Βιβλιο

Γιώργος Ν. Πολίτης: Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας

Όταν η μνήμη διεκδικεί τα αστέρια ή τη σκουριά

Ζαχαρούλα Θεοδώρου
Ζαχαρούλα Θεοδώρου
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Γιώργος Ν. Πολίτης: Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας

Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας: Ο Γιώργος Ν. Πολίτης αφηγείται την επιστροφή όσων δεν ξεχάστηκαν ποτέ (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια)

«Του έρωτα μέγα κακό σπαράζεις τους ανθρώπους», έγραψε ο Ευριπίδης, πριν από περίπου 2.500 χρόνια, αποτυπώνοντας τη διττή φύση ενός συναισθήματος που μπορεί την ίδια στιγμή να ανυψώσει και να καταβαραθρώσει το άτομο, συμβάλλοντας στον μύθο της ανθρώπινης ψυχής άλλοτε ως χάρισμα και άλλοτε ως κατάρα. Στο νέο του μυθιστόρημα, Ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, ο Γιώργος Ν. Πολίτης επεκτείνει αυτήν την τραγική διαπίστωση, τοποθετώντας δίπλα στον έρωτα τη μνήμη και τη νοσταλγία: εδώ δεν είναι μόνο ο έρωτας που σπαράζει τους ανθρώπους, αλλά και η ίδια η ανάμνησή του. Η νοσταλγία παύει να αποτελεί μια ρομαντική επιστροφή στο παρελθόν, χάνοντας κάθε θεραπευτική και παρηγορητική ιδιότητά της· το άλγος κυριαρχεί ολοκληρωτικά του νόστου. Το παρελθόν επιστρέφει ως σκοτεινός, τιμωρητικός άγγελος, απαιτώντας από τους ήρωες να πληρώσουν το τίμημα για όσα άφησαν να χαθούν στη ματαίωση, για τις αλήθειες που έθαψαν κάτω από το χαλί της καθημερινότητας —οι οποίες αρνούνται πεισματικά να πεθάνουν. Εδώ οι χαρακτήρες καίγονται σαν τα ρωμαϊκά κεριά του Κέρουακ, αφήνοντας πίσω τους μια εκτυφλωτική αλλά και επικίνδυνη λάμψη.

Μπλάνκο και Μπεττίνα

Ένα cd του Bob Dylan που εδώ και χρόνια αναζητούσε τη θήκη του επανευρίσκεται από τον αφηγητή την περίοδο της πρώτης καραντίνας, κατά την πανδημία του Covid-19,και πυροδοτεί το μόνο είδος ταξιδιού που ήταν τότε εφικτό· το ταξίδι εντός του. Σε αυτό το iter memoriae του αφηγητή ξεπροβάλλει διαρκώς μια φωτογραφία —από αυτές που αποτυπώνουν πλήρως το νόημα του απαθανατίζω και δικαιώνουν κάθε έμπειρο φωτογράφο—, η οποία θα αποτελέσει κινητήριο μοχλό της αφήγησης και της αναδρομής. Στο κέντρο αυτού του φωτογραφικού κάδρου βρίσκεται ο Μπλάνκο, με το βλέμμα και το χαμόγελο του νικητή: «τροπαιοφόρος με τα μαλλιά ν’ ανεμίζουν και τη λευκή φόρμα με τις λέξεις Original Vagabond κεντημένες στο μέρος της καρδιάς». Αυθεντικός περιπλανώμενος, τρέχει διαρκώς για να ξεφύγει —μα στην ουσία για να αναμετρηθεί— από τα τραύματα της παιδικής του ηλικίας, τη φθορά και τη ματαίωση. Εκτός του κάδρου, υπεύθυνη, όμως, για αυτό το γεμάτο αυτοπεποίθηση βλέμμα και γενεσιουργός αιτία του χαμόγελου, στέκεται η Μπεττίνα: «η θηλυκή καταιγίδα της Γενεύης […] ένα άγαλμα με τα ομορφότερα μάτια στην πόλη».

Οι καλύτεροι του είδους τους, μαζί: «ο άντρας και η γυναίκα στο ζενίθ τους […] παλλόμενη πάλλουσα ζωή που ομορφαίνει τον πλανήτη». Θεωρείται ύβρις, άραγε, που δύο θνητοί τόλμησαν να διεκδικήσουν και να ενσαρκώσουν το απόλυτο; Όχι· η πραγματική ύβρις έγκειται στο γεγονός ότι άφησαν ο ένας τον άλλον να φύγει και εγκλωβίστηκαν στο «χωρίς». Έτσι, ο Μπλάνκο μετατρέπεται σε σύγχρονο Ορφέα που, αντί να παίζει λύρα, ξεδίνει οδηγώντας και η Μπεττίνα σε μια Ευρυδίκη φυλακισμένη στην καταχνιά ενός συμβατικού γάμου.

21 χρόνια μετά, οι δρόμοι τους διασταυρώνονται ξανά· γιατί έτσι συμβαίνει με τους μεγάλους, τους πολυθρύλητους, έρωτες, που έχουν εγγραφεί ανεξίτηλα στο συλλογικό ασυνείδητο: ο κόσμος αποδεικνύεται αρκετά μεγάλος για να κρυφτούν και αρκετά μικρός για να βρεθούν πάλι. Ακροβατώντας ανάμεσα σε καταπιεσμένες επιθυμίες και στα «αν» που θα είχαν διαμορφώσει αλλιώς τη ζωή τους, αναρωτιούνται αν μπορούν να υπάρξουν μαζί και ελεύθεροι, ατενίζοντας τα αστέρια, ως άλλοι stargazers, ή αν, τελικά, πάντα θα είναι αργά και «δεύτερη ζωή δεν έχει». Μόνο που στη συνάντησή τους αυτή, παραμονεύει, σχεδόν αόρατος, ο μαύρος άγγελος της νοσταλγίας. Αυτός είναι που θα αποφασίσει αν θα τους τιμωρήσει ή αν θα τους λυτρώσει· αν θα φέρει στο πεπρωμένο τους «διαμάντια» ή «σκουριά».

Αφηγητής

Παράλληλα, σε ένα δεύτερο επίπεδο, εκτυλίσσεται αριστοτεχνικά η ιστορία του ίδιου του αφηγητή. Η παρουσία του είναι κομβικής σημασίας, καθώς αυτός αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο τότε και το τώρα, γεφυρώνοντας όχι μόνο το παρελθόν και το παρόν των ηρώων, αλλά και δύο κόσμους που παλεύουν στη συλλογική μνήμη: αυτόν της επίπλαστης ευτυχίας των δεκαετιών του ’80 και του ’90, και εκείνον της δυστοπικής πραγματικότητας των μνημονίων και της πανδημίας. Λίγα γνωρίζουμε για εκείνον, μα αυτό είναι που τον καθιστά, τελικά, έναν από εμάς: χωρίς το μυθικό βάρος των δύο πρωταγωνιστών, ο ανώνυμος αυτός αφηγητής λειτουργεί ως ο ιδανικός καθρέπτης του αναγνώστη. Είναι αυτός που κοιτάζει το απόλυτο ζευγάρι με τον ίδιο θαυμασμό που θα το κοιτάζαμε και εμείς, είναι τα μάτια και τα αυτιά μας μέσα στην ιστορία. Έτι περαιτέρω, η ανάγκη του να δραπετεύσει από την απομόνωση της καραντίνας μέσω των αναμνήσεων, ανοίγοντας ένα ντοσιέ μεταφοράς cd, καθρεφτίζει τη δική μας ανάγκη να ανασύρουμε το παρελθόν για να αντέξουμε το παρόν. Δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία, αλλά συλλέγει διάσπαρτα θραύσματα της καθολικής μας μνήμης και μας αναγκάζει ασυνείδητα, σχεδόν αθόρυβα, να ξεκινήσουμε τη δική μας προσωπική και εσωτερική αναδρομή.

Η αρχιτεκτονική των χαρακτήρων και η μουσικότητα της νοσταλγίας

Η μεγαλύτερη αρετή του μυθιστορήματος εντοπίζεται στο ψυχογραφικό του βάθος. Ο συγγραφέας αποφεύγει τις ασπρόμαυρες σχηματοποιήσεις, προτιμώντας τις γκρίζες ζώνες των ηρώων του και διαχειριζόμενος άψογα τις επιθυμίες, τις ματαιώσεις και τις ενοχές τους. Ο αναγνώστης δεν διαβάζει απλώς· συμπάσχει, συν-κινείται, γίνεται συνοδηγός στην Carrera του Μπλάνκο και βάζο που φιλοξενεί τα κρίνα stargazer, μάρτυρας του απόλυτου έρωτα και της ανάγκης των δύο πρωταγωνιστών για λίγο ουρανό —και το σημαντικότερο: δεν ζηλεύει, ούτε φθονεί, αλλά νιώθει ευτυχής που υπήρξε θεατής τέτοιας και τόσης ομορφιάς. Οι περιγραφές, ζωντανές και καθόλου κουραστικές, παρασύρουν τον αναγνώστη σε ένα ιδιότυπο λογοτεχνικό road movie, το οποίο —όπως κάθε road movie που τιμά το είδος του— συνοδεύεται από εξαιρετικές μουσικές αναφορές. Ακόμα και η ορολογία των αυτοκινήτων δεν ξενίζει τον μη μυημένο —δεν έχει σημασία αν γνωρίζει ακριβώς τι είναι οι βαλβολίνες—, αντιθέτως ρέει μέσα στο κείμενο, ενοποιώντας τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και τη μουσική σε μια ενιαία αισθητική εμπειρία.

«Αν λες ιστορίες, τότε το μοναδικό σου καθήκον είναι να λες ιστορίες», σημειώνει ο Μάρτιν ΜακΝτόνα στον Πουπουλένιο. Στον Μαύρο άγγελο της νοσταλγίας, ο αφηγητής γράφει την ιστορία του Μπλάνκο και της Μπεττίνας για να αποδεσμευτεί από τα φαντάσματα του παρελθόντος —και ίσως έτσι πρέπει να γίνεται με τα φαντάσματα: να τα κερνάμε μία ακόμα κούπα καφέ, προτού κατέβουμε μαζί τους στην κοιλάδα της ενδοσκόπησης· να τα διοχετεύουμε μέσα στη λογοτεχνία μέχρι να λιώσουν, μέχρι, καθαροί πια, να έχουμε επανεφεύρει τον εαυτό μας.

* Ο Γιώργος Ν. Πολίτης είναι Καθηγητής Κοινωνικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σπούδασε δημοσιογραφία και φιλοσοφία στην Ελλάδα και τη Βρετανία. Συνεργάστηκε με εφημερίδες, περιοδικά και τηλεοπτικές εκπομπές. Ο Μαύρος άγγελος της νοσταλγίας είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του. Προηγήθηκε το Μπαρούτι και μέλι (2008).

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ξένια Κούρτογλου
Ξένια Κούρτογλου: «Όταν περνάμε το τούνελ, νιώθουμε ότι δεν υπάρχει φως. Κι όμως, υπάρχει»

Με αφορμή το νέο της βιβλίο, «Το τούνελ», η Ξένια Κούρτογλου μιλά για τις απώλειες, τους χωρισμούς, τις ανατροπές της ζωής και την ψυχική ανθεκτικότητα, που μας βοηθά να ξανασταθούμε στα πόδια μας.

Βασίλης Καραποστόλης
Βασίλης Καραποστόλης: «Όταν παύουν τα αισθήματα, πληθαίνουν οι παραισθήσεις»

Με αφορμή το νέο του βιβλίο, «Η ανάγκη της εμψύχωσης», ο ομότιμος καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας μιλά για τη σύγχρονη εποχή της ψυχικής κόπωσης και της εσωτερικής παραίτησης.

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY