- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Καλλιστεία: Ο Μανώλης Μελισσάρης μυθιστορεί ένα γεγονός της Glad to be gay Θεσσαλονίκης του Μεσοπολέμου
Ένα αναγνωστικό διαμαντάκι
Καλλιστεία: Το βιβλίο του Μανώλη Μελισσάρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος, αφηγείται μυθιστορηματικά ένα αληθινό γεγονός της Θεσσαλονίκης του Μεσοπολέμου
1929. Η Ένωση Συντακτών διοργανώνει τον πρώτο διαγωνισμό ομορφιάς για γυναίκες στη Θεσσαλονίκη. Το ίδιο βράδυ μια παρέα γκέι παρενδυτικών ανδρών στήνει τα δικά της καλλιστεία σε μια ταβέρνα της Καμάρας. Τα αγόρια που γούσταραν να κυκλοφορούν σαν κορίτσια, σύχναζαν εκεί, στην ταβέρνα του «Κουφού», γνωστή από τα «λαογραφικά» βιβλία του Κώστα Τομανά, που με το έργο του διέσωσε ένα μεγάλο κομμάτι της θεσσαλονικιώτικης αστυγραφίας. Για το ίδιο συμβάν του παρενδυτικού διαγωνισμού ομορφιάς κάνει λόγο και ο Μαζάουερ στη «Θεσσαλονίκη των Φαντασμάτων», ενώ διοργανωτής της queer βεγγέρας του 1929 ήταν η Σιμωνέτα. Σίμος στο αλλιώτικο, επιδέξιο χέρι στην κατασκευή παπουτσιών, που έμαθε την τέχνη στο τσαγκαράδικο ενός Μουσταφά, όπως τον μνημονεύει ο Μανώλης Μελισσάρης στα «Καλλιστεία» του.
«Ψωνίζονταν απέξω απ’ τα στρατόπεδα και τις λέσχες των αξιωματικών, οι περισσότεροι κρυφοπούστηδες οικογενειάρχες που τις γαμούσαν στα ερείπια και στις μυστικές γκαρσονιέρες, δεν μισούσαν ούτε αυτές ούτε τον εαυτό τους, τα φουστάνια τα φορούσαν μέρα μεσημέρι στην αγορά, στο λιμάνι, στην παραλία».
Αναβιώνοντας μυθιστορηματικά τη μνήμη και το χρονικό των αληθινών περιστατικών, με τα queer καλλιστεία να τελούνται μεγαλοπρεπώς στην ταβέρνα του «Κουφού» (ένα πρώιμο γουορχολικό Factory με ολίγη από Studio 54 καταμεσής του Μεσοπολέμου), ενώ τα απέναντι «θεσμικά» διαδραματίζονται στο μεγαλοαστικό ξενοδοχείο «Μεντιτερανέ», ο Μελισσάρης κότσαρε δίπλα στην αληθινή Σιμωνέτα και έναν γαλαξία από υπέροχα επινοημένα πλάσματα, που στα χέρια του πρώιμου Αλμοδόβαρ της πανκ ροκ movida φάσης άνετα θα μπορούσαν να φιλμαριστούν επικά: η Στραφτάλω, η Κασσάνδρα, ο Κιουτσούκης, το εργατόπαιδο, που έπρεπε να κρύβει τη σεξουαλικότητά του για να μην τον κακολογήσουν στο γιαπί τα φασιστοειδή της Τρία Έψιλον, ο μεγαλοαστός έκφυλος Ζαργάνας, ο ντελικάτος Δαβίδ, οι φεμινίστριες που εξέδιδαν την «Εφημερίδα των Γυναικών», όπως και πλείστοι άλλοι/ες, στα «Καλλιστεία» αποτείνουν φόρο τιμής στην οικουμενική και πολυπολιτισμική μητρόπολη του Μεσοπολέμου. Γιατί τέτοια ήταν η Θεσσαλονίκη και έτσι απελευθερωτικά και ηδονιστικά την καδράρει ο Μελισσάρης.
Όμως το «μαύρο» προετοιμάζεται να εισβάλει. Το παγκόσμιο Κραχ, η εσωτερική φτώχεια, οι εκατοντάδες χιλιάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες που η εγκατάστασή τους δεν έγινε δεκτή μετά βαΐων και κλάδων, το ταραγμένο προλεταριακό (ορθόδοξοι κομμουνιστές της Μόσχας λεπιδιάζονται με τους αρχειομαρξιστές του Τρότσκι μέρα μεσημέρι στην Υφανέτ και τα καπνεργοστάσια της Σταυρούπολης), συν φυσικά το ακροδεξιό λουμπεναριάτο που ανδρώνεται και λίγα χρόνια αργότερα θα κάψει τον εβραϊκό οικισμό Κάμπελ, φιλοτεχνούν ένα ταραγμένο αστικό φόντο.
Την ύπαρξη της αληθινής Σιμωνέτας/Σίμου, τεκμηριωμένα, την γνωρίζουμε και από τον Γιώργο Ιωάννου. Την αναφέρει στο «Δικό μας αίμα», τα πεζογραφήματα που εξιστορούν την πυκνή ατμόσφαιρα και τις περιπέτειες/περιηγήσεις/περιπλανήσεις και αναμνήσεις του από εκείνη τη Θεσσαλονίκη των μυρίων κόσμων. Ο Μελισσάρης την τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησης, άλλωστε χάρις στο πείσμα, τον ακτιβισμό και το φελινικό της χιούμορ, το βιβλίο παίρνει μπρος και απογειώνεται:
«Και ξαφνικά γέμισε ο τόπος χωροφύλακες και παπάδες που έκαναν κουμάντο, που διέταζαν πώς θα ζήσεις και πώς θα πεθάνεις, και στράγγιζε από χαρά η πόλη. Τρανότερη απόδειξη τα ρημαδοκαλλιστεία, που η Μεταξίδου θα σκηνοθετούσε Ακολουθία των Παθών, να μπαίνουν οι διαγωνιζόμενες διάκοι από τα παραπόρτια και να βγαίνουν από την Ωραία Πύλη να πουν το κομμάτι τους, το “Μεντιτερανέ” βαρύ, πένθιμο μοβ, η μουσική ρέκβιεμ, οι παρευρισκόμενοι όλο ευγενικές αβρότητες αλλά από μέσα τους ψιθυριστά φτυσίματα, μαστιγώματα, κοροϊδίες, εξευτελισμούς, χτυπήματα, ακάνθινο στεφάνι, σταύρωση, ταφή σε μνήμα με τοίχους γκριζόμαυρα κοστούμια.
Όλα σε λίγο θα ήταν αγνώριστα, αυτό καταλάβαινε η Σιμωνέτα, και γνώριζε καλά ότι η ιστορία της ζωής του καθενός είναι οι ζωντανότερες αναμνήσεις του. Πώς θα θυμόταν, λοιπόν, τον εαυτό τους τη στιγμή πριν από τον γκρεμό; Θηράματα κρυμμένα σε λαγούμια; Κίναιδους, παρίες, παρείσακτους, τέρατα, αποκριάτικη παράτα;»
«Τι πάθατε όλες; Που θα βάλουμε εμείς μαύρες πλερέζες επειδή δεν μας αφήνουν να πάμε στις ψωροεσπερίδες τους, ή θα τους παρακαλάμε για τα ψίχουλά τους. Να πάνε να γαμηθούνε να γίνει ο κώλος τους σπηλιά και το μουνί τους λίμνη. Να πα’ να πιει ο ένας του άλλου το αίμα, οι βρυκολάκοι, που βρωμάει η ανάσα τους σκατά και κουφάρια. Να μπουκωθούν οι μυξοπαρθένες τα σφυροδρέπανα και να κάνουν γαργάρα τα κηρύγματα με το ψωλόχυμα του Τρότσκι μην τους κάτσουν στο λαιμό. Να παραχωθούν τα φαντάσματα, που, αν δεν τα ταΐσεις τσάμπα, είσαι τάχα μου προδότης, σε τάφο βαθύ μ’ όσους τουφέκισαν.
Τους ζητήσαμε εμείς να γίνουμε παρέα; Αυτοί έρχονται και χώνουν τις μύτες τους στις κωλοτρυπίδες μας σαν σκυλιά. Δεν τους αρέσει η μυρωδιά; Να μυρίσει ο ένας τον κώλο του άλλου. Αλλά δεν το μπορούν να μας έχουν μεταξύ τους. Που θα τους κάνουμε τη χάρη να γλεντάμε καθωσπρέπει, να γελάμε καθωσπρέπει, να γαμιόμαστε καθωσπρέπει, να ντυνόμαστε καθωσπρέπει, να ζούμε κατά πώς προστάζουν ο παπάς και ο παράς. Κι όλη την πόλη να κατακτήσουν κι αυτοί όπως έκαναν κι οι άλλοι, εμάς δεν θα μας πάρουν».
Το ακροατήριό της περίμενε άλαλο ν’ ακούσει πού το πήγαινε. Η Σιμωνέτα σηκώθηκε, ίσιωσε την πλάτη της, άπλωσε τα χέρια, η πορφυρή φθορά στους αγκώνες της κι ο οξύς πόνος στα γόνατά της, σημάδια του Μπαρούτ Χανέ, και ήταν τα μανίκια της φτερά.
«Θα κάνουμε τα δικά μας καλλιστεία», είπε».
Για την ιστορία, η Σιμωνέτα πέθανε στην Κατοχή. Λίγο αργότερα έφυγε και η επιστήθια φίλη της- συνηρωίδα των «Καλλιστείων», Πατρίκα, που μαράζωσε από το φευγιό της.
Συνδιαλεγόμενο με τον «Ήλιο με ξιφολόγχες» του Σκαμπαρδώνη, τον Ιωάννου στο «Δικό μας αίμα», τον Κοροβίνη του «Κανάλ ντ’ αμούρ» και το «Παρτάλι» του Θόδωρου Γρηγοριάδη, στο μυαλό μου έρχονται και άλλα αντίστοιχα «καλλιστεία», σαν εκείνα που διοργάνωνε η Αλόμα στον Έσπερο, ο Ηρακλής Δούκας στο τιμημένο «Μπανάλ» και τα «κορίτσια» που τραγουδούσαν στο «Σεχραζάτ» Βαρδαρίου. Κοινότητες της δεκαετίας του ’80, που κανείς τους τότε δεν φανταζόταν ότι κάποτε, σήμερα, τώρα, θα τις δοξάζουμε σαν θρύλους. Το βιβλίο του Μελισσάρη είναι ένα αναγνωστικό διαμαντάκι και όσοι επιθυμείτε να κοινωνήσετε μια αφήγηση με έντονα χορογραφημένα συναισθήματα, τα αληθινά αλλά και τα επινοημένα γεγονότα που παρελαύνουν στη ροή του θα σας συναρπάσουν. Εγγυημένα πράγματα και σχετικά με το «Glad to be gay» του τίτλου, είναι δάνειο από το ομότιτλο τραγούδι του Tom Robinson, που έπαιζε συνεχώς μέσα στο κεφάλι μου καθ’ όλη την διάρκεια της ανάγνωσης.
Ο Μανώλης Μελισσάρης γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε νομικά. Κατόπιν, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην εγκληματολογία και την κοινωνιολογία δικαίου και εκπόνησε διδακτορική διατριβή στη φιλοσοφία του δικαίου στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Εργάστηκε για χρόνια ως καθηγητής σε πανεπιστήμια της Αγγλίας δημοσιεύοντας σειρά βιβλίων και επιστημονικών άρθρων. Το 2018 του δόθηκε η ευκαιρία να αφήσει την πανεπιστημιακή εκπαίδευση και να αφιερωθεί στις ασχολίες που πραγματικά τον ικανοποιούν: στη μαγειρική και τη συγγραφή. Εργάζεται ως προσωπικός σεφ κι έχει εκδώσει ένα μυθιστόρημα στα αγγλικά και ένα στα ελληνικά, ενώ διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Τα «Καλλιστεία» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Νήσος.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Οι χαρακτήρες, ο έρωτας, η μοίρα και η δύναμη της αφήγησης
Το ποίημα της ημέρας είναι από τη νέα συλλογή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα
Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει την 1η Ιουλίου 2026 από τις εκδόσεις Αρμός
Τα παλαιοβιβλιοπωλεία θα είναι κανονικά βιβλιοπωλεία μόνο σε μία Μαντ Μαξ εποχή
Ο Βρετανός συγγραφέας γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 25 Ιουνίου 1903
Το δεύτερο βιβλίο του ψυχολόγου Κίμωνα Καλαμάρα
Ο Δημήτρης Τσεκούρας (Πεζογράφος-Θεατρικός συγγραφέας-Μεταφραστής) γράφει για το βιβλίο «Ένα» του Δημήτρη Ματσούκα
Ο διακεκριμένος ψυχίατρος μιλάει για το μέλλον της κοινωνίας με αφορμή το νέο του βιβλίο «Προς μια νέα μητριαρχία»
Η δημιουργία, στην τελική της μορφή, είναι πολύ πιο πεζή από όσο μάς αφήνει να πιστέψουμε ο μύθος της έμπνευσης
Το ποίημα της ημέρας είναι από τη συλλογή «Τα ποιήματα»
Η απόλυτη βίβλος για τον αθλητισμό, την πολιτική και το παιχνίδι που κατέκτησε, κυριολεκτικά, τον κόσμο
Μιλήσαμε μαζί τους για τους νέους επιτυχημένους τίτλους τους, τα προβλήματα που προκύπτουν από την υπερπληροφόρηση και την Τεχνητή Νοημοσύνη αλλά και για την επίδραση της Key Books στους αναγνώστες
Στον φετινό διαγωνισμό οι νικητές και οι νικήτριες αναδείχτηκαν με 200.000 ψήφους αναγνωστών
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες για το καλοκαίρι
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες για το καλοκαίρι
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες για το καλοκαίρι
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.