1821 Digital Gallery
H Καρδερίνα, Ντόνα Ταρτ: Το μυθιστόρημα για το οποίο μιλούν όλοι
ΤΕΥΧΟΣ 497

H Καρδερίνα, Ντόνα Ταρτ: Το μυθιστόρημα για το οποίο μιλούν όλοι

Μεγάλο βιβλίο, μέγιστες απολαύσεις
Παρουσίαση του βιβλίου H Καρδερίνα της Ντόνα Ταρτ εκδόσεις Λιβάνη

«Ο κόσμος θα έπρεπε να χωριστεί ανάμεσα σε όσους διάβασαν και σε όσους δεν έχουν διαβάσει την “Καρδερίνα”», είχε αποτολμήσει η Βικτόρια Χίσλοπ σε μια συνομιλία μας το καλοκαίρι, την περίοδο εκείνη που περίπου όλοι όσοι γνωρίζω δεν έμοιαζαν να νοιάζονται για τίποτε άλλο πέρα από το να ξεκοκαλίσουν το βιβλίο ή να το κουβεντιάσουν με το διπλανό τους.

Είναι τόσο σπουδαία η «Καρδερίνα» λοιπόν; Είναι πράγματι, τα πάντα ολόγυρα το πιστοποιούν: το βραβείο Πούλιτζερ, οι καθολικοί διθύραμβοι, η εξάντληση του υπερθετικού των επιθέτων από μέρους κριτικής και αναγνωστών, η ίδια η προθυμία του κοινού να κλείσει τις πόρτες στους περισπασμούς και να καταδυθεί σε ένα μυθιστορηματικό σύμπαν χιλίων σελίδων, σε μια εποχή που κανείς δεν σκοτίζεται να διαβάσει περισσότερες από δύο αράδες.

Είναι και κάτι στη φυσιογνωμία της Ντόνα Ταρτ που προκαλεί το θαυμασμό. Από το σεισμικό της ντεμπούτο το 1995 με τη «Μυστική Ιστορία», όταν η λιλιπούτεια φιγούρα από τον Μισισιπή ανακοίνωσε εν χορδαίς και οργάνοις την εκμαυλιστική της ευχέρεια με τις λέξεις, ως τον παροιμιωδώς ιδιότυπο εργασιακό της ρυθμό –παραδίδει περίπου ένα έργο ανά δεκαετία, πάντοτε δαιδαλώδες, έπειτα αποσύρεται σε κάποιο άδυτο απροσπέλαστο από τον ψηφιακό κόσμο– αυτή είναι μια συγγραφέας που διακατέχεται από πρωτοφανή άγνοια των κανόνων του μάρκετινγκ. Ή ίσως από μια πανούργα γνώση τους. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί μια μορφή δίχως όμοιο στο σύγχρονο λογοτεχνικό στερέωμα.

Η «Καρδερίνα» τη φέρνει ξανά κοντά μας, έπειτα από τον «Μικρό φίλο» του 2003. Η υπόθεση του βιβλίου καλύπτει τη ζωή του Θίοντορ Ντέκερ από το 13ο έως το 27ο έτος της ηλικίας του και διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη, το Λας Βέγκας και το Άμστερνταμ, όπου τον βρίσκουμε στο ξεκίνημα να αναζητά το όνομά του σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων εικονογραφημένα με περιπολικά και πηχυαίους χαρακτήρες που κραυγάζουν «φόνο» στα ολλανδικά, ενώ αυτός περνά τα Χριστούγεννα έντρομος και μόνος, περιμένοντας το κατηγορηματικό χτύπημα στην πόρτα καθώς «το χιονόνερο κροταλίζει στα τζάμια και ραντίζει το κανάλι… το χειμωνιάτικο φως διατηρεί την παγερή χλομάδα του 1943, της λιτότητας και των στερήσεων, του αδύναμου τσαγιού χωρίς ζάχαρη και του ύπνου με οδυνηρά άδειο στομάχι».

Σχετικα
Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, «Το κλίμα είμαστε εμείς»
Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, «Το κλίμα είμαστε εμείς»

image

Προτού μας εξηγηθεί οτιδήποτε περαιτέρω, μεταφερόμαστε 14 χρόνια πίσω και από την κατοχική ατμόσφαιρα σε ένα είδος απόλυτα σύγχρονης αιματοχυσίας, καθώς γινόμαστε μάρτυρες του χαμού της μητέρας του Θίο σε κρούσμα πολιτιστικής τρομοκρατίας στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Την ημέρα εκείνη κατά την οποία ο ανήλικος Θίο μένει ορφανός, γίνεται και κάτοχος του πλέον αγαπημένου της πίνακα. Η «Καρδερίνα» του Κάρελ Φαμπρίτσιους, μαθητή του Ρέμπραντ και δασκάλου του Βερμέερ, ο οποίος πέθανε στα 32 του όταν εργοστάσιο πυρίτιδας εξερράγη κοντά στο ατελιέ του, ήταν το έργο που η κυρία Ντέκερ δεν χόρταινε να ατενίζει, «ο πιο αξιόλογος πίνακας ενός από τους πιο σημαντικούς ζωγράφους της εποχής του, η οποία ήταν μια από τις πιο λαμπρές περιόδους της ζωγραφικής».

Το πώς περιέρχεται το ανεκτίμητο λάφυρο στα χέρια του νεαρού Θίο είναι μια ιστορία που δεν μπορεί να περιγραφεί χωρίς σπόιλερ, για αυτό και την προσπερνάμε. Μεγαλύτερη σημασία έχουν οι μεταλλάξεις που ο πίνακας επιφέρει στη ζωή του, καθώς αυτός περιφέρεται ανάμεσα σε προσωρινούς κηδεμόνες και αποπροσωποποιημένους τόπους, με τη μητρική απουσία να του ενσταλάζει μια μόνιμη αίσθηση αποξένωσης, ανήμπορη να ανακουφιστεί από στόχους, ελπίδες, σχέσεις. Με έναν ανικανοποίητο έρωτα να διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο και με μια επικίνδυνη φιλία που ενθαρρύνει την ενστικτώδη παραβατικότητά του, ο Θίο κατρακυλά στην ασύδοτη ναρκομανία και την απάτη – έκνομοι χαρακτήρες σε οριακές καταστάσεις, αυτό είναι το τερέν στο οποίο ανέκαθεν η Ντόνα Ταρτ μεγαλουργούσε.

Σχετικα
Για το βιβλίο της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ, «Δικά μου λόγια»
Για το βιβλίο της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ, «Δικά μου λόγια»

Οι αναφορές στο έργο του Ντίκενς είναι πρόδηλες, όχι μόνο ως προς τις μαξιμαλιστικές περιγραφές και την ηθική των ηρώων, αλλά ακόμη και στην ονοματοποιία – ποιον άλλο απόηχο θα μπορούσε να μεταφέρει το όνομα «Πίππα» παρεκτός του Πιπ και της Εστρέλα των «Μεγάλων Προσδοκιών;», ενώ σαφείς είναι οι νύξεις και στο «Έγκλημα και Τιμωρία».

Πέρα όμως από τις όποιες λογοτεχνικές φιλοφρονήσεις (κατά τόπους εξαπλώνονται μέχρι τη Τζ. Κ. Ρόουλινγκ) αυτό που παρασύρει σε ασύλληπτα ηδονικές αναγνώσεις είναι η αυξομείωση στο τέμπο και την ένταση, ο κλινικός χειρισμός μιας πρόζας τόσο δαιμονιώδους και μεστής, που σε κάνει κάθε τόσο να σταματάς για να κατρακυλήσεις την κάθε φράση στη γλώσσα σαν λαχταριστή καραμέλα, είναι η ατέρμονη διερεύνηση από μέρους της Ντόνα Ταρτ του σημείου εκείνου «όπου όλες οι επιφάνειες εφάπτονται και συγχωνεύονται για να προσφέρουν αυτό που δεν προσφέρει η ζωή: τέχνη, μαγεία και τη θεμελιώδη ανακολουθία της αγάπης». Είναι κρίμα ένα τόσο μεγάλο βιβλίο να διαβάζεται τόσο οδυνηρά γρήγορα, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5