασμένος να αποτύχει και ο Στάρμερ: το Ηνωμένο Βασίλειο θα χρειαστεί πολύ χρόνο και συνέπεια ώστε να αποκτήσει μια αξιόπιστη προοπτική πολιτικής σταθερότητας στη μετά-Brexit εποχή, καθώς το δημοψήφισμα του 2016 ανέτρεψε τις σταθερές του βρετανικού πολιτικού συστήματος, καθιστώντας τη χάραξη κάθε μακροπρόθεσμης και διαγενεακής στρατηγικής πρακτικά αδύνατη.
Η τομή του Brexit στο βρετανικό πολιτικό σύστημα είναι πως η αποχώρηση της χώρας από την ΕΕ έχει δημιουργήσει ένα καταστροφικό μείγμα διαψευσμένων προσδοκιών
Ο μέσος leaver εξακολουθεί να περιμένει την επιστροφή στις ένδοξες μέρες μιας αυτοκρατορίας που πλέον αποτυπώνεται μόνο στα ιστορικά συγγράμματα και τα σκόρπια μνημεία γύρω από τον Τάμεση. Ενώ ο μέσος remainer δεν έχει την υπομονή και τα κίνητρα να συνταχθεί πίσω από έναν, κατά γενική ομολογία, αξιοπρεπή, ιδιοσυγκρασιακά, πρωθυπουργό –συγκριτικά με τους προκατόχους του–, ιδιαίτερα όταν εκείνος δίνει μόνος του αφορμές ώστε να αμφισβητηθεί η κρίση του, όπως στην περίπτωση της επιλογής του Μάντελσον ως πρέσβη του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ουάσιγκτον. Η πραγματική τομή του Brexit στο βρετανικό πολιτικό σύστημα είναι πως η αποχώρηση της χώρας από την ΕΕ έχει δημιουργήσει ένα καταστροφικό μείγμα διαψευσμένων προσδοκιών και ιδεολογικής ματαιότητας, το οποίο έχει πλέον διδάξει το βρετανικό εκλογικό σώμα να καταναλώνει πρωθυπουργούς και κυβερνήσεις σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Στη μετά-Brexit εποχή, η επανατοποθέτηση του Ηνωμένου Βασιλείου στο διεθνές σύστημα –και όλες οι εγχώριες τομές που αυτή απαιτεί– ανέκαθεν θα απαιτούσε χρόνο και στωικού επιπέδου συνέπεια. Η φύση της πολιτικής από μόνη της υστερεί στο λεγόμενο long game, τη στιγμή που οι Βρετανοί, leavers και remainers, απαιτούν αποτελέσματα τώρα. Αυτό όμως δεν γίνεται.
Ο Μάντελσον και η απονομιμοποίηση των αξιωμάτων
Όπως και να το δει κανείς, το Ηνωμένο Βασίλειο πλέον δεν θυμίζει σε τίποτα τις ένδοξες μέρες των late 90s και early 00s, όταν η χώρα αναπτυσσόταν στο εσωτερικό της και ηγούταν διεθνώς. Από το 2016 και μετά, το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μια χώρα χρεοκοπημένων συμβόλων και εννοιών, ενώ παράλληλα καλείται να ανταπεξέλθει σε μια πραγματικότητα που την ξεβολεύει με κάθε πιθανό τρόπο.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, και έξι μετά την αποχώρηση από την ΕΕ, όλοι ανεξαιρέτως οι πολιτικοί παράγοντες της χώρας –από τον Στάρμερ και τον αξιοπρεπή ηγέτη των Φιλελεύθερων, Εντ Ντέιβι, μέχρι τον φιλορώσο λαϊκιστή Νάιτζελ Φάρατζ, αλλά και την, παραδομένη στη μοίρα της, επικεφαλής των Συντηρητικών, Κέμι Μπάντενοχ– προσπαθούν ματαίως να εμπνεύσουν ένα κατακερματισμένο εκλογικό σώμα, επενδύοντας σε ευήκοες αλλά και υπέρ-χρησιμοποιημένες έννοιες, όπως την αξιοκρατία, την αξιοπρέπεια, και τη μεταρρύθμιση, χωρίς κανείς να τις αγοράζει. Το γεγονός ότι μόνο ο Φάρατζ δείχνει να καρπώνεται πολιτικά οφέλη στον τρέχοντα πολιτικό χρόνο, είναι ενδεικτικό της ανατροφοδότησης του χάους, ακριβώς επειδή πλέον αποτελεί τη μόνη πολιτική σταθερά στη χώρα.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, το οποίο περισσότερο παραπέμπει σε ατέλειωτο horror show παρά στη συγκρατημένα φιλόδοξη μεταπολεμική Βρετανία του Χάρολντ Μακμίλαν και του Χάρολντ Γουίλσον, ελάχιστοι φαίνεται πως έχουν την ψυχραιμία να θέσουν το εκάστοτε ζήτημα στη βάση που πραγματικά του αναλογεί. Προφανέστατα, η επιλογή Μάντελσον για την ηγεσία της σημαντικότερης βρετανικής πρεσβείας στον κόσμο –και ιδιαίτερα στον τρέχοντα πολιτικό χρόνο που ο Ντόναλντ Τραμπ αψηφά κάθε σταθερά της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης και της «ξεχωριστής σχέσης» μεταξύ Ουάσιγκτον και Λονδίνου– είναι σοκαριστικά άστοχη αλλά και δυνητικά επικίνδυνη.
Ο Στάρμερ κατάφερε να βάλει αυτογκόλ επιλέγοντας τον Μάντελσον για τη θέση του πρέσβη στην Ουάσιγκτον
Επιλέγοντας τον Μάντελσον, ο Στάρμερ άφησε τον εαυτό του ευάλωτο στη χειρότερη δυνατή κριτική που μπορεί κανείς να ασκήσει σε έναν πρωθυπουργό υπό πολιτική και δημοσκοπική πίεση: την απουσία της κριτικής ικανότητας, ώστε να ανταπεξέλθει σε συνθήκες κρίσης. Το φοβερό στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πως ο Μάντελσον είχε ήδη δώσει σαφή δείγματα γραφής αναφορικά με την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, έχοντας οδηγηθεί σε παραιτήσεις από κυβερνητικά αξιώματα το 1998 και το 2001 και γλιτώνοντας από ακόμα μία το 2009, καθώς είχε ήδη μεταβεί στη Βουλή των Λόρδων. Πρόλαβε πάντως να αλλοιώσει ακόμα περισσότερο τον ιδεολογικό μανδύα των New Labour, μαζί με τους Τόνι Μπλερ και Γκόρντον Μπράουν. Στην πράξη, επιλέγοντας τον Μάντελσον για τη θέση του πρέσβη στην Ουάσιγκτον, ο Στάρμερ κατάφερε να βάλει αυτογκόλ, και την ευθύνη γι’ αυτό τη φέρει αποκλειστικά ο ίδιος.
Η επιμονή εσωκομματικών και εξωτερικών αντιπάλων στην παραίτησή του, μετά από αυτό το κολοσσιαίο λάθος, ήταν προδιαγεγραμμένη – το ίδιο θα συνέβαινε σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση, οπουδήποτε στον κόσμο. Ανησυχητική όμως είναι η στάση των Βρετανών ψηφοφόρων, οι οποίοι δείχνουν απέναντι στον Στάρμερ την ίδια ακριβώς απάθεια που έδειχναν απέναντι και στους Ντέιβιντ Κάμερον, Τερέζα Μέι, Μπόρις Τζόνσον, Λιζ Τρας και Ρίσι Σούνακ. Η στάση τους παραπέμπει σε μια αντίληψη του τύπου: ας φύγει και βλέπουμε.
Η συντριπτική πλειοψηφία του βρετανικού εκλογικού σώματος εξακολουθεί να ζητά την παραίτησή του Στάρμερ
Αν το δει κανείς τεχνοκρατικά, μπορεί η επιλογή του Μάντελσον να ήταν απολύτως αξιοθρήνητη –όπως προφανώς ήταν και ο έλεγχος των λεγομένων του από το πρωθυπουργικό γραφείο αναφορικά με την αρρωστημένη, όπως φαίνεται, σχέση του με τον Τζέφρι Έπσταϊν–, όμως δύσκολα αυτή δικαιολογεί την άμεση απομάκρυνση του Στάρμερ από την Downing Street, ειδικά μετά την άμεση αντίδρασή του Βρετανού πρωθυπουργού στα δεδομένα που προέκυψαν από τον αποχαρακτηρισμό των αρχείων, αλλά και τις παραιτήσεις των άμεσων συνεργατών του, τις οποίες έκανε αμέσως δεκτές. Βέβαια, το γεγονός πως η συντριπτική πλειοψηφία του βρετανικού εκλογικού σώματος εξακολουθεί να ζητά την παραίτησή του, δεν οφείλεται στην αδιαμφησβήτητη οργή που έχει προκαλέσει η επιλογή του Μάντελσον, αλλά στη χρεοκοπία της νομιμοποίησης του ίδιου του αξιώματος του πρωθυπουργού στον διαβρωτικό κυνισμό της μετά-Brexit εποχής· από αυτή τη συνθήκη, κανείς δεν δείχνει πως μπορεί να επιβιώσει, καθώς η ομολογουμένως πρωτοφανής αστοχία της επιλογής Μάντελσον μετατρέπεται αυτομάτως σε υπαρξιακή κρίση για τη βρετανική κυβέρνηση.
Ο χρόνος που απαιτείται λιγοστεύει
Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει μετατραπεί σε ένα αυθεντικά παράξενο μέρος, ιδιαίτερα για όσους βρήκαν εκεί μια δεύτερη πατρίδα –είτε από επιλογή είτε από τύχη– και μπορούν να το συγκρίνουν με το σχετικά πρόσφατο παρελθόν του. Η υπόθεση Μάντελσον υποδεικνύει πως ο Στάρμερ δύσκολα θα αποφύγει το μέλλον των προκατόχων του. Οι τοπικές και περιφερειακές εκλογές του Μαΐου, όπου οι Εργατικοί αναμένονται να συνθλιβούν, πιθανότατα θα προκαλέσουν και την παραίτησή του, με τους επίδοξους διαδόχους του να βολιδοσκοπούν ήδη τις προθέσεις της συντριπτικά πλειοψηφούσας κοινοβουλευτικής ομάδας των Εργατικών.
Με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ έχει γαλουχηθεί στη συνείδηση των μέσων Βρετανών πως κανείς δεν μπορεί να τους ακούσει και να τους καταλάβει
Όμως, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί οι κοινωνικές δυναμικές στο Ηνωμένο Βασίλειο, όποιος και όποτε διαδεχθεί τον Στάρμερ στην Downing Street, πολύ δύσκολο να καταλήξει να αντιμετωπιστεί από το διχασμένο βρετανικό εκλογικό σώμα ως αναλώσιμος. Στον πυρήνα αυτής της συνθήκης βρίσκεται το χρέος που έρχεται να συλλέξει το Brexit δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ να έχει γαλουχήσει στη συνείδηση των μέσων Βρετανών πως κανείς δεν μπορεί να τους ακούσει και να τους καταλάβει. Την πίστωση του χρόνου που απαιτείται ώστε να «κάνουμε το Brexit να δουλέψει», όπως διεμήνυε προεκλογικά ο Στάρμερ, δεν θα την έχει κανείς, πόσο μάλλον ο ίδιος.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Τριπλό χειρουργείο για την Αμερικανίδα σκιέρ
Ανάλυση αποκαλύπτει έντονη στροφή του δισεκατομμυριούχου σε εθνικιστικά αφηγήματα και ακροδεξιό περιεχόμενο
Η Κάθι Ράμλερ, αποχωρεί εν μέσω αντιδράσεων για την αλληλογραφία της με τον Τζέφρι Έπσταϊν, την οποία αποκάλυψε πρόσφατα το Υπουργείο Δικαιοσύνης.
«Είναι η σημαντικότερη οπισθοδρόμηση» καταγγέλλουν περιβαλλοντικές οργανώσεις
Ο Νάιτζελ Φάρατζ, το διχασμένο βρετανικό εκλογικό σώμα και η στάση του απέναντι στον Κιρ Στάρμερ
Επιβλήθηκε απαγόρευση κυκλοφορίας στην πανεπιστημιούπολη
Η μητέρα της δημοσιογράφου αγνοείται από τις 31 Ιανουαρίου
Οι κακοπροαίρετες κραυγές από το εσωτερικό και η διατήρηση των «ήρεμων νερών»
Το ίνδαλμα του γαλλικού σινεμά στη δίνη ενός αστυνομικού θρίλερ με ερωτικές και πολιτικές διαστάσεις
Τα «ψηφιακά απομνημονεύματα» που αποκάλυψαν τη φρίκη
Οι αρχές συνεχίζουν να λειτουργούν με την εκτίμηση ότι «είναι ζωντανή»
Aντιπολιτευόμενοι μιλούν για υποκρισία
Εννέα ύποπτοι συνελήφθησαν σήμερα από τις γαλλικές αρχές
Είναι ο τρίτος υψηλόβαθμος αξιωματούχος που αποχωρεί τις τελευταίες ημέρες, στον απόηχο του σκανδάλου Μάντελσον ο οποίος ερευνάται για τις σχέσεις του με τονΤζέφρι Επσταϊν
Ο πρέσβης της Βρετανίας συζεί με 29χρονη ασκούμενη από την Ιταλία
Η αντίδραση από τοπικούς και ομοσπονδιακούς αξιωματούχους ήταν άμεση
Επεισόδιο σε πάρτι στο Σαν Φρανσίσκο μετά το Super Bowl
Η πρωτοβουλία του Λαϊκού Κόμματος θα κριθεί στις κάλπες - Κίνδυνος ρήξης με την ΕΕ
Το μήνυμα της γυναίκας που συγκλόνισε τη Γαλλία
Ο ιδρυτής της INEOS και βασικός μέτοχος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.