Βιβλιο

Χαρούκι Μουρακάμι, «Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της»

Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Ψυχογιός

kyriakos_1.jpg
Κυριάκος Αθανασιάδης
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Χαρούκι Μουρακάμι, «Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της»

Νέοι τίτλοι που ξεχωρίζουν, προτάσεις που αξίζουν τον χρόνο σας, κείμενα για το βιβλίο και την ανάγνωση

Χαρούκι Μουρακάμι, «Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της» (μετάφραση Βασίλης Κιμούλης, 544 σελίδες, Εκδόσεις Ψυχογιός).

Η «Πόλη και τα αβέβαια τείχη της» είναι το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα του Χαρούκι Μουρακάμι και ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της ύστερης περιόδου του: αργό, εσωτερικό, χτισμένο πάνω στα μοτίβα που ο ίδιος επεξεργάζεται εδώ και δεκαετίες. Ένας… αυθεντικός Μουρακάμι.

Η αφετηρία είναι αρχετυπική για τον συγγραφέα: ένας άντρας θυμάται την πρώτη του αγάπη: ένα κορίτσι που του μιλούσε για μια περιφραγμένη πόλη, εκεί όπου ζει ο αληθινός εαυτός της. Χρόνια αργότερα, ο αφηγητής περνά σε αυτόν τον τόπο, όπου οι άνθρωποι αποχωρίζονται τη σκιά τους, τα όνειρα φυλάσσονται σε μια βιβλιοθήκη, ο χρόνος ακινητοποιείται, και η ζωή ορίζεται από ανεξήγητους κανόνες. Το έργο κινείται, έτσι, ανάμεσα στην απώλεια, τη μνήμη, την απομόνωση, και την ανάγκη του ανθρώπου να κατοικήσει έναν εσωτερικό χώρο που ταυτόχρονα τον προστατεύει και τον φυλακίζει.

Από όλο το έργο αναδίδεται η οικεία ατμόσφαιρα των πρόσφατων δημιουργιών του μεγάλου Ιάπωνα συγγραφέα: μοναχικοί άντρες, φευγαλέες γυναίκες, φυσικά γάτες, φυσικά μουσική, και φυσικά ασαφή περάσματα ανάμεσα στον ρεαλισμό και το όνειρο. Και βέβαια, ο Μουρακάμι επιμένει —με έναν παρήγορο και αγαπητικό τρόπο— στο κεντρικό του ερώτημα: πώς ζει κανείς όταν το καθοριστικό γεγονός της ζωής του έχει χαθεί πια ανεπιστρεπτί;

Η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση του μυθιστορήματος εντοπίζεται στη βιβλιοθήκη και στα όνειρα. Ο Μουρακάμι αντιμετωπίζει την ανάγνωση σαν επαφή με το απωθημένο μας ασυνείδητο. Τα όνειρα είναι αρχεία μιας εσωτερικής ζωής, και η βιβλιοθήκη ένα αποθετήριο εμπειριών. Και εδώ είναι που το βιβλίο αποκτά τη μεγάλη, μελαγχολική του δύναμη: μιλά για τη γνώση που δεν σώζει, για τη μνήμη που παγιδεύει, και για τον έρωτα που επιβιώνει χαράσσοντας μέσα μας το υπόμνημα μιας εσωτερικής γεωγραφίας. Άλλωστε, η εικόνα μιας κλειστής πόλης και μιας αγάπης που επιμένει ακριβώς επειδή έμεινε ημιτελής και αδικαίωτη είναι ένα δίδυμο που στοιχειώνει από πάντα τον ιδιαίτερο αυτό δημιουργό, με τους εκατομμύρια πιστούς ακολούθους όπου γης.

Και εδώ είναι που το βιβλίο αποκτά τη μεγάλη, μελαγχολική του δύναμη: μιλά για τη γνώση που δεν σώζει, για τη μνήμη που παγιδεύει, και για τον έρωτα που επιβιώνει χαράσσοντας μέσα μας το υπόμνημα μιας εσωτερικής γεωγραφίας

Η «Πόλη και τα αβέβαια τείχη της» είναι ένας βαθύς στοχασμός πάνω στην ηλικία, την απώλεια, και την ανάγκη μας να επινοούμε τόπους για όσα χάθηκαν. Πολύ όμορφο, και βαθιά συγκινητικό μυθιστόρημα που σε παίρνει μέσα του και σε αγκαλιάζει.

* * *

Αλλά είπαμε πολλά: δίνουμε αμέσως τώρα τον λόγο στον μεταφραστή του βιβλίου Βασίλη Κιμούλη, αφού τον ευχαριστήσουμε θερμά και από εδώ για την προθυμία και τον χρόνο του. Νά τι μας είπε:

Ο Χαρούκι Μουρακάμι ξαναπιάνει σε αυτό το μυθιστόρημα το αγαπημένο θέμα του, την αναζήτηση από τον ήρωα ενός νεανικού έρωτα, πέρα από τον χρόνο, και μέσα από παράλληλες πραγματικότητες. Είναι το έκτο βιβλίο του που έχω τη χαρά να μεταφράζω στα ελληνικά (από τα αγγλικά) και πιστεύω ότι μπορεί να διαβαστεί και σαν μια παραμυθένια επιτομή όλου του έργου του.

Πιο μαγικός, πιο λυρικός από ποτέ, σε μια αφήγηση που ρέει ανεμπόδιστα μέσα από μικρά, εναλλασσόμενα κεφάλαια, ο Μουρακάμι, απόλυτος κύριος των εκφραστικών του μέσων, μεταφέρει τους πρωταγωνιστές του από τον έναν κόσμο στον άλλο, απ’ τη μια εποχή στην άλλη, και παίζει συνειδητά με όλα τα αγαπημένα μοτίβα του, κλείνοντας συνεχώς το μάτι στους φανατικούς αναγνώστες του με σκηνές ανθολογίας. Το γνώριμο δίπολο πραγματικό-μη πραγματικό είναι εδώ κεντρικότατο, σαν να γιορτάζει ο συγγραφέας την εμμονή του, ενώ μετέωρο θα παραμείνει –φυσικά– το ερώτημα ποια πραγματικότητα είναι «πραγματική». Κι αν για μια στιγμή μάς αφήνει να ελπίσουμε ότι αυτή τη φορά η αναζήτηση της Γυναίκας μπορεί να έχει αίσιο τέλος, θα μας θυμίσει λίγο πριν κλείσουμε το βιβλίο ότι η πραγματικότητα είναι το ίδιο σκληρή από όποια μεριά των τειχών και αν ζεις.

Το γνώριμο δίπολο πραγματικό-μη πραγματικό είναι εδώ κεντρικότατο, σαν να γιορτάζει ο συγγραφέας την εμμονή του, ενώ μετέωρο θα παραμείνει –φυσικά– το ερώτημα ποια πραγματικότητα είναι «πραγματική»

Συγχρόνως, δεν παύει να δοκιμάζει, να πειραματίζεται, υφολογικά και δομικά, πάντοτε πιστός στις διαδρομές που ανακαλύπτει εκεί βαθιά –σε κάποιο υπόγειο, σπηλιά, τρύπα στο έδαφος, πηγάδι– όπου συνηθίζει να αποτραβιέται. Έτσι, και σε αυτό το μυθιστόρημα, τεστάρει τα όρια της συγγραφικής του μαεστρίας, αφού, όπως γράφει στο Επίμετρο του βιβλίου, «Η αλήθεια δεν βρίσκεται στην απόλυτη ακινησία, αλλά στην αδιάκοπη αλλαγή/κίνηση». Και αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση στη μετάφρασή του, το γεγονός ότι εναλλάσσει φωνές και πρόσωπα σε βαθμό που συχνά αναρωτιέσαι ποιος εαυτός μιλάει τώρα, αν πράγματι βρίσκεται στο τώρα και όχι στο χθες –παρόλο που, όπως λέει ο ήρωας, το γεγονός ότι ο χρόνος δεν υπάρχει, παραδόξως σημαίνει ότι υπάρχει άπειρος χρόνος–, κι αν, εντέλει, ο ήρωας «μιλάει» ή απλώς σκέφτεται δυνατά. Κάτι σαν ανεπίδοτος λόγος προς κάποιον ή, πιο σωστά, προς κάποια που δεν θα ξαναβρεί ποτέ.

Έτσι, και σε αυτό το μυθιστόρημα, τεστάρει τα όρια της συγγραφικής του μαεστρίας, αφού, όπως γράφει στο Επίμετρο του βιβλίου, «Η αλήθεια δεν βρίσκεται στην απόλυτη ακινησία, αλλά στην αδιάκοπη αλλαγή/κίνηση»

Γιατί στην «Πόλη και τα αβέβαια τείχη της» συναντούμε ξανά τον μοναχικό ήρωα που διαβάζει λογοτεχνία και ακούει τζαζ μουσική, αλλά και τη μυστηριώδη γυναίκα που –φυσικά– εξαφανίζεται· τους γνώριμους «εκκεντρικούς» δευτερεύοντες χαρακτήρες, από το φάντασμα του διευθυντή της βιβλιοθήκης που θυμίζει έντονα τον Κομεντατόρε («Σκοτώνοντας τον Κομεντατόρε»), μέχρι τη φιγούρα του Παιδιού με το Κίτρινο Υποβρύχιο που μας φέρνει στον νου κλασικούς ήρωές του από το «Νορβηγικό δάσος» μέχρι το «Κουρδιστό πουλί» και το «Ο Κάφκα στην ακτή». Και βέβαια, γι’ άλλη μια φορά, στη μουρακαμική σκηνογραφία κυριαρχούν οι τρύπες, τα υπόγεια και οι αναπάντεχες «πύλες» που οδηγούν στην άλλη μεριά της πραγματικότητας, η οποία, πιο απατηλή από ποτέ, δεν διαφέρει από το όνειρο.

Στο εξαιρετικά ενδιαφέρον (και ασυνήθιστο για τον ίδιο) Επίμετρό του, ο Μουρακάμι μάς εξομολογείται την ιστορία της συγγραφής του βιβλίου. Βασίζεται στη σύντομη, ομότιτλη νουβέλα που εξέδωσε το 1980 στο λογοτεχνικό περιοδικό Bungakukai, την εποχή που διηύθυνε ένα τζαζ μπαρ στο Τόκιο. Μια ιστορία που δεν εκδόθηκε ποτέ, ούτε στην Ιαπωνία ούτε στο εξωτερικό, αλλά που του είχε μείνει «σαν κόκαλο ψαριού στο δόντι», μέχρι που έφτασε η στιγμή να την ξαναγράψει (ή, όπως λέει ο ίδιος, «να την ολοκληρώσει») ως ώριμος πλέον συγγραφέας.

Μια ιστορία που δεν εκδόθηκε ποτέ, ούτε στην Ιαπωνία ούτε στο εξωτερικό, αλλά που του είχε μείνει «σαν κόκαλο ψαριού στο δόντι», μέχρι που έφτασε η στιγμή να την ξαναγράψει (ή, όπως λέει ο ίδιος, «να την ολοκληρώσει») ως ώριμος πλέον συγγραφέας

«Η συγγραφή μυθιστορημάτων είναι πρόκληση, η συγγραφή διηγημάτων είναι ευχαρίστηση», γράφει κάπου αλλού. Και είναι αλήθεια ότι από το ντεμπούτο του κιόλας εναλλάσσει σταθερά τη συγγραφή μυθιστορημάτων και διηγημάτων. «Μόλις ολοκληρώσω ένα μυθιστόρημα, νιώθω εξαντλημένος και θέλω να γράψω ένα διήγημα», λέει. «Και, μόλις μαζευτούν μερικά διηγήματα, αισθάνομαι ότι έχω τη δύναμη να αφοσιωθώ ξανά σ’ ένα μυθιστόρημα. Πρέπει να είσαι δυνατός για να κατέβεις στο σκοτάδι του μυαλού σου».

Η «Πόλη και τα αβέβαια τείχη της» ολοκληρώθηκε από το 2020 έως το 2023, ακριβώς σαράντα χρόνια μετά την πρώτη γραφή της, την εποχή της πανδημίας του Covid και του επακόλουθου εγκλεισμού, και ο συγγραφέας παραδέχεται ότι σίγουρα κι αυτό το γεγονός έχει διαμορφώσει με μυστικούς τρόπους το βιβλίο.

ΥΓ: Μαθαίνω ότι μόλις κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία το νέο του μυθιστόρημα, όπου για πρώτη φορά πρωταγωνίστρια και κεντρική αφηγήτρια είναι μια γυναίκα, η 26χρονη Κάχο.

Χαρούκι Μουρακάμι, «Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της»
  • Διαβάστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:

Όταν έκλεινα τα σαράντα πέντε μου, κι όχι πολύ αργότερα από αυτό το όχι και τόσο ευτυχές ορόσημο, έπεσα ξανά μέσα σε μια τρύπα. Ξαφνικά, χωρίς καμία προειδοποίηση. Όπως τότε, σε εκείνη τη φρικτή περίοδο γύρω στα είκοσι. Μόνο που αυτή τη φορά δεν έπεσα μέσα σε μια μεταφορική τρύπα, αλλά σε μια πραγματική τρύπα σκαμμένη στο έδαφος. Δε θυμάμαι πότε ή πώς έπεσα. Πιθανώς συνέβη πολύ απλά – έκανα ένα βήμα και δεν υπήρχε έδαφος κάτω από τα πόδια μου.

Όταν ξαναβρήκα τις αισθήσεις μου (πράγμα που σήμαινε ότι τις είχα χάσει), βρισκόμουν στον πάτο της τρύπας. Δεν πονούσα, οπότε ίσως να μην είχα πέσει τελικά. Μπορεί να με είχαν επιλέξει και να με τοποθέτησαν εκεί. Αλλά ποιος; Δεν είχα ιδέα. Όπως και να ’χει, το σώμα μου είχε μεταφερθεί πολύ μακριά από τον κόσμο στον οποίο βρισκόταν. Σε έναν τόπο πολύ, πολύ, πολύ, πολύ μακριά από την πραγματικότητα.

Ήταν νύχτα. Πάνω από την τρύπα διέκρινα ένα ορθογώνιο κομμάτι ουρανού. Άπειρα αστέρια έλαμπαν εκεί πάνω. Η τρύπα δε φαινόταν πολύ βαθιά. Μπορούσα να σκαρφαλώσω και να ξαναβγώ στην επιφάνεια. Αυτό με ανακούφισε. Όμως ήμουν εξαντλημένος, εντελώς εξουθενωμένος. Δεν άντεχα ούτε να σηκωθώ από το έδαφος. Δεν μπορούσα ούτε το χέρι μου να σηκώσω, ακόμα και το να ανοίξω τα μάτια μου ήταν άθλος. Το σώμα μου έμοιαζε έτοιμο να διαλυθεί. Ήμουν τόσο κουρασμένος – έκλεισα τα μάτια μου κι έχασα ξανά τις αισθήσεις μου, βουλιάζοντας σε μια βαθιά θάλασσα αφασίας.

Πόσος χρόνος πέρασε; Όταν άνοιξα τα μάτια μου, ο ουρανός ήταν ολόλαμπρος. Μικρά λευκά σύννεφα έτρεχαν στον άνεμο κι άκουγα πουλιά να κελαηδούν. Φαινόταν να είναι πρωί. Ένα ευχάριστο, ηλιόλουστο πρωινό. Και κάποιος είχε σκύψει πάνω από το χείλος της τρύπας και με κοιτούσε. Ένας μεγαλόσωμος άντρας με ξυρισμένο κεφάλι. Φορούσε μια παράξενη, πρόχειρη στολή με πολλαπλά στρώματα και κρατούσε κάτι που έμοιαζε με φτυάρι.

«Ε, εσύ εκεί!» φώναξε με μπάσα φωνή. «Τι γυρεύεις εκεί κάτω;»

Μου πήρε λίγη ώρα να καταλάβω αν ήταν όνειρο ή πραγματικότητα. Δεν έκανε ούτε κρύο ούτε ζέστη, ο αέρας μύριζε φρέσκο χορτάρι.

«Τι γυρεύω εδώ κάτω;» είπα επαναλαμβάνοντας τα λόγια του άντρα.

«Αυτό λέω κι εγώ. Σε ρωτάω».

«Δεν ξέρω», απάντησα. Η φωνή μου δεν ακουγόταν σαν τη δική μου. «Πού είναι αυτό το μέρος;»

«Εννοείς πού βρίσκεσαι ξαπλωμένος;» είπε ο άντρας εύθυμα. «Δεν ξέρω από πού ήρθες, αλλά μια φιλική συμβουλή – καλύτερα βγες από εκεί όσο πιο γρήγορα μπορείς, φιλαράκο. Αυτή είναι η τρύπα που ρίχνω μέσα τα θηρία, τα περιχύνω με λάδι και τους βάζω φωτιά».

  • Νά και το οπισθόφυλλο:

Όταν η κοπέλα ενός νεαρού άντρα εξαφανίζεται μυστηριωδώς, η καρδιά του ραγίζει. Αποφασισμένος να βρει τη φανταστική πόλη όπου υποψιάζεται πως έχει εγκατασταθεί η αγαπημένη του, ξεκινά μια αναζήτηση που διαρκεί μια ζωή, και οδηγεί τον άντρα σε μια περίεργη πόλη με τους δικούς της κανόνες και σε ένα ταξίδι ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο και σε έναν άλλο κόσμο. Εκεί οι άνθρωποι δεν έχουν σκιές, μονόκεροι περιπλανώνται και μεγαλώνουν ιτιές. Βρίσκει την κοπέλα του να εργάζεται σε μια διαφορετική βιβλιοθήκη – μια βιβλιοθήκη ονείρων. Εκείνη δε θυμάται τίποτε από την κοινή τους ζωή. Καθώς οι εποχές περνούν και ο άντρας δυσκολεύεται να διακρίνει τα ρευστά όρια ανάμεσα στους δύο κόσμους, καλείται να αποφασίσει τι είναι πρόθυμος να χάσει. Μια ιστορία αγάπης, μια αναζήτηση, ένας ύμνος στα βιβλία και στις βιβλιοθήκες που τα στεγάζουν. Ένα δεξιοτεχνικό μυθιστόρημα από έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της σύγχρονης λογοτεχνίας.

  • Και ένα μικρό βιογραφικό του συγγραφέα:

Ο Χαρούκι Μουρακάμι θεωρείται ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους συγγραφείς παγκοσμίως. Γεννήθηκε στο Κιότο το 1949 και παντρεύτηκε πολύ νωρίς, λίγο μετά τα είκοσι. Μαζί με τη γυναίκα του άνοιξαν ένα τζαζ κλαμπ στο Τόκιο με το όνομα Peter Cat. Ο Μουρακάμι αποδίδει την απόφασή του να γράψει σε μια παράδοξη στιγμή αιφνίδιας έμπνευσης κατά τη διάρκεια ενός αγώνα μπέιζμπολ. Παράλληλα με τη νυχτερινή εργασία του, εξακολούθησε να γράφει και να μεταφράζει μεγάλους Αμερικανούς συγγραφείς, αλλά στράφηκε αποκλειστικά στη συγγραφή μόνο μετά την τεράστια επιτυχία του μυθιστορήματος «Νορβηγικό δάσος», το οποίο έχει πουλήσει περισσότερα από 10.000.000 αντίτυπα σε όλο τον κόσμο και έγινε κινηματογραφική ταινία. Έκτοτε ο Μουρακάμι μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στην Ιαπωνία και τη Χαβάη, δουλεύοντας με πρωτοφανή συνέπεια τα μυθιστορήματά του. Αγαπάει ιδιαίτερα και έκανε κάποτε, μόνος του, τη διαδρομή του κλασικού μαραθωνίου της Αθήνας. Έχει τιμηθεί με τα βραβεία Franz Kafka, Jerusalem και Hans Christian Andersen, καθώς και με το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Ιαπωνίας, το Yomiury, ενώ βρίσκεται σταθερά ανάμεσα στους υποψηφίους για το βραβείο Νομπέλ.

Χαρούκι Μουρακάμι, «Η πόλη και τα αβέβαια τείχη της»

Βρείτε το στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας, ή όπου αλλού σάς αρέσει να προμηθεύεστε τα βιβλία σας.

* * *

Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ξένια Κούρτογλου
Ξένια Κούρτογλου: «Όταν περνάμε το τούνελ, νιώθουμε ότι δεν υπάρχει φως. Κι όμως, υπάρχει»

Με αφορμή το νέο της βιβλίο, «Το τούνελ», η Ξένια Κούρτογλου μιλά για τις απώλειες, τους χωρισμούς, τις ανατροπές της ζωής και την ψυχική ανθεκτικότητα, που μας βοηθά να ξανασταθούμε στα πόδια μας.

Βασίλης Καραποστόλης
Βασίλης Καραποστόλης: «Όταν παύουν τα αισθήματα, πληθαίνουν οι παραισθήσεις»

Με αφορμή το νέο του βιβλίο, «Η ανάγκη της εμψύχωσης», ο ομότιμος καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας μιλά για τη σύγχρονη εποχή της ψυχικής κόπωσης και της εσωτερικής παραίτησης.

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY