Βιβλιο

Η Τεχνητή Νοημοσύνη, η λογοτεχνία, και ένας ψεύτικος πανικός

Μπορεί μια μηχανή να γράψει λογοτεχνία;

kyriakos_1.jpg
Κυριάκος Αθανασιάδης
18’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Η Τεχνητή Νοημοσύνη, η λογοτεχνία, και ένας ψεύτικος πανικός
Η εικόνα είναι φτιαγμένη με το πρόγραμμα DALL·E.

Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας. Ημερολογιακές καταχωρίσεις για κάθε χρήση

Η συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη και τη λογοτεχνία έχει αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός ψευδεπίγραφου πολιτισμικού πολέμου, μιας μάχης χαρακωμάτων. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η τεχνολογία, που προχωρά με ταχύτητα άβολη για τους πολλούς, ενώ από την άλλη μάς νεύει σαν σηματωρός σε οίστρο η παλιά ιδέα του συγγραφέα ως μοναδικού φορέα εμπειρίας, συνείδησης, τραύματος, μνήμης, πιθανόν και γλώσσας. Και ανάμεσά τους ανακύπτει ένα ερώτημα που του αρέσει να επαναλαμβάνεται κάθε τρεις και λίγο: μπορεί μια μηχανή να γράψει λογοτεχνία;

1. Η συνείδηση

Η κυρίαρχη απάντηση παραμένει αρνητική. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, λένε πολλοί, μπορεί να παράγει κείμενα, περιλήψεις, σενάρια, διαλόγους, ίσως και επαρκή ψυχαγωγική πρόζα. Μπορεί να μιμηθεί το ένα ή το άλλο ύφος, να ανασυνδυάσει μοτίβα, να προσομοιώσει (κάποια) λογοτεχνικά είδη. Μπορεί να γράψει κάτι που μοιάζει με διήγημα, κάτι που μοιάζει με μυθιστόρημα, κάτι που μοιάζει με ποίημα ή θεατρικό έργο. Αλλά δεν μπορεί να γράψει «αληθινή» λογοτεχνία, επειδή τής λείπει το κατεξοχήν θεμέλιο της λογοτεχνίας: η ανθρώπινη εμπειρία.

Η λογοτεχνία, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, είναι η μορφή που παίρνει η ανθρώπινη συνείδηση όταν αναμετριέται με την αγάπη, τον θάνατο, την απώλεια, την ενοχή, το σώμα, την επιθυμία, τον χρόνο και όλα αυτά τα ωραία, τα ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα.

Το επιχείρημα ακούγεται ισχυρό επειδή πατά σε κάτι βαθιά κολακευτικό για τον άνθρωπο. Η λογοτεχνία, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, είναι η μορφή που παίρνει η ανθρώπινη συνείδηση όταν αναμετριέται με την αγάπη, τον θάνατο, την απώλεια, την ενοχή, το σώμα, την επιθυμία, τον χρόνο και όλα αυτά τα ωραία, τα ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα. Μια μηχανή δεν έχει σώμα, θνητότητα, παιδική ηλικία, φόβο εγκατάλειψης, μνήμη οσμών, δεν πενθεί και δεν αισθάνθηκε ποτέ της ερωτική αμηχανία, δεν ρίγησε, δεν ίδρωσε το σβέρκο της· δεν έχει καν σβέρκο. Δεν ξέρει βεβαίως τι σημαίνει να πονάς, δεν έχει νιώσει ταπείνωση, τρυφερότητα, ζήλια, άγχος, σωματική κόπωση. Άρα, καταλήγει το επιχείρημα, ό,τι γράφει θα είναι αναγκαστικά ψυχρό, δανεικό, άδειο. Μία μίμηση.

Για την ακρίβεια, όπως το γατάκι μαθαίνει να καθαρίζει τη μουσούδα του μιμούμενο τη μαμά γάτα, έτσι κι εμείς μαθαίνουμε, όχι μόνο τη γλώσσα, αλλά ακόμη και τα συναισθήματά μας μέσα από τους άλλους.

Το πρόβλημα είναι ότι ο συλλογισμός αυτός αντιμετωπίζει τον άνθρωπο σαν να κουβαλά μέσα του κάποιο υπερβατικό υλικό. Σαν να υπάρχει, πίσω από τη γλώσσα και το σώμα, ένα ανεξήγητο Θείο υπόλειμμα —μια γλωσσίτσα υπερουράνιας φωτιάς— που γεννά τη λογοτεχνία. Στην πραγματικότητα, πάντως, ο άνθρωπος είναι βιολογικό ον. Η συνείδηση, τα συναισθήματα, οι παρορμήσεις και οι φόβοι του περνούν μέσα από μηχανισμούς νευρώνων, ορμονών, μνήμης, εκπαίδευσης, κοινωνικής μίμησης και αδιανόητα πολλών και ποικίλων εμπειρικών δεδομένων. Για την ακρίβεια, όπως το γατάκι μαθαίνει να καθαρίζει τη μουσούδα του μιμούμενο τη μαμά γάτα, έτσι κι εμείς μαθαίνουμε, όχι μόνο τη γλώσσα, αλλά ακόμη και τα συναισθήματά μας μέσα από τους άλλους. Μαθαίνουμε πώς ονομάζεται ο πόνος, πώς περιγράφεται ο έρωτας, πώς εκφράζεται η θλίψη, πώς σκηνοθετείται η χαρά. Από την παιδική ηλικία μέχρι τον θάνατο, ο άνθρωπος διαβάζει, αντιγράφει, εσωτερικεύει και ξαναγράφει τον κόσμο.

Η εικόνα του συγγραφέα που κάθεται κάπου μόνος, υπό το φως ενός κηρίου, και υπαγορεύει στην ανθρωπότητα την καθαρή ουσία της εμπειρίας του ήταν πάντα ένας μύθος, και ποτέ μια περιγραφή τής όντως λογοτεχνικής παραγωγής.

Και κάπως έτσι τοποθετείται ο άνθρωπος στη φυσική του κλίμακα. Η δε λογοτεχνία είναι ανθρώπινη επειδή —απλώς— την παρήγαγαν άνθρωποι μέσα στην ιστορία του είδους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε μελλοντική μορφή λογοτεχνικής παραγωγής πρέπει να περνά υποχρεωτικά από την ίδια βιολογική υποδομή. Το βιβλίο, ούτως ή άλλως, υπήρξε πάντα προϊόν τεχνικών μεσολαβήσεων: γραφή, χαρτί, τυπογραφία, επιμέλεια, αγορά, εκδοτική στρατηγική, μετάφραση, διαφήμιση, κριτική, επαινετική κριτική, λίβελλος, λογοτεχνικά καφενεία και λογοτεχνικές συμμαχίες, Λέγε με Σούτσο να σε λέω Ραγκαβή. Η εικόνα του συγγραφέα που κάθεται κάπου μόνος, υπό το φως ενός κηρίου, και υπαγορεύει στην ανθρωπότητα την καθαρή ουσία της εμπειρίας του ήταν πάντα ένας μύθος, και ποτέ μια περιγραφή τής όντως λογοτεχνικής παραγωγής. Δεν ίσχυε καν για τον Κάφκα κάτι τέτοιο.

Μια μηχανή μπορεί να μάθει με κολοσσιαία επάρκεια όλα αυτά που μαθαίνει και οποιοσδήποτε από εμάς. Δεν είναι ακριβώς απαραίτητο να έχεις νιώσει ναυτία για να γράψεις ναυτική πεζογραφία, ούτε να σε έχουν κυνηγήσει οι Απάτσι για να γράψεις γουέστερν.

2. Η πρόθεση

Το δεύτερο μεγάλο επιχείρημα αφορά την πρόθεση. Ο συγγραφέας, λέγεται, γράφει επειδή έχει ανάγκη να πει κάτι. Θέλει να επικοινωνήσει ένα μήνυμα, να εξερευνήσει μια ιδέα, να αφηγηθεί μια ιστορία, να διασώσει μια μνήμη, να αντισταθεί σε μια αδικία, να βρει μια μορφή για κάτι που τον ξεπερνά, και να την πλάσει. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, αντιθέτως, δεν θέλει τίποτε. Δεν έχει εσωτερική ανάγκη. Δεν έχει κανέναν σκοπό. Παράγει κείμενο επειδή κάποιος τής το ζητά.

Θυμίζουμε πως στην αρχή όλοι γράφουν για το σεξ, εν συνεχεία για τη φήμη, και εντέλει για τα λεφτά. Οι επιβεβαιωμένες εξαιρέσεις εδώ είναι στατιστικώς ασήμαντες

Και εδώ υπάρχει μια τεράστια εξιδανίκευση, πιο μεγάλη και από τις κεφαλές στη Νήσο του Πάσχα, πιο μεγάλη από τα αρχαία κολοσσιαία αγάλματα στα νησιωτικά λιμάνια. Κάποιοι συγγραφείς πράγματι γράφουν από μια βαθιά εσωτερική ανάγκη, αν και κανείς μας δεν έχει γνωρίσει πάνω από έναν, βία δύο τέτοιους στη ζωή μας, και αυτούς όχι προσωπικά. Άλλοι πάλι γράφουν από φιλοδοξία. Άλλοι από επαγγελματική πειθαρχία. Άλλοι επειδή έχουν συμβόλαιο. Άλλοι επειδή χρειάζονται χρήματα. Άλλοι επειδή θέλουν αναγνώριση, κοινωνικό κύρος, ερωτική επιβεβαίωση, ή μια θέση στο τραπέζι της εξουσίας. (Θυμίζουμε πως στην αρχή όλοι γράφουν για το σεξ, εν συνεχεία για τη φήμη, και εντέλει για τα λεφτά. Οι επιβεβαιωμένες εξαιρέσεις εδώ είναι στατιστικώς ασήμαντες). Άλλοι γράφουν επειδή αυτό έμαθαν να κάνουν. Άλλοι επειδή δεν ξέρουν να κάνουν τίποτε άλλο. Για κάποιους είναι ένα αξιόλογο χόμπι, πιθανόν λιγότερο τρομακτικό από το να καρφώνεις νεκρές πεταλούδες μέσα σε ένα κάδρο. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από υψηλά κίνητρα, από χαμηλά κίνητρα, από μικτές προθέσεις, από ματαιοδοξίες, από βιοποριστικές ανάγκες, και από χίλιες μύριες συμπτώσεις.

Ένας πελώριος αριθμός βιβλίων γράφτηκε υπό πίεση, κατά παραγγελία, για την αγορά, για περιοδικά, για εφημερίδες, για τον ατζέντη, για τον εκδότη, για σειρές, για συμβόλαια, για προθεσμίες — για τα λεφτά

Πέρα από χόμπι, πάντως, το γράψιμο είναι και δουλειά. Κανονική δουλειά: ένα επάγγελμα. Η ιδέα ότι η λογοτεχνία γεννιέται μόνο όταν μια εσωτερική φωνή διατάζει τον συγγραφέα να κάτσει και να γράψει ανήκει στη ρομαντική μυθολογία της τέχνης και όχι στην καθημερινότητα της γραφής. Ένας πελώριος αριθμός βιβλίων γράφτηκε υπό πίεση, κατά παραγγελία, για την αγορά, για περιοδικά, για εφημερίδες, για τον ατζέντη, για τον εκδότη, για σειρές, για συμβόλαια, για προθεσμίες — για τα λεφτά. Η λογοτεχνική αξία δεν εξαρτήθηκε ποτέ αποκλειστικά από την καθαρότητα της πρόθεσης.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη (σήμερα) δεν έχει ανθρώπινη πρόθεση. Όμως η συζήτηση δεν τελειώνει εκεί. Πρώτον, επειδή η πρόθεση του χρήστη που τη χειρίζεται μπορεί να ενσωματωθεί στη διαδικασία. Δεύτερον, επειδή τα συστήματα γίνονται όλο και πιο ικανά να διατηρούν στόχους, ύφος, δομή, χαρακτήρες και αφηγηματικές κατευθύνσεις σε (πολύ) μεγαλύτερα κείμενα. Τρίτον, επειδή το αναγνωστικό αποτέλεσμα δεν εξαρτάται πάντα από τη βιογραφική αλήθεια του παραγωγού του. Ένα ψευδώνυμο, μια συλλογική γραφή, ένας ghostwriter, ένας editor που παρεμβαίνει βαθιά σε ένα χειρόγραφο, μια σειρά βιβλίων που γράφεται με εμπορική συνταγή, όλα αυτά έχουν ήδη θολώσει εδώ και δεκαετίες —για την ακρίβεια: από πάντα— την ιδέα της μοναδικής δημιουργικής πηγής. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε καν Όμηρος. Στην πραγματικότητα, ούτε η Βίβλος είναι θεόπνευστη. Στην πραγματικότητα, όλοι έχουμε μία σειρά από βοηθούς.

Στην πραγματικότητα, αύριο οι βοηθοί μας θα γράφουν από χόμπι, χωρίς να τους το ζητήσουμε.

3. Η επανάληψη

Το τρίτο επιχείρημα λέει ότι τα γλωσσικά μοντέλα βασίζονται σε όσα έχουν ήδη γραφτεί. Ουσιαστικά, προβλέπουν την επόμενη πιθανή λέξη. Άρα είναι καταδικασμένα στη σύμβαση. Η πραγματικά μεγάλη λογοτεχνία, αντίθετα, σπάει τις φόρμες, δημιουργεί νέες γλώσσες, ανατρέπει τις προσδοκίες, ανοίγει δρόμους.

Οι περισσότεροι συγγραφείς (ένα ποσοστό της τάξεως του 99,99%), δεν έσπασαν καμιά φόρμα, δεν δημιούργησαν καμιά νέα γλώσσα, δεν ανέτρεψαν καμιά προσδοκία. Και κυρίως: δεν άνοιξαν κανέναν δρόμο. Ευτυχώς!

Το επιχείρημα ακούγεται ωραίο, αλλά αφορά ένα ελάχιστο ποσοστό της συνολικής λογοτεχνικής παραγωγής. Η συντριπτική πλειονότητα των βιβλίων, σε όλες τις εποχές, κινήθηκε μέσα σε προϋπάρχουσες ράγες. Οι περισσότεροι συγγραφείς (ένα ποσοστό της τάξεως του 99,99%), δεν έσπασαν καμιά φόρμα, δεν δημιούργησαν καμιά νέα γλώσσα, δεν ανέτρεψαν καμιά προσδοκία. Και κυρίως: δεν άνοιξαν κανέναν δρόμο. Ευτυχώς! Έγραψαν οικογενειακές ιστορίες, αστυνομικά θρίλερ, ιπποτικά και καουμπόικα και ιστορικά μυθιστορήματα, αισθηματικά δακρύβρεχτα ρομάντζα, αγωνιώδεις περιπέτειες, αυτοβιογραφικές αφηγήσεις, χρονικά ενηλικίωσης, κοινωνικά δράματα, μυθιστορήματα τρόμου, φαντασίας, επιστημονικής φαντασίας κλπ. κλπ. κλπ.: γιατί ένας κόσμος όπου όλα τα βιβλία θα ήταν γραμμένα από τον Τζόις, τον Προυστ και τον Χέρμαν Μπροχ, θα έκανε την Κόλαση να μοιάζει με πεντάστερο στη Χαλκιδική — στο δεύτερο πόδι.

Κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό της αποτελείται από την ευρεία, φιλόξενη, πολυσυλλεκτική, μεγάλη της βάση: από το μέτριο, από το επαρκές, από το συμβατικό, από το χλιαρό, από το εμπορικό, από το αναγνωστικά λειτουργικό.

Η λογοτεχνία δεν αποτελείται μόνο από τις κορυφές της. Κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό της αποτελείται από την ευρεία, φιλόξενη, πολυσυλλεκτική, μεγάλη της βάση: από το μέτριο, από το επαρκές, από το συμβατικό, από το χλιαρό, από το εμπορικό, από το αναγνωστικά λειτουργικό. Πάνω σε αυτή τη βάση στηρίζεται και η αγορά, και η αναγνωστική συνήθεια, και —ω, ναι— και η ανάδυση των μεγάλων φωνών. Οι μεγάλοι και ξεχωριστοί προκύπτουν μόνο μέσα από τον Ωραίο Σωρό, ή δεν προκύπτουν ποτέ.

Στο ερώτημα εάν μπορεί σήμερα η Τεχνητή Νοημοσύνη να γράψει ένα έργο αντίστοιχο με τα μεγάλα οριακά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η απάντηση είναι πιθανότατα αρνητική. (Και δέον όπως συνοδεύεται και από μία άλλη: «Και γιατί δηλαδή να το κάνει;») Αν όμως ρωτάμε εάν μπορεί ή εάν ΘΑ μπορέσει κάποια στιγμή να παράγει αναγνώσιμη, πειστική, συγκινητική, εμπορική, ψυχαγωγική, αξιοπρεπή λογοτεχνία (λογοτεχνία είδους, και όχι μόνο), η απάντηση είναι πολύ πιο άβολη για τους πολέμιούς της.

Όσοι δουλεύουν έστω και δύο χρόνια με τα LLMs ξέρουν πως, μπροστά στο σημερινό, το προπέρσινο μοντέλο τους μοιάζει με Lada δίπλα σε μια BMW

Ήδη έρευνες για τη δημιουργική γραφή των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων δείχνουν ισχυρές επιδόσεις σε τμήματα αφηγηματικού κειμένου, παρότι επισημαίνουν και καθαρά προβλήματα αντοχής, συνέπειας και ποιότητας όσο προχωρά ένα εκτενές έργο. Μία περυσινή μελέτη για τη λογοτεχνική μυθοπλασία κατέγραψε ότι τα LLMs μπορούν να παράγουν ισχυρή γραφή στο πρώτο 40%-60% ενός κειμένου, με πτώση ποιότητας στη συνέχεια. Αυτό είναι σοβαρό όριο, αλλά: συνιστά ταυτόχρονα και ένδειξη ικανότητας, όχι απόδειξη αδυναμίας. Πρώτον, γιατί δείχνει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να το κάνει. Δεύτερον και κυριότερον, γιατί έτσι ακριβώς κάνει και ο άνθρωπος. Ένας ορισμός του μυθιστορήματος μπορεί να είναι και αυτός: το κείμενο που ο συντάκτης του πάλεψε για να το κρατήσει από τη μέση και κάτω στα επίπεδα των δύο πρώτων κεφαλαίων.

Ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε κάτι σημαντικό εδώ: η περί ης ο λόγος τεχνολογία είναι τρομερά καινούργια, αφενός, και αναπτύσσεται με τρομερές (ή και τρομακτικές) ταχύτητες, μέρα με την ημέρα. Το βλέπουμε όλοι λίγο-πολύ, και κάποιοι το ζούμε καθημερινά. Όσοι δουλεύουν έστω και δύο χρόνια με τα LLMs ξέρουν πως, μπροστά στο σημερινό, το προπέρσινο μοντέλο τους μοιάζει με Lada δίπλα σε μια BMW. Ακόμη περισσότερο: το σημερινό τους μοντέλο θα μοιάζει προγλωσσικό με το αντίστοιχο που θα αγοράζουν με 20 ευρώ τον μήνα σε δυο χρόνια από τώρα.

Σημείωση: Τα παραπάνω τα δέχονται οι περισσότεροι, αλλά απολύτως προσωπική μας άποψη είναι πως πρώτα θα πέσουν τα τείχη της literary fiction, και μετά η genre πεζογραφία. Γιατί σοβαρά μυθιστορήματα χωρίς πλοκή, με ροή συνείδησης, με τραυματισμένες ενοχικές ψυχές και πονεμένες διάνοιες, με καλλιτέχνες που βασανίζονται ή που χώρισαν κλπ., μπορεί να γράψει και τώρα ένα LLM. Αστυνομικό που να με πείθει, όχι.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ήδη προϊόν της κοινωνικής πραγματικότητας — και παράγοντας που τη διαμορφώνει. Εκπαιδεύεται πάνω σε ανθρώπινα κείμενα, χρησιμοποιείται από ανθρώπους, ενσωματώνεται σε εργασίες, θεσμούς, εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, εκδοτικές πρακτικές, καλλιτεχνικές διαδικασίες, στη δημοσιογραφία, στη διαφήμιση, στη μετάφραση, στην ψυχαγωγία — παντού.

4. Η σύνδεση

Το τέταρτο επιχείρημα αφορά το κοινωνικό πλαίσιο. Το λογοτεχνικό έργο, λέγεται, γεννιέται μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Συνομιλεί με ιστορικές συνθήκες, πολιτικά γεγονότα, ταξικές εντάσεις, ταυτότητες, γλώσσες, τραύματα, ήθη κλπ. κλπ. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν ανήκει οργανικά σε καμία κοινωνία. Υπάρχει σε έναν τεχνικό χώρο, έξω από τη ζωή.

Αυτό είναι ίσως το πιο αδύναμο επιχείρημα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ήδη προϊόν της κοινωνικής πραγματικότητας — και παράγοντας που τη διαμορφώνει. Εκπαιδεύεται πάνω σε ανθρώπινα κείμενα, χρησιμοποιείται από ανθρώπους, ενσωματώνεται σε εργασίες, θεσμούς, εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, εκδοτικές πρακτικές, καλλιτεχνικές διαδικασίες, στη δημοσιογραφία, στη διαφήμιση, στη μετάφραση, στην ψυχαγωγία — παντού. Δεν βρίσκεται εκτός κοινωνίας. Αντιθέτως, βρίσκεται σε έναν από τους πιο κεντρικούς κόμβους της σημερινής κοινωνίας: εκεί όπου συναντιούνται η πληροφορία, η εργασία, η γλώσσα και η αγορά.

Προφανώς και ακούγεται τρομακτικό, αλλά κανείς μας δεν θα είναι ποτέ τόσο κοντά στην «κοινωνία» από όσο η Τεχνητή Νοημοσύνη.

Τι να κάνουμε;

Αν δείχνουν κάτι οι παραπάνω εξελίξεις, είναι το εξής: ότι το πραγματικό ερώτημα, σαν κάτι παράξενα πλάσματα στις ταινίες που αποκαλύπτονται μέσα από τις σκιές, αλλάζει μορφή. Η συζήτηση δεν αφορά πια μόνο το αν η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να γράψει — γιατί γράφει ήδη. (Και αύριο θα γράφει πολύ καλύτερα και επαρκέστερα). Το ερώτημα πλέον είναι τι είδους κείμενα παράγει, με ποια διαφάνεια, με ποια δικαιώματα, με ποια σχέση προς τα έργα πάνω στα οποία εκπαιδεύτηκε, με ποια ευθύνη απέναντι στον αναγνώστη, και βέβαια κατέχοντας ποια θέση μέσα στην αγορά του βιβλίου.

Συχνά γράφει σαν υπερβολικά ευγενικός μαθητής που θέλει να ικανοποιήσει τον δάσκαλο, ή σαν κυριακάτικη εφημερίδα μεσαίας κυκλοφορίας

Μεγάλο ποσοστό του «περιεχομένου» (τι άθλια λέξη) που παράγεται σήμερα από Τεχνητή Νοημοσύνη είναι τρομερά κακό. Είναι επίπεδο, κοινότοπο, υπερβολικά λείο, γεμάτο ασφαλείς διατυπώσεις, στερεοτυπικούς χαρακτήρες και αφηγηματικές ευκολίες. (Για να αναφερθούμε μόνο στα πάνω-πάνω). Η Τεχνητή Νοημοσύνη σήμερα έχει εμφανείς λογοτεχνικές αδυναμίες. Δυσκολεύεται στη μακρά πνοή, στη βαθιά ειρωνεία, στη συνεπή εξέλιξη χαρακτήρων σε εκτενή έργα, στην πραγματική αισθητική ρήξη, στην πρόζα που κουβαλά μια κάποια σωματική, ένσαρκη ιδιοτυπία, και όχι απλώς σαν κείμενο με καλή ή απλώς υποφερτή σύνταξη. Συχνά γράφει σαν υπερβολικά ευγενικός μαθητής που θέλει να ικανοποιήσει τον δάσκαλο, ή σαν κυριακάτικη εφημερίδα μεσαίας κυκλοφορίας. Συχνά αποφεύγει το ρίσκο. Συχνά εξηγεί πολύ-πολύ περισσότερο απ’ όσο πρέπει.

Δεν το λένε τυχαία «slop». Η λέξη περιγράφει μια πραγματική πλημμύρα χαμηλής ποιότητας κειμένων, φτιαγμένων γρήγορα, φτηνά, χωρίς επιμέλεια, χωρίς γούστο, χωρίς ευθύνη, χωρίς τίποτε. Από την άλλη, καμιά μηχανή δεν κάθεται να γράψει μόνη της: όλες τους το κάνουν για να βγάλουν χρήματα κάποιοι άλλοι· κάποιοι άνθρωποι — συνήθως, κάποιοι «επιτήδειοι». Μια ματιά σε ένα πλήθος άθλιων σελίδων του Facebook αρκεί: βιογραφικά και άλλα κείμενα που μπορούν να σε τρελάνουν, κατασκευασμένα από πολύ κακές ΤΝ, που όμως τα διαβάζουν —ήτοι, εν αγνοία τους, τα αγοράζουν— απίστευτα πολλοί άνθρωποι. Η μηχανικά παραγόμενη γλώσσα και η μαζική παραγωγή κειμένου υποβαθμίζουν την αξία της γλωσσικής εμπειρίας και μπορούν να αποβλακώσουν ακόμη περισσότερο μεγάλα τμήματα του πληθυσμού που είναι ήδη βαριά εθισμένα στα κοινωνικά δίκτυα, δηλαδή εν πολλοίς άρρωστα.

Η ανθρώπινη λογοτεχνική παραγωγή είναι έτσι κι αλλιώς γεμάτη από κακά βιβλία, βιαστικά βιβλία, αδιάφορα βιβλία, βιβλία που «εκβιάζουν το συναίσθημα», βιβλία-συνταγές, βιβλία που αντιγράφουν επιτυχημένα μοτίβα, βιβλία που υπάρχουν αποκλειστικά και μόνο για να γεμίσουν ράφια, λίστες, πλατφόρμες και εποχικές αγορές

Αυτά είναι πραγματικά προβλήματα. Είναι όμως προβλήματα σημερινής τεχνολογικής φάσης και χρήσης, όχι κάποιου είδους αποδείξεις μεταφυσικής αδυναμίας.

Από την άλλη, η ύπαρξη κακού AI κειμένου —λες και περιμέναμε να πατάει κάποιος ένα κουμπί και να συνθέτει σεξπηρικά σονέτα το μηχάνημα— δεν αποδεικνύει κάποιαν ανθρώπινη ανωτερότητα. Αποδεικνύει ότι η εύκολη παραγωγή δημιουργεί σκουπίδια. Αυτό όμως το ξέραμε ήδη από τους… ανθρώπους. Η ανθρώπινη λογοτεχνική παραγωγή είναι έτσι κι αλλιώς γεμάτη από κακά βιβλία, βιαστικά βιβλία, αδιάφορα βιβλία, βιβλία που «εκβιάζουν το συναίσθημα», βιβλία-συνταγές, βιβλία που αντιγράφουν επιτυχημένα μοτίβα, βιβλία που υπάρχουν αποκλειστικά και μόνο για να γεμίσουν ράφια, λίστες, πλατφόρμες και εποχικές αγορές. Η μετριότητα προηγείται κατά πολλούς αιώνες της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ο άνθρωπος είναι που την επινόησε, που την καλλιέργησε, που την εμπορεύτηκε, και που, συχνά, τη βράβευσε κιόλας. Και ακόμα το κάνει. Έχουμε τα πρωτεία σ’ αυτό, και κανένα μηχάνημα δεν μπορεί να μας τα πάρει.

Και όμως… Ακόμη χειρότερα: πλέον, πολλοί φερέλπιδες συγγραφείς ζητούν από την Τεχνητή Νοημοσύνη να τους βοηθήσει να στρώσουν το γραπτό τους. Τα αποτελέσματα είναι τραγελαφικά

Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο που συνήθως αποσιωπάται. Οι πολέμιοι της λογοτεχνικής Τεχνητής Νοημοσύνης συγκρίνουν το μέσο μηχανικό κείμενο με τα υψηλότερα ανθρώπινα επιτεύγματα. Αυτή η σύγκριση είναι άδικη, ανόητη, και πονηρή. Αν συγκρίνουμε το μέσο AI κείμενο με το μέσο ανθρώπινο κείμενο, η απόσταση μικραίνει. Αν συγκρίνουμε το κακό AI κείμενο με το κακό ανθρώπινο κείμενο, τις περισσότερες φορές η απόσταση εξαφανίζεται. Αν συγκρίνουμε ένα καθοδηγημένο, επιμελημένο, ξαναγραμμένο AI κείμενο με ένα βιαστικό ανθρώπινο χειρόγραφο, τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δυσάρεστα για την ανθρώπινη αυταρέσκεια. Ή και πάρα πολύ δυσάρεστα. Και όχι αύριο ή του χρόνου: σήμερα. Τώρα δα που μιλάμε.

(Σημείωση. Όλοι οι επαγγελματίες αξιολογητές χειρογράφων έχουμε δει τρομερά πράγματα στη δουλειά μας, όσο πίσω και να γυρίσουμε. Συχνά, νομίζεις ότι σε κοροϊδεύουν, ότι δεν είναι δυνατόν κάποιος να νομίζει στα σοβαρά πως το γραπτό του επιτρέπεται να εκδοθεί. Και όμως… Ακόμη χειρότερα: πλέον, πολλοί φερέλπιδες συγγραφείς ζητούν από την Τεχνητή Νοημοσύνη να τους βοηθήσει να στρώσουν το γραπτό τους. Τα αποτελέσματα είναι τραγελαφικά. To επιστέγασμα: ποσοστό αυτών των χειρογράφων εντέλει εκδίδονται, ενώ τα περισσότερα από τα ιδίοις εξόδοις βιβλία, που προηγουμένως απορρίφθηκαν από κανονικούς εκδοτικούς οίκους, τυπώνονται από εξειδικευμένους σε αυτοεκδόσεις «οίκους»-φωτοτυπάδικα χωρίς καμία επιμέλεια. Κανένα από αυτά δεν μπορεί να σταθεί με αξιώσεις απέναντι σε ένα μέτριο ΑΙ κείμενο).

Αυτή η πληροφορία έχει πρωτεύουσα σημασία, και η σχετική διαφάνεια επί του προκειμένου είναι απαραίτητη, για μία σειρά από λόγους. Αλλά και για έναν πολύ σοβαρό ανάμεσά τους, που ξεχωρίζει: τα πνευματικά δικαιώματα

Η λογοτεχνία δεν είναι κάποιου είδους διαγωνισμός «καθαρής προέλευσης» ούτε καθορίζεται (μόνο) από το βιογραφικό του παραγωγού της. Καθορίζεται —θα το πούμε χοντρικά— από το ίδιο το κείμενο, από το πλαίσιο πρόσληψής του, από τις προσδοκίες που κουβαλά ο αναγνώστης, και από τις αντιληπτικές δεξιότητές του. Είναι η πολλαπλών διαστάσεων σχέση που δημιουργείται ανάμεσα σε ένα κείμενο και τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης συγκινείται, βαριέται, θυμάται, αναπολεί, γελά, ενοχλείται, φοβάται, συγκινείται, εγκαταλείπει, επιστρέφει. Παρά ταύτα, μπορεί να θέλει… ψέματα: θα ΟΦΕΙΛΕ να θέλει να ξέρει αν πίσω από το βιβλίο υπάρχει ένας άνθρωπος, μια μηχανή, ή η συνεργασία ενός ανθρώπου και μιας μηχανής. Αυτή η πληροφορία έχει πρωτεύουσα σημασία, και η σχετική διαφάνεια επί του προκειμένου είναι απαραίτητη, για μία σειρά από λόγους. Αλλά και για έναν πολύ σοβαρό ανάμεσά τους, που ξεχωρίζει: τα πνευματικά δικαιώματα. Τα πνευματικά δικαιώματα, που μεταφράζονται απευθείας σε οικονομικά, είναι το άλφα και το ωμέγα εδώ: χωρίς αυτά, η τέχνη του ανθρώπου θα παρέμενε σε επίπεδο αγγειοπλαστικής και σπηλαιογραφιών.

Στο όχι μακρινό μέλλον, θα θεσπιστούν και σχετικά βραβεία. Αυτό, δε, είναι περισσότερο από βέβαιο — και θα μας θυμηθείτε πολύ πιο σύντομα από όσο φαντάζεστε οι περισσότεροι.

«Τι θα γίνει εντέλει;» ρωτούν κάποιοι. Θα γίνουν τα εξής:

Η Τεχνητή Νοημοσύνη, μέσα στα επόμενα δυο-τρία χρόνια, θα αλλάξει τη λογοτεχνία σε πολλά επίπεδα. Θα παράγει μαζικά χαμηλής ποιότητας βιβλία. Θα χρησιμοποιηθεί ως βοηθός από συγγραφείς. Θα γίνει εργαλείο πλοκής, έρευνας, δομής, μετάφρασης, ύφους, επιμέλειας. Θα δημιουργήσει νέες μορφές συνεργασίας. Θα προκαλέσει σκάνδαλα. Θα οδηγήσει σε νέα σήματα πιστοποίησης, σε νέες συμβάσεις, νέες νομικές διαμάχες, νέες αισθητικές ιεραρχίες. Θα γεννήσει πολλά απαράδεκτα κείμενα και κάμποσα ενδιαφέροντα κείμενα. Κάποια στιγμή, πιθανότατα θα διαβάσουμε ένα έργο που θα μας απασχολήσει σοβαρά, χωρίς να μπορούμε να το κατατάξουμε εύκολα στην παλαιά διάκριση ανθρώπου και μηχανής. Θα ακολουθήσουν πολλά περισσότερα. Στο όχι μακρινό μέλλον, θα θεσπιστούν και σχετικά βραβεία. Αυτό, δε, είναι περισσότερο από βέβαιο — και θα μας θυμηθείτε πολύ πιο σύντομα από όσο φαντάζεστε οι περισσότεροι. (Ας ελπίσουμε μόνο να μη συνασπιστούν και οι ΤΝ σε λογοτεχνικές παρέες, και η μία να εκθειάζει και να στέργει την άλλη, πετώντας από τις επάλξεις του κάστρου της τους υπόλοιπους, τους αποσυνάγωγους… Ας παραμείνει και κάτι στην επικράτεια του ανθρώπου).

Δεν είμαστε, δε, εκατό τοις εκατό βέβαιοι πως όλοι οι άνθρωποι συγγραφείς γράφουν με «ψυχή». Οι περισσότεροι γράφουν κυρίως με άλλο μελάνι: με άγνοια, αμορφωσιά, και περίσσεια θράσους

Ο πανικός απέναντι σε αυτή την προοπτική είναι κατανοητός. Οι συγγραφείς, οι μεταφραστές, οι επιμελητές, οι κριτικοί και οι εκδότες βλέπουν ένα εργαλείο που απειλεί τις υπάρχουσες επαγγελματικές ισορροπίες, τα οικονομικά-επαγγελματικά δικαιώματα, και το κύρος τους. Η ανησυχία τους αυτή έχει βάση. Έχουμε να κάνουμε με την υπεράσπιση της εργασίας μας, των δικαιωμάτων μας και αυτής καθαυτής της διαφάνειας: πράγματα σημαντικά και κρίσιμα — μα που δεν έχουν να κάνουν με την έωλη «βεβαιότητα» ότι η μηχανή δεν θα μπορέσει ποτέ να γράψει κάτι που να αφορά τον άνθρωπο. Γιατί θα το κάνει.

Η λογοτεχνία ήταν πάντα πιο ακάθαρτη, πιο τεχνική, πιο εμπορική, πιο συλλογική και πιο μηχανική απ’ όσο αντέχει ο μύθος της. Ο άνθρωπος παραμένει στο κέντρο της, επειδή ο άνθρωπος είναι που διαβάζει, αισθάνεται και κρίνει. Και πάλι: αυτό δεν σημαίνει ότι θα παραμείνει για πάντα ο μόνος παραγωγός της. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν χρειάζεται να έχει ψυχή για να γράψει κείμενα που θα διαβαστούν. (Δεν είμαστε, δε, εκατό τοις εκατό βέβαιοι πως όλοι οι άνθρωποι συγγραφείς γράφουν με «ψυχή». Οι περισσότεροι γράφουν κυρίως με άλλο μελάνι: με άγνοια, αμορφωσιά, και περίσσεια θράσους). Χρειάζεται γλώσσα, δομή, ανατροφοδότηση, πλαίσιο, χρήση, επιμέλεια και αναγνώστες. Όλα αυτά υπάρχουν ήδη.

Το ερώτημα δεν είναι αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπει στο λογοτεχνικό άβατο, καθώς το έχει ήδη κάνει, έστω και από την πίσω πόρτα. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουμε να τη συζητάμε σαν μία βλάσφημη εισβολή σε έναν ιερό ανθρώπινο χώρο ή σαν τεχνολογική δύναμη που αποκαλύπτει κάτι πολύ πιο ενοχλητικό: ότι μεγάλο μέρος της γραφής ήταν ανέκαθεν ανασυνδυασμός, τεχνική, μίμηση, επιθυμία, αγορά, εργασία, και τύχη· ότι ο άνθρωπος, όταν υπερασπίζεται τη λογοτεχνία απέναντι στη μηχανή, δεν υπερασπίζεται μόνο τα δικαιώματά του, αλλά μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού του· και ότι τελικά ίσως δεν είμαστε όλοι τόσο καλοί· ούτε μπορούμε να γίνουμε πολύ καλύτεροι.

Αίφνης, κανείς δεν λέει από πού κι ώς πού να παράγει νέα φάρμακα η Τεχνητή Νοημοσύνη. Όμως εξακολουθούμε να αμφισβητούμε την ικανότητά της να γράψει

Η λογοτεχνία, σε διάφορα περιβάλλοντα της οποίας τρυπώνουν για να δουλέψουν άνθρωποι χωρίς κανένα εχέγγυο κύρους (αλλά όχι σε όλα: οι περισσότεροι συγγραφείς που μεταφράζονται σήμερα είναι απόφοιτοι πανεπιστημιακών σχολών δημιουργικής γραφής υψηλού επιπέδου: το γράψιμο διδάσκεται, δεν είναι εκ Θεού, ούτε θέμα ταλέντου και εμπνεύσεως), ξεχωρίζει από τις περισσότερες άλλες δουλειές ως προς αυτό. Αίφνης, κανείς δεν λέει από πού κι ώς πού να παράγει νέα φάρμακα η Τεχνητή Νοημοσύνη. Όμως εξακολουθούμε να αμφισβητούμε την ικανότητά της να γράψει. Πρόκειται να εκπλαγούμε απολύτως.

Από την άλλη, ο θόρυβος που γίνεται είναι κυρίως τεχνητός, και εκπορεύεται από ανθρώπους που δεν σκέφτηκαν καν τι σημαίνει ο όρος «πνευματικά δικαιώματα», τι σημαίνει η εκπαίδευση των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων με το σύνολο των προϋφιστάμενων έργων (δηλαδή πέραν αυτών που είναι public domain), τι σημαίνει εύλογη αμοιβή των δημιουργών κ.τ.π. Κυρίως εκπορεύεται από συγγραφείς —ή περίπου συγγραφείς— που με τις αποστροφές τους περί την Τεχνητή Νοημοσύνη θέλουν να μας πείσουν πως οι ίδιοι είναι υψηλού επιπέδου δημιουργοί.

Λοιπόν, δεν είναι.

ΥΓ1. Το εκδοτικό οικοσύστημα προφανώς και τα έχει ήδη καταλάβει όλα αυτά, ακόμη και όταν αντιδρά αμήχανα. Το Amazon Kindle Direct Publishing απαιτεί από τους εκδότες και τους αυτοεκδιδόμενους συγγραφείς να δηλώνουν το περιεχόμενο που έχει παραχθεί από Τεχνητή Νοημοσύνη, διακρίνοντάς το από το περιεχόμενο όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη χρησιμοποιήθηκε βοηθητικά. (Από την άλλη, η Amazon διακινεί μερικά εκατομμύρια, αυτή τη στιγμή που μιλάμε βιβλία που φτιάχτηκαν από Τεχνητή Νοημοσύνη. Μεταξύ αυτών, και άπειρα ακουστικά βιβλία. Μιλάμε για κανονική πειρατεία). Ακόμη, η Authors Guild στις ΗΠΑ ανέπτυξε ένα πρόγραμμα πιστοποίησης για βιβλία που δηλώνονται ως προϊόν «ανθρώπινης διανοίας», ακριβώς επειδή η αγορά μπαίνει σε μία φάση κατά την οποία η προέλευση ενός κειμένου θα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να εξακριβωθεί. Τον Μάρτιο που μας πέρασε, επίσης, η υπόθεση του μυθιστορήματος «Shy Girl» (αρχικά ήταν αυτοέκδοση) οδήγησε σε ακύρωση της αμερικανικής έκδοσης από την Hachette, έπειτα από ισχυρισμούς και εσωτερικό έλεγχο για εκτεταμένη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης (από τη συγγραφέα του βιβλίου ή, σύμφωνα με την ίδια, από τον επιμελητή της), γεγονός που έδειξε πόσο απροετοίμαστη είναι ακόμη η βιομηχανία απέναντι στο ζήτημα. Την ίδια στιγμή, ο James Daunt της Barnes & Noble δήλωσε πριν από λίγες ημέρες ότι δεν έχει πρόβλημα να πουλάει στην αλυσίδα του βιβλία γραμμένα από Τεχνητή Νοημοσύνη, εφόσον υπάρχει σαφής σήμανση κάπου στο εξώφυλλο και δεν παραπλανάται ο αναγνώστης.

ΥΓ2. Σήμερα, μόνο ευάριθμοι δεν είναι οι συγγραφείς που δεν ζητούν από το μηχάνημα (συνήθως μια free εκδοχή του) να γράψει, ουσιαστικά, στη θέση τους. Δεν μιλάμε πια για γλωσσική και άλλη επιμέλεια, για έρευνα, για fact checking, για πραγματολογικά θέματα, για ταχύτερη τεκμηρίωση και επαλήθευση γεγονότων, ή έστω για μια κάποια βοήθεια σε προβλήματα της πλοκής. Ασφαλώς, δεν μας επιτρέπεται να πούμε σε κάποιον, «Μην το κάνεις!», ούτε έχει κάποιο νόημα. Τίποτε δεν έχει νόημα, εδώ που τα λέμε.

Μπόνους!

Και ένα τεστ: ποιο από τα τρία παρακάτω αποσπάσματα είναι από τον «Φάρο» της Γουλφ, μεταφρασμένο άτεχνα από εμάς, ποιο είναι προϊόν τής Τεχνητής Νοημοσύνης, και ποιο είναι προϊόν τής Τεχνητής Νοημοσύνης που έγινε με δικές μας οδηγίες;

[ Α ] Καθώς το φως χαμήλωνε πάνω στα τζάμια, και η θάλασσα, που όλο το απόγευμα έμοιαζε να κρατά την αναπνοή της, άρχισε ξαφνικά να αναδεύεται με μικρές ασημένιες κινήσεις, η κυρία Ράμσεϊ σκέφτηκε πως όλα όσα είχαν ειπωθεί στο τραπέζι —η παρατήρηση του κυρίου Ράμσεϊ για τον καιρό, το γέλιο της Λίλι, η απότομη σιωπή του Τζέιμς όταν έπεσε στο πάτωμα το μαχαίρι του— είχαν ήδη περάσει σε μιαν άλλη περιοχή, σε ένα τοπίο όπου τα πράγματα δεν ήταν γεγονότα αλλά σκιές γεγονότων· και ενώ έραβε αργά το στρίφωμα, τραβώντας την κλωστή με εκείνη τη μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη βία που απαιτούν τα λεπτά υφάσματα, ένιωσε ότι το σπίτι, οι φωνές, το τραπέζι με τα ποτήρια, της ζητούσαν να τα συγκρατήσει για λίγο ακόμη, σαν να εξαρτιόταν από τη δική της προσοχή το αν θα έμεναν στη θέση τους ή θα διαλύονταν, όπως διαλύεται η ακτογραμμή όταν την κοιτάζει κανείς πολλή ώρα.

[ Β ] Η παράξενη αίσθηση του μη πραγματικού την τρόμαζε· την ενθουσίαζε όμως κιόλας. Να πάνε στον φάρο. Ναι. Μα τι στέλνει κανείς στον φάρο; Χάθηκαν. Μόνη. Το γκριζοπράσινο φως στον απέναντι τοίχο. Οι άδειες θέσεις. Αυτά ήταν μερικά από τα κομμάτια, ναι, αλλά πώς να τα ενώσει κανείς; αναρωτήθηκε. Σαν να μπορούσε η παραμικρή διακοπή να σπάσει το εύθραυστο σχήμα που έχτιζε πάνω στο τραπέζι, γύρισε την πλάτη της στο παράθυρο για να μην τη δει ο κύριος Ράμσεϊ. Έπρεπε να δραπετεύσει κάπου, να μείνει κάπου μόνη. Ξαφνικά θυμήθηκε. Όταν καθόταν εκεί την τελευταία φορά, πριν από δέκα χρόνια, υπήρχε ένα μικρό σχέδιο, ένα κλαδάκι ή φύλλο, πάνω στο τραπεζομάντιλο, που το είχε κοιτάξει σε μια στιγμή επιφοίτησης. Υπήρχε ένα πρόβλημα με το προσκήνιο ενός πίνακα. Να μετακινήσει το δέντρο στη μέση, είχε πει. Δεν είχε τελειώσει ποτέ εκείνον τον πίνακα. Θα τον ζωγράφιζε τώρα.

[ Γ ] Η κυρία Ράμσεϊ έσκυβε πάνω από το ράψιμό της, και η βελόνα, που χανόταν και ξαναφαινόταν στο ύφασμα, έμοιαζε να κρατά έναν ρυθμό ξένο προς τις φωνές γύρω της· γιατί οι άλλοι εξακολουθούσαν να μιλούν, ο κύριος Ράμσεϊ με εκείνη τη στριφνή βεβαιότητα που έκανε τις λέξεις να πέφτουν σαν μικρές πέτρες από το στόμα του, η Λίλι με το βλέμμα της στραμμένο στο σχήμα που σχημάτιζαν τα ποτήρια πάνω στο τραπέζι, τα χέρια, το λευκό άνοιγμα του τραπεζομάντιλου· κι όμως η κυρία Ράμσεϊ ένιωθε ήδη τη στιγμή να αποσύρεται, να γίνεται ανάμνηση προτού ακόμη τελειώσει, ενώ έξω, μακριά, ο φάρος άναβε με μια ήρεμη επιμονή, σαν να μη φώτιζε τη θάλασσα αλλά το κενό που θα άφηναν πίσω τους όλοι αυτοί, όταν οι καρέκλες θα έμεναν άδειες και το σπίτι θα κρατούσε μόνο τον απόηχο της παρουσίας τους, ένα θρόισμα, το φάντασμα μιας σκιάς.

Όσοι δεν καταλάβατε ποιο από τα τρία αποσπάσματα είναι της Γουλφ, μην ανησυχείτε. Ακόμη και η αδυναμία μας να αναγνωρίσουμε το μηχανικό κείμενο δείχνει πόσο περίπλοκη έχει γίνει η κατάσταση. Τέτοια πειράματα έχουν γίνει ήδη μπόλικα, από πανεπιστήμια, από δημοσιογράφους και από συγγραφείς. Γενικά, άνθρωποι που γνώριζαν καλά το ύφος κάποιων λογοτεχνών (κάποιοι τούς δίδασκαν κιόλας) απέτυχαν σε όλες τις περιπτώσεις να πέσουν 100% μέσα, και στις περισσότερες απέτυχαν period. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη έγινε ξαφνικά μεγάλος συγγραφέας. Σημαίνει —ανάμεσα σε άλλα ενδιαφέροντα— ότι η βεβαιότητα με την οποία μιλάμε για «ψυχή» στο κείμενο είναι πολύ πιο εύθραυστη απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε.

Από την άλλη, η Γουλφ (κυκλοφορεί μια τρομερή μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου από το Δώμα, όχι σαν αυτήν εδώ τη δική μας), δεν θα χαθεί εξαιτίας της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ούτε η μελλοντική Γουλφ. Κάπως θα συνυπάρχουμε, άνθρωποι και μηχανές, μηχανές και άνθρωποι. Μέχρι βέβαια να χαθούμε όλοι, σαν δάκρυα στη βροχή.

* * *

Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη πρωί έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY