Άγγελος Παπαδημητρίου
Άγγελος Παπαδημητρίου © Πηνελόπη Μασούρη
Θεατρο - Οπερα

O Άγγελος Παπαδημητρίου αφηγείται τη ζωή του με μοναδικό τρόπο

Η ζωή του σαν σκηνή – τώρα στη «Τζένη Τζένη» του Νίκου Καραθάνου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, μια αναμέτρηση με την κλασική ταινία της Φίνος Φιλμ
ego.jpg
Πηνελόπη Μασούρη
ΤΕΥΧΟΣ 995
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Άγγελος Παπαδημητρίου μιλάει για τα παιδικά χρόνια, τις ανατροπές, τη φιλοσοφία της τέχνης και τον ρόλο του στη νέα παράσταση του Δημήτρη Καραθάνου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Ο Άγγελος Παπαδημητρίου αφηγείται τη ζωή του σαν μια αδιάκοπη σκηνή: με μνήμες, εικόνες και ανθρώπους που τον διαμόρφωσαν, με ειλικρίνεια, χιούμορ και μια σπάνια αίσθηση ελευθερίας. Ο λόγος του είναι προσωπικός, βιωματικός, χωρίς φίλτρα — όπως και η τέχνη του. Και μέσα σε όλα, δεν ξεχνά να πει: «Αγαπώ πολύ την ATHENS VOICE, τον Γιάννη Νένε, όλη αυτή την παρέα, που δουλεύει πάντα από την καλή πλευρά της δημοσιογραφίας».

Άγγελος Παπαδημητρίου: Από την Κυψέλη στις Κάννες – η πορεία ενός ξεχωριστού καλλιτέχνη

Η παιδική μου ηλικία ήταν σαν όνειρο, γεμάτη υγεία, αγάπη και χαρά, γεμάτη εμπειρίες και δασκάλους που με σημάδεψαν, όπως η δασκάλα μου, η κυρία Λουίζα Μπάσδελη. Η οικογένειά μου με δίδαξε ήθος και διακριτικότητα.

Πριν από τον πόλεμο, το 1920, στην Αγία Ζώνη στην Κυψέλη, συγκεκριμένα στην οδό Ανάφης, η γιαγιά μου είχε κτήμα με πηγάδι και εξοχικό. Η γιαγιά μου από τη μεριά της μητέρας μου ήταν ιταλικής καταγωγής – Ρόκα το επώνυμό της. Μια φίλη, η Νάσα Παταπίου, κάνοντας έρευνα για τα ονόματα, βρήκε πως η οικογένεια συνδεόταν με τους Ντε Λα Ρους, παλιό «τζάκι» της Κύπρου από την εποχή των Σταυροφόρων. Η μητέρα μου όμως δεν μας τα έλεγε αυτά. «Για να μην πάρουν τα μυαλά σας αέρα», έλεγε. Να μη γίνουμε φαντασμένοι. Έτσι μεγαλώσαμε χωρίς έπαρση.

Όταν οι γονείς μου παντρεύτηκαν, πήγαν στο Κιάτο κοντά στα εργοστάσια, στη δουλειά του παππού. Εκεί μέναμε σ’ ένα δίπατο αρχοντικό του Τσίλλερ, κι η ζωή ήταν όνειρο. Δεν ήξερα τι θα πει δυστυχία ή αρρώστια. Ζούσα σ’ ένα σπίτι όπου όλοι ήταν νέοι, υγιείς, ωραίοι, αγαπημένοι. Εκεί, στον Κορινθιακό, σε μια έκταση έξι στρεμμάτων με εσπεριδοειδή, με τρεις υπηρέτριες με λευκές ποδιές, γλυκά του κουταλιού από τα φρούτα στο περιβόλι, γιορτές και τραπεζώματα στο μεγάλο σόι, η ευτυχία ήταν «μασίφ», κοβόταν με το μαχαίρι. Δεν υπήρχαν δράματα. Αργότερα κατάλαβα τον κόσμο.

Από παιδί, θυμάμαι, ήμουν σίγουρος για τον εαυτό μου και πίστευα στις δυνατότητές μου. Αν και ήμουν κοντός, δεν είχα κόμπλεξ ούτε ανασφάλειες για το σώμα μου. Εμπιστευόμουν το ένστικτο του πατέρα μου, που έλεγε «θα ψηλώσει». Και όντως σιγά σιγά ψήλωσα. Έχω δύναμη μέσα μου, αλλά όχι για να επιβάλλομαι· για να είμαι ευγενής, άφοβος, καλός. Η ζωή μου βασίζεται στην ακεραιότητα, στην προσπάθεια να μη βλάπτω κανέναν. Είμαι αυτάρκης και δεν χρειάζομαι την επίδειξη, νιώθω πλούσιος.

Την ανεξήγητη έννοια της «αύρας» (άουρα) που μου απέδωσαν τη συνδέω με τον πατέρα μου. Ήταν πρότυπο ήθους και ομορφιάς – ένα αριστούργημα. Είχε χιούμορ και αρχοντιά, σε σημείο κάποιοι να λένε πως με τέτοια ομορφιά δεν μπορεί να ήταν Έλληνας, ίσως Γιουγκοσλάβος ή Ελληνοαιγύπτιος. Ο Πανιάρας, ο Σπυρόπουλος, ο Σπανός, όταν είχαν έρθει στο σπίτι μας και τον είδαν είπαν πως δεν είχαν δει ωραιότερο άντρα. Ήταν σχεδόν υπερφυσικό. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά του, η καλοσύνη του. Ήταν πρότυπο άντρα εκείνης της εποχής. Θυμάμαι τα χέρια του, τα νύχια του, την καθαριότητά του. Ήταν αρσενικό, αλλά χωρίς καμία επιτήδευση. Και μου έκανε πολύ καλό αυτό. Τον είχα δει γυμνό όταν ήμουν έξι χρονών. Ήταν καλοκαίρι και πλενόμασταν μετά τη θάλασσα. Κάποιος του είπε: «Είσαι γυμνός μπροστά στο παιδί;». Κι ο πατέρας μου απάντησε: «Γιατί; Ό,τι είμαι εγώ είναι κι αυτός». Δεν υπήρχε ντροπή, δεν υπήρχε κόμπλεξ.

Με τον πατέρα μου δεν μπορούσες να τσακωθείς. Αλλά κι εγώ προσπαθούσα να είμαι καλός, να μη στενοχωρώ τους γονείς μου, να μη δημιουργώ προβλήματα. Ήμαστε καλά παιδιά ο αδελφός μου κι εγώ. Γενικά δεν κάναμε ανοησίες, κι άλλωστε το σπίτι δεν σήκωνε φασαρίες. Θυμάμαι μια φορά που πήραμε τους δίσκους της μητέρας μου, που τους είχε φέρει η γιαγιά μου από την Αμερική, και τους πετάξαμε απ’ το μπαλκόνι στη θάλασσα. Η μητέρα μου θύμωσε. Φοβήθηκα. «Τι κάνατε εκεί, βρε παλιόπαιδα;» έλεγε, και στον πατέρα μου: «Νίκο, δεν θα μαλώσεις τα παιδιά;». Αλλά ο πατέρας μου δεν μας μάλωσε! Ήμασταν τα «κούκλια» του.

Από τη δεκαετία του ’50 είχαμε ήδη αυτοκίνητα στην οικογένεια. Ο πατέρας μου ήταν εξαιρετικός οδηγός, προσπάθησαν να μάθουν κι εμένα. Ένας δάσκαλος που είχα, ο Χρυσός, μου είπε: «Δεν το ’χεις. Σου εύχομαι να έχεις πάντα λεφτά για ταξί». Και είχε δίκιο.

Η ζωή μου ήταν γεμάτη από τέχνη, μουσική και δημιουργικότητα. Είχα ταλέντο στη μουσική, έφτανα τρεις οκτάβες πριν αλλάξουν οι ορμόνες μου. Κι από τα 15 μου ζωγράφιζα καλά. Προκηρύχθηκε, λοιπόν, ένας διαγωνισμός από τη χούντα με θέμα «Τα καλά που κάνει η 21η Απριλίου στην Ελλάδα». Τρέχω εγώ, χαζό παιδί τότε, παίρνω μια κόλλα χαρτί κανσόν, ζωγραφίζω ένα ωραίο χέρι που κρατούσε ένα ποτιστήρι. Από το ποτιστήρι έπεφταν σταγόνες και η κάθε σταγόνα γινόταν άνθος πάνω στον χάρτη της Ελλάδας.

Στη Θεσσαλονίκη ένα τριαντάφυλλο, στην Πάτρα ένα άλλο λουλούδι… Και υπήρχε κι ένα σύμβολο με την 21η Απριλίου. Το πάω με καμάρι στον πατέρα μου. Το κοιτάζει και λέει: «Κοίτα το χέρι, κοίτα τα χρώματα…». Και ξαφνικά, όπως το κρατούσε, αρχίζει και το σκίζει κομμάτια. Μένω άναυδος, γιατί οι γονείς μου δεν είχαν καμία σχέση με τη βία, δεν σήκωναν τέτοια πράγματα. Μου λέει τότε ο πατέρας μου: «Μην ασχολείσαι μ’ αυτούς. Εσύ είσαι γεννημένος για μεγάλα πράγματα. Τι δουλειά έχεις μ’ αυτά; Μείνε μακριά». Το έλεγε όχι ως ειδικός, αλλά με το ένστικτο του πατέρα. Κι αυτό με σημάδεψε.

Όταν με τη σταφιδοπαραγωγική κρίση τα χάσαμε όλα, μαζί και το ονομαστό εργοστάσιο παραγωγής κορινθιακής σταφίδας, φύγαμε από το Κιάτο και μετακομίσαμε χωρίς μελοδραματισμούς σε ένα διαμέρισμα 90 τ.μ. στην οδό Σπετσών. Το άλμα από τα πλούτη στη φτώχεια ήταν τεράστιο, αλλά η οικογένεια Παπαδημητρίου το έκανε με αξιοπρέπεια. Ζήσαμε πολλά και ευτυχισμένα χρόνια μαζί. Με στήριζαν μέχρι την τελευταία στιγμή. Όλα για τον Άγγελο. Θυμάμαι, στα τελευταία του χρόνια ο πατέρας μου με αγκάλιαζε και μου έλεγε: «Παιδάκι μου, πώς έζησες έτσι; Πώς τα κατάφερες στη ζωή σου;».

Η Αθήνα, πριν καταστραφεί από την εξέλιξη, ήταν όμορφη. Ακόμα τη θυμάμαι όπως ήταν τότε – τους δρόμους, τα πάρκα, τις πλατείες, τη μουσική και τα τραγούδια. Στην πλατεία Ομονοίας υπήρχε μια φωτεινή επιγραφή με ένα παιδάκι που άνοιγε το στόμα του κι έπεφτε μέσα ένα χάπι. Φάνταζε στα μάτια μου σαν ένα μικρό καθημερινό θαύμα. Πηγαίναμε με τους γονείς μου στο Πεδίον του Άρεως. Θα ήμουν πέντε ή έξι ετών όταν τραγούδησα για πρώτη φορά στον Οικονομίδη. Ανάγκασα τη μητέρα μου να με πάει: «Θέλω να πάω να τραγουδήσω». Κι έκανα μια γύρα, λέγοντας το «μια γάτα μια φορά, κουνώντας την ούρα...»! Ήταν πολύ ωραία εμπειρία, μου έμεινε αξέχαστη.

Μεγάλωσα σε μια εποχή χωρίς τηλεόραση. Λαϊκό τραγούδι άκουσα πρώτη φορά στα δεκαπέντε. Στο σπίτι ακούγαμε Σοφία Βέμπο και όπερα. Είχαμε πικάπ με δίσκους 78 στροφών από την Αμερική – όπερες και ελληνικά τραγούδια, ακόμα και το «Νιάου νιάου, βρε γατούλα». Μεγάλους, βαρείς δίσκους, πριν έρθουν οι 33 και οι 45 στροφές. Η σκηνή και η μουσική έγιναν η ζωή μου.

Τραγούδησα και ρεμπέτικα και όπερα, ακόμα και Μαρία Κάλλας, με τον δικό μου τρόπο, πάντα με θάρρος δημιουργικό και πρωτοτυπία. Άνοιγα το τραγούδι, το ξανάφτιαχνα. Η φωνή μου και η έκφρασή μου με βοήθησαν να δημιουργήσω κάτι μοναδικό και να ξεχωρίσω. Με ηχογραφούσαν στο σχολείο· έγραφαν κριτικές για «τον μικρό Άγγελο Παπαδημητρίου, που μας κατέπληξε». Όταν «έπεσε» η φωνή μου στην εφηβεία, δεν το έβαλα κάτω. Είπα: θα τραγουδήσω μ’ αυτό που έχω.

Οι θείες μου είχαν μεγαλώσει δίπλα στη σπουδαία Μαρία Κάλλας. Θυμάμαι τις ιστορίες που μου έλεγαν για εκείνη και για τα παιδικά της χρόνια. Στην Αθήνα εκείνης της εποχής άκουγες πολλές παρόμοιες ιστορίες, οι μνήμες από την κατοχή ήταν ακόμα ζωντανές. Όμως τη σχολίαζαν με κακία· μια καλή κουβέντα δεν είχαν πει ποτέ. «Ήταν κακό κορίτσι», έλεγαν. Όταν παντρεύτηκε ο Ωνάσης την Τζάκι, ρωτάω τη θεία Πέπη: «Δηλαδή άφησε τη Μαρία και πήρε την Τζάκι;». Και μου λέει: «Άγγελέ μου, η Τζάκι είναι η Πρώτη Κυρία της Αμερικής. Η άλλη τι είναι; Μια τραγουδίστρια». Από αυτό το «μια τραγουδίστρια» κατάλαβα τι τραβούσε αυτό το κορίτσι στη ζωή του. Η σπουδαιότερη φωνή που ακούστηκε ποτέ στον κόσμο, κι όμως τη θεωρούσαν απλώς μια τραγουδίστρια!

Οι πλούσιες θείες μου δεν ήταν κακοί άνθρωποι. Αλλά να έχουν μεγαλώσει δίπλα στη Μαρία Κάλλας και να μη βλέπουν το θαύμα; Να μην παίρνουν χαμπάρι τι φαινόμενο είχαν μπροστά τους; Δεν γνώριζαν τη φήμη της, δεν την άκουσαν ποτέ να τραγουδάει. Παράλληλα, καταλάβαινα και τις δυσκολίες: Πολλές φορές το καλό που κάνεις δεν αναγνωρίζεται ούτε ανταμείβεται. Καλά λένε πως κανείς δεν γίνεται προφήτης στον τόπο του. Αλλά αυτές οι αναμνήσεις με δίδαξαν να εκτιμώ τις μικρές χαρές και τα καλά παραδείγματα γύρω μου. Σημασία έχει, κι όταν ακόμα κάποιος σου κάνει κακό, εσύ να κάνεις μια καλή πράξη ή να πεις μια καλή κουβέντα ως αντίπραξη. Αυτό έχει αξία.

Τα πρώτα βήματα στην τέχνη

Από τον Γιάννη Μαυροΐδη δέχτηκα επιρροές αλλά και την ώθηση να προχωρήσω. Ήταν αρχοντική παρέα. Αγαπούσε τη δουλειά μου. Ήμουν κάθε απόγευμα, ατελείωτες ώρες στο Κολωνάκι, στην Πλατεία Προσκόπων και συχνά στο σπίτι του. Εκεί μαζευόμασταν – η γυναίκα του, η κόρη του... μια μικρή αυλή φιλίας. Έκανε πορτρέτα, σχεδόν αποκλειστικά γυναικών. Άντρες ζωγράφιζε ελάχιστους. Κάποτε έκανε και το δικό μου. Το δούλευε και το ξαναδούλευε. Κι ύστερα το πέταξε.

Μου έλεγε «Είσαι σοφός άνθρωπος» και μετά: «Με κατέστρεψες. Θα πεθάνω γιατί δεν έκανα αυτό που έκανες εσύ. Πώς βρήκες το θάρρος να κάνεις αυτά τα πράγματα; Εγώ ήθελα να τα κάνω μια ζωή και δεν το τόλμησα». Ο μεγάλος Μαυροΐδης! Μου μιλούσε στον ενικό, με οικειότητα. Κι εγώ δεν μπορούσα να τον πω «κύριο Μαυροΐδη» ούτε «κύριο Γιώργο» ούτε τίποτα τυπικό. Δεν γινόταν. Φορούσα τα ρούχα του, δεν είχα αγοράσει ποτέ δικά μου. Μου έδινε τα πανάκριβα κοστούμια του. Ήταν πλούσιος, πράγματι.

Όταν πήγαινα στο Παρίσι, μου έλεγε γελώντας: «Μη φοράς τέτοια ρούχα, θα νομίζουν πως είσαι εκατομμυριούχος». Θυμάμαι, μια μέρα στο ατελιέ του έσβησαν τα φώτα. Ανάψαμε κεριά για να φύγουμε να πάμε στο σπίτι του – τις περισσότερες φορές εκεί καταλήγαμε· μας περίμενε φαγητό, κόσμος, γυναίκες, ζωή. Μου έδωσε ένα κηροπήγιο με αναμμένο κερί για να κατέβω τα σκαλιά. Το πήρα και αυθόρμητα έκανα μια κίνηση σαν να κρατούσα δαδί. «Πού το έμαθες αυτό;» μου λέει. «Εμείς ζήσαμε χωρίς φώτα. Ποτέ δεν κρατούσαμε έτσι το κερί. Οι καινούργιοι, άμα τους δώσεις κερί, το κρατούν σαν να είναι φακός». Η κίνηση είχε βγει από μόνη της. Τότε αναρωτήθηκα από πού, από ποια μνήμη;

Η Ελένη Βακαλό ήταν η μεγάλη μου τύχη. Κοντά της έμαθα να ξεχωρίζω την αληθινή τέχνη από την επιφανειακή. Αποφάσισα να πάω στη σχολή της μόλις τελείωσα το γυμνάσιο. Είχα τις αμφιβολίες μου, γιατί οι μαθητές της ήταν κυρίως κορίτσια και πλουσιόπαιδα. Μου έβαλε άσκηση να ζωγραφίσω μια πάπια κι επαίνεσε την καλλιτεχνική μου αντίληψη. Ήμουν συμμαθητής με τον Μπίλι Μπο, που ξεχώριζε από τότε για την απίστευτη ομορφιά του και την υπέροχη χαίτη του. Θυμάμαι να μου λέει γι’ αυτόν η Βακαλό, που λάτρευε τα ζώα και θεωρούσε το άλογο το πιο όμορφο. «Κοίτα τον, Άγγελε, είναι σαν άλογο». Ήταν αυστηρή αλλά δίκαιη και μας έμαθε να αντιλαμβανόμαστε τα όρια και την ουσία της δημιουργίας.

Άγγελος Παπαδημητρίου | 1970, δεκαοχτώ χρονών, λέω, μωρ΄ δε βγάζω μια φωτογραφία, να θυμάμαι αργότερα που θα γεράσω πόσο όμορφος ήμουν, που δεν θα με πιστεύει κανείς...
Άγγελος Παπαδημητρίου | 1970, δεκαοχτώ χρονών, λέω, μωρ΄ δε βγάζω μια φωτογραφία, να θυμάμαι αργότερα που θα γεράσω πόσο όμορφος ήμουν, που δεν θα με πιστεύει κανείς...

Άγγελος Παπαδημητρίου | 1970, δεκαοχτώ χρονών, λέω, μωρ΄ δε βγάζω μια φωτογραφία, να θυμάμαι αργότερα που θα γεράσω πόσο όμορφος ήμουν, που δεν θα με πιστεύει κανείς...

Πήγα στρατό για τρία χρόνια, ενώ κανένας από τους φίλους μου δεν πήγε· κανένας καλλιτέχνης. Δήλωναν στραβοί, κουτσοί, γκέι… Εγώ αποφάσισα να πάω και άνοιξε η τύχη μου. Στη θητεία μου στη Σάμο γνώρισα την κεραμική και τον Ρίτσο. Ήταν μια κομβική στιγμή στη ζωή μου. Έκανα κεραμικά για έναν χρόνο με τον Κοντορούδα, έναν λαϊκό τεχνίτη, και τη γυναίκα του, τη Μαρία. Ο Ρίτσος ήταν στη Σάμο, κι όταν η γυναίκα του είδε τα πρώτα μου τασάκια, ήθελε να τα κρατήσει για το ιατρείο της. Ακόμα και η κόρη του –καταπληκτική ποιήτρια– μου παρήγγειλε και της έφτιαξα ένα που έγραφε «Και αυτό θα περάσει».

Έφτιαχνα πράγματα για ανθρώπους που ήξερα, αλλά ποτέ με στόχο την αναγνώριση. Μετά τον στρατό γνώρισα τη κεραμίστρια Μαρίνα Χατζή και κατάλαβα ότι αυτό ήταν που έψαχνα. Από εκείνη πήρα υλικά, φούρνο, όλα όσα χρειάζονταν για να απογειωθώ. Ήμουν έτοιμος, γρήγορος, και τα γλυπτά μου έγιναν αντικείμενο θαυμασμού. Όλοι έλεγαν κάνε σίδερο, κάνε μέταλλο, αλλά εγώ τα έβγαζα από μέσα μου, γι’ αυτό και η δουλειά μου έκανε αίσθηση.

Η τέχνη είναι αέναη, δεν είναι κάτι συγκεκριμένο, κάτι που μαθαίνεται απέξω. Βγαίνει από το μέσα σου. Έχω αυτή τη βαθιά πεποίθηση κι αυτήν ακολούθησα, χωρίς στρατηγική καριέρας ή επιδίωξη προβολής. Ό,τι έκανα το έβγαλα από μέσα μου. Και είχα τεράστια αποθέματα. Πιστεύω στη μετεμψύχωση, το λέω και γελάω. Μερικές φορές σκέφτομαι: μήπως όλα έρχονται από πριν; Είχα μέσα μου ένα κοίτασμα τέχνης. Και μου βγήκε όλο. Ήξερα ότι δεν ήθελα να γίνω «κάτι», με την έννοια της καριέρας. Δεν θα μπορούσα ποτέ να βγάλω την ψυχή μου έξω από μένα για να την πουλήσω. Δεν το σκέφτηκα ποτέ. Δεν ήθελα να γίνω διάσημος ή να αποδείξω τίποτα· ήμουν σίγουρος για τον εαυτό μου και για την αξία μου. Αυτό μου έδωσε αυτοπεποίθηση και ηρεμία. Η επιτυχία ήρθε φυσικά και σταδιακά. Συνεργάστηκα με καταξιωμένους καλλιτέχνες, έκανα περιοδείες, συμμετείχα σε παραστάσεις και διακρίθηκα για τη δουλειά μου.

Σινεμά, θέατρο και αναγνώριση

Στις Κάννες πήγα δύο φορές με τον Πάνο Κούτρα. Με το «Ξένια» έφυγα με το βραβείο Β΄ Ανδρικού Ρόλου. Στο σινεμά, με τον Κούτρα έγινε κάτι χαρακτηριστικό. Στην πρώτη λήψη δεν ήμουν τόσο καλός όσο περίμενε. Του ζήτησα να το κάνω όπως ήθελα εγώ. Μου είπε «κάν’ το». Έτσι βγήκε, όπως είπε, η ωραιότερη σκηνή της ταινίας. Και ο Κώστας Κουτσομύτης – ένας άλλος κόσμος. Είπα ναι στο «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες» για να γνωρίσω τη Μαρινέλλα και τον Ξανθούλη.

Ήταν κάτι τρελό η Μαρινέλλα, πολύπλοκο, δεν ήταν όπως οι άλλες τραγουδίστριες, πολύ μοντέρνα. Ούτε η ίδια δεν το ήξερε, φαντάζομαι. Ο Γιώργος Λάππας μού είχε λατρεία, με πρότεινε στην επιτροπή για τη Βενετία· ήμουν 40 χρονών και δεν είχα ζητήσει τίποτα, ήθελα να περνώ τα χρόνια μου κάνοντας αυτό που αγαπώ. Δεν είχα κάνει θέατρο ακόμα.

Το θέατρο για μένα είχε τον ωραιότερο αέρα του κόσμου. Η Μελίνα Τανάγρη ήταν αυτή που μου άνοιξε την πόρτα του θεάματος. Μου είπε να πάω μαζί της σε μια περιοδεία. Από τη Θεσσαλονίκη, προτάθηκα στην Επίδαυρο. Η συνεργασία μου με τον Νίκο Καραθάνο, που μετράει χρόνια, ξεκίνησε στον Συρανό ντε Μπερζεράκ. Ο Ανδρέας Βουτσινάς με πήρε τηλέφωνο έναν χρόνο αφού με είχε δει να παίζω τον Μαλβόλιο στη «Δωδέκατη νύχτα». «Αν μου πείτε όχι, δεν το κάνω», μου είπε για τον ρόλο στις «Νεφέλες».

Με τον Βουτσινά ξαναδουλέψαμε. Μου έλεγε: «Πάρε το κείμενο, πήγαινε σπίτι σου και φέρ’ το πίσω». Με εμπιστευόταν. Ήξερε ότι θα το έφερνα έτοιμο, εικαστικά και θεατρικά. Έκανα τον Αττίκ σε σκηνοθεσία της Σοφίας Σπυράτου, τρεισήμισι ώρες παράσταση, με γεμάτο θέατρο κάθε βράδυ. Εκεί πήρα και βραβείο «Παναθήναια» για την Αθηναϊκή Επιθεώρηση. Ο Κώστας Παπαγεωργίου έγραψε πως «νομίζεις ότι πατάει πέντε εκατοστά πάνω από τη σκηνή, πως μισεί τα αστικά τραγούδια, αλλά όταν τραγουδάω εγώ, συλλαβίζω διαφορετικά τους ήχους». Αυτό ήταν το μεγαλύτερο βραβείο μου. Η αναγνώριση ήρθε με τη συμμετοχή μου στην Μπιενάλε της Βενετίας.

Δεν έπαιξα ποτέ με φόβο. Έκανα συνεχώς παραβάσεις, ανατροπές. Έτσι ήταν η ζωή μου: ανατροπές, χωρίς πλάτη, μόνο ρίσκο. Κουραστικό, αλλά αληθινό. Δεν έχω απωθημένα. Ό,τι ήρθε, ήρθε μόνο του. Η εμπειρία μου στη σκηνή με δίδαξε ότι η επιτυχία πηγάζει από την πειθαρχία. Κάθε έργο ήταν ένα μάθημα και μια ευκαιρία να δείξω την τέχνη μου με απόλυτη αλήθεια, με θάρρος και πάθος. Στη σκηνή, η παρουσία και η ενέργειά μου είναι αρκετές για να επικοινωνώ με το κοινό.

Η φυσικότητα, η πειθαρχία και η δημιουργικότητά μου με καθοδηγούν σε κάθε έργο, από τα εικαστικά μέχρι τη μουσική και το θέατρο. Κάθε εμπειρία, κάθε συνεργασία και κάθε συνάντηση με ανθρώπους που εκτιμώ, με βοήθησε να γίνω αυτό που είμαι σήμερα. Ένας συνδυασμός «βασιλικής» και «γύφτικης» φύσης, ένα μείγμα δύναμης και ελευθερίας διαμόρφωσε αυτό που είμαι. Από μικρός ένιωθα μέσα μου μια εκρηκτική ενέργεια, που με έκανε ευγενικό, σοφό και δημιουργικό.

Η αξία της μοναξιάς και το σταρ σίστεμ

Η μοναξιά χρειάζεται για να καταλάβουμε τον εαυτό μας, αλλά δεν πρέπει να γίνεται καταναγκαστική ή βαριά. Και έχει διαφορετική σημασία για τη γυναίκα και για τον άνδρα. Εγώ, ας πούμε, κάποιες περιόδους εισέρχομαι σε μια μοναξιά σχεδόν μοναστηριακή. Για τις γυναίκες αυτό δεν θα το συνιστούσα, γιατί έχουν άλλη συγκρότηση, άλλη φύση. Πάντως κάποια μορφή μοναξιάς τη χρειάζεται ο άνθρωπος. Μετά τα εξήντα ίσως και λίγο περισσότερο. Αρκεί αυτή να μη γίνει κατάθλιψη. Οι καλές σχέσεις με τους άλλους προϋποθέτουν, πιστεύω, μια καλή σχέση με τον εαυτό σου.

Κάποτε, όταν ήμουν πολύ νέος, ένας σκηνοθέτης μού είχε δώσει μια συμβουλή που δεν την ξέχασα ποτέ: «Να κάθεσαι πού και πού μόνος σου. Να αναρωτιέσαι: Ποιος είμαι; Τι θέλω; Να στέκεσαι γυμνός απέναντι στον εαυτό σου και να ψάχνεις από πού έρχεσαι και πού πας». Έτσι, σιγά σιγά ξεκαθαρίζουν τα πράγματα μέσα σου. Προσωπικά, αναζητούσα πάντα την καλή παρέα. Ήμουν κάθε βράδυ με ανθρώπους που είχαν κάτι να μου δώσουν. Τελευταία μου παρέα ήταν η Άσπα και ο Διονύσης Σαββόπουλος. Για χρόνια έψαχνα τέτοιες συντροφιές.

Η καθημερινότητά μου συνδέεται επίσης με τα ζώα. Θυμάμαι πως παλιά, αν κάποιος μου μιλούσε για ζώα, έλεγα «καλά, εντάξει». Είχαμε γάτες, είχαμε και σκυλιά, αλλά τότε τα σκυλιά δεν έμπαιναν ποτέ στο σπίτι. Έτσι είχαμε μάθει. Κι όμως, τώρα έχω ένα γατί που βρήκα εγκαταλειμμένο και τρομαγμένο στο πίσω μέρος ενός Νισάν Μίκρα κι άλλαξε τη ζωή μου στα εξήντα μου. Έχει ένα υπέροχο τρίχωμα, ιδιαίτερο χαρακτήρα, και μπορώ να πω με σιγουριά πως είναι το πιο ευτυχισμένο γατί στον κόσμο.

Είναι και μεγάλο νούμερο η Μίκρα! Παίζει σαν παιδί. Τρέχει, σκαρφαλώνει, κάνει σκανταλιές, μπλέκει σε περιπέτειες και πηγαίνει παντού μέσα στο σπίτι. Έχει απίστευτη ζωντάνια. Ζούμε μαζί σαν οικογένεια. Όταν μαγειρεύω, είναι εκεί. Όταν ετοιμάζω κρέας, εμφανίζεται αμέσως δίπλα μου. Με κοιτάζει σαν να λέει: «Θες να πάμε εκεί; Θες να έρθω μαζί σου;» Είναι συντροφιά, παρουσία, χαρά. Και τελικά, χωρίς να το περιμένω, έμαθα τι σημαίνει ν’ αγαπάς ένα ζώο πραγματικά. Όταν ο Καραθάνος με παρακάλεσε να πάω στην Αμερική με τους «Όρνιθες», σκέφτηκα τη Μίκρα, δεν θα την άφηνα ούτε για τα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου.

Για το σταρ σίστεμ του Χόλιγουντ, τι να πω; Όταν το βλέπω, είναι σαν να παρακολουθώ βασανισμένους ανθρώπους. Λυπάμαι. Μου δίνει την αίσθηση ότι πρόκειται για ανθρώπους που ταλαιπωρήθηκαν πολύ. Έκρυβαν τα αισθήματά τους, έκρυβαν τους έρωτές τους, ζούσαν κάτω από συνεχή πίεση. Η δόξα τρελαίνει. Με ξέρουν λίγο, κάποιους τους χαίρομαι, αλλά ταυτόχρονα ντρέπομαι και σκέφτομαι: είναι σαν ζώα σε κλουβί, σαν άγρια ζώα σε ζωολογικό κήπο. Τους λυπάμαι. Τους θαυμάζουν, τους χειροκροτούν, τους αποθεώνουν, κάποιοι μου αρέσουν πάρα πολύ ως καλλιτέχνες, αλλά μέσα μου υπάρχει μια λύπη.

Και τώρα η Ελλάδα γίνεται τόπος για ξένες, μεγάλες παραγωγές. Να πούμε τη μαύρη αλήθεια: όλα αυτά είναι μια τραγωδία. Μεγάλη τραγωδία. Όταν μια παράσταση απευθύνεται σε διακόσια ή τριακόσια άτομα, δεν είναι πια θέατρο με την ουσιαστική έννοια. Εκεί αρχίζουν άλλα πράγματα. Μπορεί ο χώρος να «ζει», να κινείται οικονομικά, αλλά αυτό δεν είναι καλλιτεχνία. Όπου γίνονται τεράστιες παραγωγές, συχνά απουσιάζει η τέχνη. Η τέχνη είναι πιο εσωτερική υπόθεση. Δεν συμμετέχω σε τέτοια. Δεν μου αρέσει να κατηγορώ κανέναν, ας υπάρχουν. Απλώς δεν είναι για μένα. Προτιμώ τα μικρά, τα πιο εσωτερικά πράγματα. Ίσως είμαστε τυχεροί εδώ, στη δική μας χώρα.

Άγγελος Παπαδημητρίου

Η παράσταση «Τζένη Τζένη», ανεβαίνει στις 23/4 στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραθάνου. Επαναπροσδιορίζοντας το λαϊκό θέαμα, ο σκηνοθέτης στρέφει το βλέμμα του στη μυθική πλέον αφήγηση των ελληνικών ταινιών του ’60 για την Ελλάδα του ατελείωτου καλοκαιριού, στην ομορφιά και την αφέλεια μιας αθωότητας που σήμερα μοιάζει εξωπραγματική. Μια παράσταση-θάλασσα αναμνήσεων, που μελαγχολεί για μια εποχή που έφυγε, αλλά γιορτάζει την αθανασία που της χάρισε η μεγάλη οθόνη. Ο Άγγελος Παπαδημητρίου, ως Ματίνα Σκούταρ, υπόσχεται δονήσεις υψηλής αισθητικής και συγκίνησης που με το μοναδικό του ταλέντο μόνο εκείνος μπορεί να προσφέρει.

• Προσωπικό φωτογραφικό αρχείο: Άγγελος Παπαδημητρίου
 Η φωτογράφιση έγινε στην Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων κατά τη διάρκεια της αναδρομικής έκθεσης «Μνήμες του βλέμματος» της ζωγράφου Μαρίας Κτιστοπούλου.

Δειτε περισσοτερα