Visual Browsing
ΤΕΥΧΟΣ 683

Μαρία Ευθυμίου: Η Νεάπολη μιλάει στην ψυχή μου

15 χρόνια ATHENS VOICE: Ζητήσαμε από 15 εμβληματικούς κατοίκους της Αθήνας να περιγράψουν μια περιοχή της πόλης, την πιο σημαντική στη ζωή τους

Η κυρία Μαρία Ευθυμίου τα τελευταία δέκα χρόνια έχει γυρίσει όλη την Ελλάδα και όλες τις γειτονιές της Αθήνας, διδάσκοντας αφιλοκερδώς Ιστορία τους Έλληνες. Αυτό που κάνει, λέγεται, κατά την άποψή μου, Λαϊκή Παιδεία. Επομένως, θέλαμε πολύ να μας πει για το δικό της αγαπημένο σημείο της πόλης, και κυρίως να το κάνει με τον δικό της μαγευτικό τρόπο να περιγράφει χώρους και χρόνους…

«Απ’ όλες τις γειτονιές της Αθήνας, εκείνη που μιλάει περισσότερο στην ψυχή μου είναι εκεί που έζησα τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου: η περιοχή της Νεάπολης, στο κέντρο της πόλης, στο διαμέρισμα της οδού Ιπποκράτους 93 όπου και εγκατασταθήκαμε ως οικογένεια όταν ήρθαμε από τη Λάρισα το 1962. Εκεί πήγα και στο Δημοτικό Σχολείο της οδού Μεθώνης, που σήμερα έχει γίνει ταβέρνα. Κατηφορίζοντας τον παράλληλο δρόμο της Μεθώνης, την Καλλιδρομίου, έφτανε κανείς στο Πεδίο του Άρεως. Στο πάρκο αυτό –που τότε ήταν ασφαλές, καθαρό και όμορφο– τελειοποίησα την ποδηλασία ως προς διάφορες εκτινάξεις, αναστροφές, φιγούρες και καμώματα στη μία ή τις δύο ρόδες. Εκεί, αργότερα, έμαθαν και τα παιδιά μου ποδήλατο, παράλληλα με το παιχνίδι που έκαναν στις αλέες του».  

Σ’ ένα παιδί, πώς φάνηκε η μετάβαση από τη Λάρισα στην Αθήνα, και μάλιστα στο κέντρο; Παρότι και στη Λάρισα κατοικούσαμε σε κεντρική περιοχή, η Αθήνα με εξέπληξε. Εντυπωσιάστηκα από τον Λυκαβηττό, την Ακρόπολη, τα Τουρκοβούνια και τους άλλους λόφους, μια και η Λάρισα είναι πεδινή και επίπεδη· από το πλήθος των οχημάτων· από τα πολλά φανάρια· από τα ταξί που στη Λάρισα ακόμη λειτουργούσαν με αμάξια και γραφικούς αμαξάδες. Η Μεθώνης, πάντως, έμοιαζε με τη Λάρισα γιατί ήταν ένας ήσυχος δρόμος κατάλληλος για το κρυφτό, το κουτσό και το κυνηγητό μας. Όπως και ο λόφος του Στρέφη που, τότε, ήταν φιλικός, τρυφερός και ασφαλής ώστε να φιλοξενεί κάθε μας δράση και ανάγκη – από τα παιχνίδια και τις παρέες μας, μέχρι τα ραντεβού και τα χτυποκάρδια μας.
Εντύπωση μεγάλη μού έκανε επίσης η επιβλητική κάθοδος των οπαδών του Παναθηναϊκού όταν, μετά τον αγώνα στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, διέσχιζαν κατά χιλιάδες, κάθε Κυριακή απόγευμα, την Ιπποκράτους, κινούμενοι προς την Ομόνοια για να πέσουν στα νερά του εκεί σιντριβανιού. Οι ομοβροντίες των συνθημάτων τους ακούγονταν ήδη από την Αλεξάνδρας και γίνονταν όλο και πιο καθαρές όσο πλησίαζαν προς εμάς. Φώναζαν συνθήματα κατά του Πειραιά, των οπαδών του Ολυμπιακού και των μανάδων τους, περιέφεραν φέρετρα του Ολυμπιακού και ξερίζωναν τα δενδράκια του δρόμου που τότε είχε δενδροφυτευθεί όπως και άλλες οδοί της Αθήνας. Ήταν η πρώτη μου επαφή με συμπεριφορές και λόγια που δεν είχαν ποτέ περιληφθεί στον κώδικα ανατροφής ενός καλομεγαλωμένου κοριτσιού μιας ευπρεπούς μεσοαστικής οικογένειας. 

Εσείς πού παίζατε ως παιδιά;
Κοντά στο σπίτι μας, προς τον Λυκαβηττό, στην οδό Ασκληπιού, υπήρχε το πάρκο του Αγ. Νικολάου Πευκακίων, όπου περνούσαμε πολλές ώρες σαν παιδιά. Εκεί, τα βράδια του καλοκαιριού, η μητέρα με πήγαινε σ’ ένα καφενεδάκι, στον περίβολο της εκκλησίας, που προσέφερε κορυφαίες απολαύσεις: γκαζόζα, πορτοκαλάδα, υποβρύχιο. Παράλληλα με τη γκαζόζα, είχα την ευκαιρία να κάνω τσουλήθρα στα πλατιά, μαρμάρινα, λεία πλαίσια των σκαλοπατιών του  Αγ. Νικολάου στα οποία έκανες καταπληκτικές καθόδους και τσαλίμια τρελαίνοντας, φυσικά, στην αγωνία, τους γονείς σου. 
Πίσω από την εκκλησία υπήρχε Παιδική Χαρά και, παραπίσω, το δημόσιο «σχολείο του Πικιώνη», ένα εμβληματικό κτίριο στο οποίο τα παιδιά μου έκαναν το Δημοτικό τους. Στα σκαλοπάτια του Αγίου Νικολάου, καθώς και στην Παιδική Χαρά έπαιξαν, εξάλλου, κι αυτά όπως κι εγώ. Όλα αυτά έχουν μετατρέψει τον χώρο του Αγίου Νικολάου σε τόπο ιερό για μένα μια και μέσα στην εκκλησία, ημέρα Κυριακή, πέθανε ανάβοντας κερί, από συγκοπή καρδιάς, ο πατέρας μου ενώ, αργότερα, εδώ παντρεύτηκα τόσο εγώ όσο κι ο αδελφός μου. Θα φανεί παράξενο αλλά ακόμα και η σημερινή εκκλησούλα –το παλιό κτίσμα στο πλάι του Αγίου Νικολάου που τότε ήταν γνωστό ως «οστεοφυλάκιο»– συμμετείχε ενεργά στη ζωή μου, αφού έκανα εκεί δύο τάξεις του εξατάξιου Γυμνασίου. Τα στοιβαγμένα κουτιά σε γωνιά του κτίσματος εμείς τα παιδιά τα θεωρούσαμε κυτία οστεοφύλαξης και τα λοξοκοιτούσαμε. Πάντως αυτό δεν τάραζε την κανονικότητα της διδασκαλίας ούτε και τη δικιά μας γαλήνη. Σαν μια άφατη μύηση στη βουβή εγγύτητα του θανάτου.

Σχετικα
Διονύσης Σιμόπουλος: Η δική μου Αθήνα
Διονύσης Σιμόπουλος: Η δική μου Αθήνα

Κάπου αλλού, όχι τόσο «διαφορετικά», κάνατε τάξεις του Γυμνασίου;
Ένα διάστημα κάναμε μάθημα σ’ ένα νεοκλασικό κτίριο δίπλα στο τότε Βαρβάκειο, πίσω από τον φράχτη του Γαλλικού Ινστιτούτου   – που μας έμοιαζε σπουδαίος γιατί αντιπροσώπευε τη Γαλλία. Το Ινστιτούτο είχε μεγάλο κήπο με κυπαρίσσια και κισσούς που έπεφταν προς την πλευρά του δικού μας κτιρίου θυμίζοντας Ευρώπη. Η ευρωπαϊκή εντύπωση επιτεινόταν από το γεγονός ότι πολύ κοντά στο Γαλλικό Ινστιτούτο ήταν η Γερμανική Εκκλησία και το κτίριο της Γερμανικής Κοινότητας της Αθήνας. Όλα αυτά έκαναν στα μάτια μου τη γειτονιά μου πολυπρόσωπη και πολυσήμαντη, ακόμα και όταν το Γυμνάσιό μου, το Ε΄ Γυμνάσιο Θηλέων, εγκαταστάθηκε τελικά στα Εξάρχεια, στην οδό Κωλέττη.

Έχει ενδιαφέρον να ακούσουμε την περιγραφή της περιοχής από την επτάχρονη Μαρία Ευθυμίου…
Όταν ήρθαμε στην Αθήνα, η Ιπποκράτους ήταν γεμάτη καταπληκτικά νεοκλασικά σπίτια τα οποία, όμως, γκρεμίζονταν για να αντικατασταθούν από πολυκατοικίες. Ο δρόμος ολόκληρος ήταν ένα εργοτάξιο. Θυμάμαι, ως παιδί, να περπατώ στην Ιπποκράτους και να σκοντάφτω σε αρχοντικές στριφτές εσωτερικές ξύλινες σκάλες και σε σκαλιστές πόρτες έτοιμες να φορτωθούν στα φορτηγά. Ήμουν μικρή, ωστόσο  η καρδιά μου σφιγγόταν συναισθανόμενη ότι συντελείται έγκλημα κατά της ομορφιάς. Όταν πρωτοεγκατασταθήκαμε στο διαμέρισμά μας, βλέπαμε, από τον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας μας τον Λυκαβηττό και την Ακρόπολη. Όμως, μέσα σε δυο-τρία χρόνια, δεν έβλεπες πια παρά μπροστινές ή οπίσθιες όψεις πολυκατοικιών.
Παράλληλα, βέβαια, στη δεκαετία του ’60, η Αθήνα συνταρασσόταν από γεγονότα βαριά. Οι διαδηλώσεις στην Ακαδημίας και την Πανεπιστημίου ακούγονταν μέχρι το σπίτι μας· τα συνθήματα για το Κυπριακό, για τα Ιουλιανά, για το 1-1- 4, για τον Πέτρουλα, για τον Λαμπράκη έμπαιναν, σαν ρυθμικός οργισμένος βόμβος, από τα παράθυρα του διαμερίσματός μας κατευθείαν στα τεντωμένα αυτιά μας. Ως παιδί εισέπραττα τη δύναμη και τη βαρύτητα των στιγμών και των γεγονότων χωρίς, φυσικά, να καταλαβαίνω ακριβώς το περιεχόμενο και το πλαίσιό τους. Ο αδελφός μου, αν και έφηβος, συμμετείχε σ’ όλα αυτά ενεργά. Θυμάμαι την αγωνία των γονέων μου για το πότε και σε ποια κατάσταση θα επέστρεφε στο σπίτι από τις διαδηλώσεις που καταστέλλονταν βίαια από την αστυνομία. Αγρυπνούσαν περιμένοντάς τον. Όταν έφτανε, ήταν, πολλές φορές, χτυπημένος από τα γκλομπς – πράγμα που με τάραζε πολύ. Γιατί, ως μεγάλος αδελφός, ήταν πολύ δυνατός στα μάτια μου για να τολμήσει κανείς να τον xτυπήσει.

Εκεί, στην Ιπποκράτους 93, αποφασίσατε τι θα ακολουθήσετε ως επιστήμη και διαβάσατε για τις εισαγωγικές εξετάσεις…
Ναι, σ’ αυτό το διαμέρισμα διάβασα πολύ και ποίηση και λογοτεχνία και Ιστορία. Διάβασα για το σχολείο, για τις εισαγωγικές του Πανεπιστημίου. Καθώς επέτυχα στη Φιλοσοφική Αθηνών, το σπίτι μας με εξυπηρέτησε πολύ γιατί απείχε από τη Σόλωνος ούτε δέκα λεπτά με τα πόδια. Παράλληλα, σπίτι και Πανεπιστήμιο με τοποθετούσαν χωρικά στο τρίγωνο των μεγάλων γεγονότων της δεκαετίας του 1970  (Νομική, Πολυτεχνείο, εντάσεις της Μεταπολίτευσης) βοηθώντας με να βιώσω μεγάλης σημασίας γεγονότα της πόλης και του τόπου. 

Αναρωτιέμαι, μετά από αυτή την περιγραφή, πώς μπορεί να ήταν η μέρα και η ώρα που φύγατε απ’ αυτό το σπίτι;
Όταν, στη δεκαετία του 1990, μετά από τριάντα χρόνια ζωής, φεύγαμε από την Ιπποκράτους για να εγκατασταθούμε στο Κουκάκι, αποχαιρέτησα το σπίτι και τη γειτονιά με αισθήματα ευγνωμοσύνης. Χαιρέτησα κάθε τμήμα του σπιτιού, γιατί σε κάθε του γωνιά είχα κάτι να προσκυνήσω. Στη συνέχεια, έφυγα χωρίς πίκρα. Τότε κατάλαβα ότι υπάρχει ένα στοιχείο του εαυτού μου που δεν γνώριζα μέχρι τότε: ότι είμαι, ως φαίνεται, καλή στους αποχαιρετισμούς. Αυτά που χρειάζεται να αποχαιρετήσω στη ζωή νομίζω ότι έχω τρόπο να τα αποδέχομαι και να τα τακτοποιώ μέσα μου, ώστε να μετατρέπονται σε πηγή δύναμης και όχι ακύρωσής μου.
Στην Ιπποκράτους έχω επανέλθει πια ως περιπατήτρια. Συχνά κοιτώ προς τα πάνω, προς το μπαλκονάκι του σπιτιού μας. Χωρίς θλίψη, παρά με γλυκιά αίσθηση νίκης. Γιατί το έζησα. Γιατί είναι ένα κομμάτι εμπειριών και αναμνήσεων που έχουν εγχαραχθεί μέσα μου, με διαμόρφωσαν και με πλούτισαν. Και που δεν μπορεί κανείς να μου τις πάρει.  

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5