Βιβλιο

Γιώργος Θάνος: «Η ανάγκη να εκσυγχρονιστούμε δεν άφησε την λογοτεχνία τρόμου να εξελιχθεί στην Ελλάδα»

Η «νεο-ηθογραφία» ως βίωμα και όχι ως πρόθεση

Γιώργος Δήμος
Γιώργος Δήμος
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Γιώργος Θάνος: Η ανάγκη να εκσυγχρονιστούμε δεν άφησε την λογοτεχνία τρόμου να εξελιχθεί στην Ελλάδα

Ο συγγραφέας Γιώργος Θάνος μιλάει στην Athens Voice για τη λογοτεχνία τρόμου, την ελληνική επαρχία και την ηθογραφία των φαντασμάτων...

Όταν είδα το βιβλίο με την παράξενη γκραβούρα στο εξώφυλλο —όπου απεικονίζονται δύο άνδρες, με ρούχα παλαιότερης εποχής, που σκάβουν έναν τάφο— και τον ανατριχιαστικό τίτλο «Ο άλιωτος και άλλες ιστορίες με βρυκόλακες», στο ράφι με τις νέες κυκλοφορίες στο Public, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ήξερα ότι ήθελα οπωσδήποτε να έχω αυτό το βιβλίο στη συλλογή μου. Μου πήρε μία εβδομάδα για να το διαβάσω, αφότου το αγόρασα, και αυτό γιατί το διάβαζα όσο πιο αργά μπορούσα, μη θέλοντας να τελειώσει. Το μόνο που κατάφερε να με παρηγορήσει, έχοντας μόλις βγει από έναν κόσμο γεμάτο υπερφυσικά φαινόμενα, νεκρούς σε αποσύνθεση, που επιστρέφουν στη ζωή ψάχνοντας αθώα θύματα για να δαιμονίσουν, και ήθη και έθιμα της ελληνικής επαρχίας που αποτελούν ξεκάθαρα υπολείμματα του παγανισμού, ήταν η συνειδητοποίηση ότι η δεύτερη συλλογή διηγημάτων τρόμου από τις εκδόσεις Ροές, σε επιμέλεια του Γιώργου Θάνου, με τίτλο «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα», βρισκόταν ήδη σε κυκλοφορία.

Γιώργος Θάνος: Η ανάγκη να εκσυγχρονιστούμε δεν άφησε την λογοτεχνία τρόμου να εξελιχθεί στην Ελλάδα

Ο Γιώργος Θάνος, γεννημένος στο Βόλο, έκανε το ντεμπούτο του ως συγγραφέας με την συλλογή διηγημάτων «Τα καύκαλα» (εκδ. Ιωλκός), μια σκιαγράφηση της ελληνικής επαρχίας, που κέρδισε το Βραβείο «Μένη Κουμανταρέα» της Εταιρείας Συγγραφέων το 2020. Έχει μεταφράσει ξένα έργα, όπως τη «Χλωμή κυρία» του Αλέξανδρου Δουμά (εκδ. Ροές), που κυκλοφόρησε μέσα στο 2025, και έχει μελετήσει το ελληνικό διήγημα τρόμου όσο λίγοι, συνθέτοντας τις δύο αυτές συλλογές, που αποτελούν τον υπέρτατο φόρο τιμής σε ένα παραγκωνισμένο είδος, με το οποίο, ωστόσο, ασχολήθηκαν μερικοί από τους σημαντικότερους λογοτέχνες μας.

Λόγω της προσωπικής μου αδυναμίας στο λογοτεχνικό αυτό είδος, από όταν ήμουν μικρό παιδί και διάβαζα «Ιστορίες από την κρύπτη» και Έντγκαρ Άλλαν Πόε, η συνάντησή μας με τον Γιώργο Θάνο μου φάνηκε αυτονόητη, όπως και το να προσθέσω τις δύο συλλογές διηγημάτων του στη βιβλιοθήκη μου.

Έναν χρόνο και μερικούς μήνες μετά την κυκλοφορία της συλλογής «Ο άλιωτος και άλλες ιστορίες με βρυκόλακες», κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο η συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα». Κάνοντας την απαραίτητη έρευνα για το πρώτο βιβλίο, συγκεντρώσατε αρκετό υλικό και για τους δύο τόμους, ή δουλέψατε εντελώς ξεχωριστά για το κάθε βιβλίο;

Ξεκίνησα ψάχνοντας στην ελληνική λογοτεχνία διηγήματα που θα μπορούσαν να ανήκουν στο είδος της λογοτεχνίας τρόμου, κυρίως από τη δεύτερη περίοδο της ελληνικής λογοτεχνίας, δηλαδή από το 1880 έως το 1930. Έτσι, στην αρχή, μάζευα υλικό χωρίς να το καταλογογραφώ ή να το χωρίζω σε ενότητες. Απλά διάλεγα ό,τι μου άρεσε. Σιγά-σιγά, συγκεντρώθηκε ένα σώμα κειμένων που μπορούσε να δώσει μια ανθολογία με υπόσταση, που μπορούσε να δουλέψει σαν ολοκληρωμένο έργο. Από ’κει και πέρα, άρχισα να δουλεύω τις συλλογές αυτές ταυτόχρονα. Όταν απευθύνθηκα, λοιπόν, στις εκδόσεις Ροές, η πρότασή μου ήταν και για τις δύο, γιατί ήταν και οι δύο σχεδόν ολοκληρωμένες. Αποφασίσαμε, μαζί με τον εκδοτικό οίκο, ότι αυτό που θα δουλέψουμε πιο εντατικά και θα βγάλουμε πρώτο ήταν ο «Άλιωτος», η ανθολογία με τους βρικόλακες. Υπήρχε, ωστόσο, στο μυαλό μας ότι θα υπάρχει και συνέχεια. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για σίκουελ με την αυστηρή έννοια του όρου, γιατί στην ουσία δουλεύτηκαν παράλληλα, απλά επιλέξαμε ότι θα κυκλοφορήσει πρώτα ο «Άλιωτος».

Αν και το διήγημα στην Ελλάδα γνώρισε μεγαλύτερη επιτυχία και ανάπτυξη από το μυθιστόρημα, το διήγημα τρόμου, και ιδιαίτερα εκείνο που πραγματεύεται το μακάβριο θέμα του βαμπιρισμού δεν υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλές. Ποιοι ήταν οι λόγοι που συνέβαλαν σε αυτό;

Την περίοδο που ξεκινάει και «χτίζεται» το ελληνικό διήγημα, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα (από το 1880 και μετά), υπάρχει μια έντονη ανάγκη να δημιουργήσουμε μια εθνική λογοτεχνία. Γι’ αυτό έχουμε πολύ έντονη άνθιση του νατουραλισμού και της ηθογραφίας. Σε αυτό το πλαίσιο, το να έχεις επιρροές από έξω ήταν, αν όχι «απαγορευμένο», τουλάχιστον λιγάκι περίεργο. Θέλαμε, ουσιαστικά, να δημιουργήσουμε κάτι από το μηδέν, χρησιμοποιώντας τα δικά μας υλικά. Ταυτόχρονα, ενώ στο εξωτερικό η λογοτεχνία τρόμου ήταν μια αντίδραση απέναντι στην «απομάγευση» του κόσμου, που έφερνε η βιομηχανική επανάσταση, η αστικοποίηση κλπ., στην Ελλάδα το πρόταγμα ήταν το εντελώς αντίθετο. Θέλαμε να εκσυγχρονιστούμε και να εξευρωπαϊστούμε, με την απλή και καθημερινή έννοια, του να έχουμε ηλεκτρισμό, βιομηχανία, σιδηροδρόμους κτλ.

Γιώργος Θάνος: Η ανάγκη να εκσυγχρονιστούμε δεν άφησε την λογοτεχνία τρόμου να εξελιχθεί στην Ελλάδα

Το να ασχολείται κάποιος τότε με δοξασίες, προλήψεις και δεισιδαιμονίες πρέπει να φάνταζε περίεργο. Ενώ, λοιπόν, είχαμε πλούσια λαογραφία επάνω σε αυτό το θέμα, όπως τα δημοτικά τραγούδια, που έχουν έντονο το φανταστικό στοιχείο, στην κανονική λογοτεχνία δεν αποτυπώθηκε με τον ίδιο τρόπο. Τα λογοτεχνικά περιοδικά της περιόδου δημοσίευαν ξένα διηγήματα τρόμου, με φαντάσματα και βρικόλακες, συνήθως χαμηλών αξιώσεων, πολλές φορές ανώνυμα, κακομεταφρασμένα ή αντιγραμμένα. Οι Έλληνες λογοτέχνες, ωστόσο, δεν «τσίμπησαν» ιδιαίτερα, παρ’ όλο που ο Πόε, για παράδειγμα, μεταφράστηκε στα ελληνικά πολύ νωρίς, από τον Ροΐδη. Έχουμε, επίσης, το παράδειγμα του «Δράκουλα» του Στόκερ, που κυκλοφόρησε το 1897 και μεταφράστηκε στα ελληνικά μόλις τέσσερα-πέντε χρόνια μετά και μάλιστα από τον Παπαδιαμάντη. Παρ’ όλα αυτά δεν το καλλιεργήσαμε. Μάλλον, στην προσπάθεια να εκσυγχρονιστούμε και να χτίσουμε μια νέα λογοτεχνία, όλα αυτά τα βλέπαμε ως παλιά και χωριάτικα και θέλαμε να τα αφήσουμε σιγά-σιγά πίσω.

Οι λογοτέχνες που ασχολήθηκαν με την λογοτεχνία τρόμου φαίνεται πως είχαν επιρροές κυρίως από Αμερική και Ευρώπη. Ποιοι ήταν οι ξένοι λογοτέχνες που επηρέασαν περισσότερο το συγκεκριμένο κύμα στην χώρα μας;

Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, συνδέθηκαν με την λογοτεχνία τρόμου πολύ σημαντικοί λογοτέχνες, όπως ο Κάρολος Ντίκενς και ο Γκυ ντε Μωπασσάν. Είναι λίγο δύσκολο να πούμε μετά παρρησίας ποιοι από αυτούς επηρέασαν την λογοτεχνία τρόμου στην Ελλάδα, γιατί χρειάζεται μεγάλη φιλολογική έρευνα. Πρέπει να αντιπαραβάλλεις διηγήματα και να πιστοποιήσεις ότι αυτά που λες δεν είναι απλά δικές σου εικασίες, αλλά όντως ότι ο Καβάφης, για παράδειγμα, είχε διαβάσει Χένρυ Τζέημς. Και στις δύο συλλογές, βλέπεις ότι οι περισσότεροι λογοτέχνες κάνανε είτε ηθογραφία, είτε νατουραλισμό. Ενδεχομένως, λοιπόν, να μην είχαν κατασταλαγμένες επιρροές από συγκεκριμένους συγγραφείς, όπως τον Μπραμ Στόκερ ή τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Κυρίως, εστίαζαν στο κομμάτι της ηθογραφίας και μέσα στην παράδοση και την αναπαράσταση της αγροτικής ζωής, πέρασαν και οι δεισιδαιμονίες. Στην «Χτυπημένη», όπου έχουμε δύο λογοτέχνες επηρεασμένους από τον αισθητισμό, η επιρροή του Πόε είναι ολοφάνερη. Από την άλλη, ένα διήγημα που έχω στην «Χτυπημένη» του Μένου Φιλήντα, «Το φάνταμα», παρουσιάζει πάρα πολλές ομοιότητες στη δομή του με το διήγημα «The Cold Embrace» της Μαίρη Ελίζαμπεθ Μπράντον. Αυτό, όμως, για να το ταυτοποιήσεις φιλολογικά, δεν αρκεί μια εικασία. Πρέπει να τεκμηριώσεις, με κάποιο τρόπο, ότι ο Μένος Φιλήντας την είχε διαβάσει. Υπάρχουν, επίσης, αναφορές οι οποίες είναι πολύ «κρυμμένες». Λόγου χάρη, την περίοδο του Μεσοπολέμου, ήταν πολύ συνηθισμένο να ανεβαίνουν παραστάσεις τρόμου με τον Καραγκιόζη. Μια πολύ διαδεδομένη πλοκή ήταν από την «Οικογένεια του Βρικόλακα», του Αλεξέι Τολστόι. Αυτό το ξέρουμε, όχι μόνο γιατί η πλοκή είναι ίδια —αυτό θα μπορούσε να έχει συμβεί γιατί κάποιος Καραγκιοζοπαίχτης είχε βασιστεί στην προφορική παράδοση στην οποία βασίστηκε και ο Τολστόι— αλλά γιατί είναι ίδια ακόμα και τα ονόματα. Από πού έχει έρθει αυτό δεν το γνωρίζουμε, γιατί το έργο δεν είχε μεταφραστεί επισήμως. Έτσι, είναι πάρα πολύ δύσκολο να πούμε με σιγουριά από που ακριβώς είχαν επηρεαστεί οι Έλληνες λογοτέχνες που ασχολήθηκαν με την λογοτεχνία τρόμου.

Κάποια από τα διηγήματα που συμπεριλαμβάνονται στις συλλογές σας είναι πραγματικά σπάνια, όπως για παράδειγμα το διήγημα «Εις το φως της ημέρας», του Κωνσταντίνου Καβάφη, που πρέπει να είναι το μοναδικό του πεζογράφημα που δημοσιεύθηκε ποτέ. Νιώσατε κάπως σαν συλλέκτης σπάνιων βινυλίων ανακαλύπτοντας όλα αυτά τα λογοτεχνικά «διαμάντια»;

Το διήγημα «Εις το φως της ημέρας» του Καβάφη έχει ανθολογηθεί αρκετά και έχει κυκλοφορήσει και αυτοτελώς. Είναι απλά σπάνιο για την βιβλιογραφία του Καβάφη, γιατί πρόκειται πράγματι για το μόνο ολοκληρωμένο του πεζό. Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, ένιωσα όντως ότι ανακαλύπτω κάτι σπάνιο. Τα δύο που θεωρώ «ευρήματα», με την έννοια ότι παρέμειναν άγνωστα για πολλά χρόνια, είναι τα δύο διηγήματα του Αλέξανδρου Πολυχρονάκη: «Η νύχτα του βρυκόλακα» που έχει ανθολογηθεί στον «Άλιωτο» και το «Νεκρού οπτασία» που έχει ανθολογηθεί στην «Χτυπημένη». Ο Πολυχρονάκης δεν ήταν καν επαγγελματίας συγγραφέας. Ήταν αναγνώστης, κατά κύριο λόγο, και συμμετείχε σε διαγωνισμούς διηγημάτων ή έστελνε διηγήματα σε περιοδικά. Το βρίσκω συγκινητικό ότι μετά από εκατό χρόνια ξαναβγαίνουν στην κυκλοφορία δύο διηγήματα ενός ανθρώπου ο οποίος δεν το πάλευε επαγγελματικά και φαντάζομαι δεν είχε ιδιαίτερες φιλοδοξίες να γίνει σπουδαίος συγγραφέας. Ίσως να μην είναι τα μεγαλύτερης λογοτεχνικής αξίας διηγήματα που συμπεριλαμβάνονται στις συλλογές, αλλά ήταν σημαντικά «ευρήματα», γιατί, ενώ ήταν αγνοημένα, υπήρχαν και μπορούμε να τα διαβάσουμε σήμερα, μετά από τόσα χρόνια. Αν όντως υπάρχουν φαντάσματα, σίγουρα θα μας ακούει από κάπου ο Πολυχρονάκης και θα χαίρεται.

Έχετε μια ιδιαίτερη σχέση με το διήγημα, από το πρώτο σας κιόλας βιβλίο, «Τα καύκαλα». Ίσως η δική σας συλλογή διηγημάτων να μην ανήκει στο είδος της λογοτεχνίας τρόμου, αλλά, καθώς πραγματεύεται την ζωή στην ελληνική επαρχία, έχει και αυτή, κατά τη γνώμη σας, έναν λαογραφικό χαρακτήρα;

Σίγουρα, διακρίνω μια ηθογραφική διάσταση, χωρίς να θεωρώ ότι κάνω ηθογραφία. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό που βλέπεις γενικά στην γενιά των συγγραφέων που είναι μεταξύ 35 και 45 ετών. Μερικές από τις πιο γερές μας πένες αυτή τη στιγμή, μεγάλωσαν στην επαρχία: ο Γιάννης Παλαβός στο Βελβεντό, ο Θοδωρής Ρακόπουλος στο Αμύνταιο, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος στην Μαλεσίνα, ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης στην Καρδίτσα. Προσωπικά, μεγάλωσα στο Βόλο και νομίζω ότι στο γράψιμό μου, το επαρχιώτικο βίωμα είναι πάρα πολύ έντονο. Άλλωστε, τα χρόνια που σε καθορίζουν είναι κυρίως τα παιδικά και αν τα έχεις περάσει σε μικρή πόλη, έχεις συγκεκριμένες εικόνες στο μυαλό σου, που δεν έχει κάποιος που έχει μεγαλώσει στην Αθήνα ή την Θεσσαλονίκη. Αυτή η «νεο-ηθογραφία», λοιπόν, όπως έχει χαρακτηριστεί, δεν βγαίνει με πρόθεση, αλλά λογω βιώματος. Στη δική μου περίπτωση, στα «Καύκαλα», έχεις ή την επαρχία, ή τον επαρχιώτη στη μεγάλη πόλη. Δεν μου βγήκε με προθετικότητα. Βγήκε γιατί αυτό υπήρχε μέσα μου.

Γιατί έχουμε σήμερα, κατά τη γνώμη σας, αυτή την ανάγκη να ανατρέξουμε σε καταγραφές της καθημερινότητας και του τρόπου ζωής σε άλλες εποχές και περιοχές της Ελλάδας;

Νομίζω ότι, γενικότερα, η δική μας γενιά επανανακάλυψε την παράδοση με έναν διαφορετικό τρόπο. Μεγαλώνοντας, βλέπαμε την παράδοση ως κάτι το μουσειακό, κάτι το αρχειακό, κάτι το οποίο ήταν και πολιτικά επιλήψιμο. Η παράδοση, όπως την είχαμε στο μυαλό μας, ταυτιζόταν με το σχολείο, τον Εθνικό Ύμνο, τα δημοτικά τραγούδια, ενώ από τους γονείς μας, οι μνήμες από την δικτατορία ήταν ακόμα νωπές. Η παράδοση, λοιπόν, ήταν κάτι το συντηρητικό και απολιθωμένο. Τα τελευταία χρόνια αυτό έχει αλλάξει. Βλέπεις και στη μουσική ακόμα, κάνουν μεγάλη επιτυχία οι Villagers of Ioannina City, ή ακόμα και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, σε λίγο διαφορετικό πλαίσιο. Νομίζω ότι το ίδιο πράγμα έγινε και στην λογοτεχνία. Υπάρχουν πια αρκετοί που δε διστάζουν να χρησιμοποιήσουν ντοπιολαλιές και να περιγράψουν μικρές αγροτικές κοινωνίες. Το γεγονός ότι το «Γκιακ», ας πούμε, που είναι ένα εξαιρετικό, αλλά δύσκολο βιβλίο, συνεχίζει και διαβάζεται δώδεκα χρόνια μετά και συνεχίζει και ασκεί επιρροή, είναι μια έκφανση αυτού του φαινομένου. Δεν ξέρω αν υπάρχει εδώ μια νοσταλγία του «απολεσθέντος Παραδείσου». Στην ουσία, αν πρόκειται για νοσταλγία, νοσταλγούμε κάτι το οποίο δεν γνωρίσαμε. Όπως και να το κάνεις, ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώσαμε, ακόμα και στις μικρές πόλεις, ήταν σύγχρονος και αστικός. Δεν έχουμε, δηλαδή, τα βιώματα που κάποιος θα έλεγε ότι περιγράφουν μια πιο αγνή εποχή. Άλλωστε, κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960, τίποτα δεν ήταν πραγματικά καλύτερο. Ειδικά στην Ελλάδα, είχες ένα μετεμφυλιακό κράτος, μετά ήρθε η χούντα, την οποία διαδέχτηκε μια αργόσυρτη Μεταπολίτευση και ούτω καθεξής. Δεν υπήρξε κάποια εποχή που να πεις ότι τα πράγματα ήταν ιδανικά. Ίσως να υπάρχει, λοιπόν, μια νοσταλγία για κάτι το οποίο δεν γνωρίσαμε ποτέ, και σαν αναγνώστες και σαν ακροατές και σαν δημιουργοί. Έχει να κάνει, παγκοσμίως, με μια επανεκτίμηση της παράδοσης, βλέποντας όλο αυτό το πλαίσιο του παρελθόντος με διαφορετική ματιά.

Γιώργος Θάνος: Η ανάγκη να εκσυγχρονιστούμε δεν άφησε την λογοτεχνία τρόμου να εξελιχθεί στην Ελλάδα

Όσον αφορά τη σχέση του τρόμου και της παράδοσης, επανανακαλύπτουμε κάτι το οποίο θεωρούσαμε «de facto» ξένο και βλέπουμε ότι υπήρχε και εδώ. Για τους βρικόλακες είχαμε πάντα την εικόνα του Κόμη Δράκουλα, που ζει σε ένα σκοτεινό κάστρο στη Ρουμανία. Όταν βλέπεις ότι αυτό το πράγμα μπορεί να μπει στο οικείο σου περιβάλλον, σε εξιτάρει πολύ περισσότερο. Το ίδιο συμβαίνει με τις ιστορίες με φαντάσματα ή τους πειρατές. Έχοντας μεγαλώσει με μια ποπ κουλτούρα όπου οι πειρατές υπάρχουν μόνο στην Καραϊβική, μερικές φορές ξεχνάμε ότι πειρατές υπήρχαν και στη Μεσόγειο. Το να ανακαλύπτεις ότι ένα κομμάτι της ποπ κουλτούρας μπορεί να σε αφορά άμεσα, εσένα ή την οικογένειά σου, είναι πολύ γοητευτικό.

Εκτός από την συγγραφή και την επιμέλεια συλλόγων, έχετε ασχοληθεί και με την μετάφραση ξένων έργων, όπως την «Χλωμή Κυρία», του Αλέξανδρου Δουμά. Τι σας κινεί το ενδιαφέρον σε ένα λογοτεχνικό βιβλίο; Επιλέγετε και τις μεταφράσεις που κάνετε με παρόμοιο κριτήριο;

Γιώργος Θάνος: Η ανάγκη να εκσυγχρονιστούμε δεν άφησε την λογοτεχνία τρόμου να εξελιχθεί στην Ελλάδα

Στην περίπτωση της «Χλωμής κυρίας», λειτούργησα λίγο σαν αναγνώστης. Σκαλίζοντας γενικότερα για την βαμπιρική παράδοση και την εξέλιξή της, έπεσα πάνω στη νουβέλα του Αλέξανδρου Δουμά και βρήκα ότι είναι μια εξαιρετική νουβέλα. Ο Δουμάς είναι ένας τεράστιος συγγραφέας, αλλά στο μυαλό μας τον έχουμε συνδέσει με πολύ συγκεκριμένα έργα, όπως τους «Τρεις σωματοφύλακες» και τον «Κόμη Μοντεκρίστο», όμως ενίοτε ασχολήθηκε και με την λογοτεχνία του φανταστικού. Έχει γράψει, μάλιστα, την συλλογή «Χίλια και ένα φαντάσματα», από όπου προέρχεται και η «Χλωμή κυρία», αλλά και μια λυκανθρωπική ιστορία. Λειτουργώντας, λοιπόν, σαν αναγνώστης που θα ήθελε να υπάρχει στα ελληνικά το βιβλίο αυτό για να το διαβάσει, μπήκα στη διαδικασία να το μεταφράσω και το πρότεινα στις Ροές, που το δέχτηκαν με χαρά. Ταίριαζε, άλλωστε, στη σειρά microMEGA που έχουν, η οποία κάνει εν μέρει αυτό, παρουσιάζει όχι τόσο γνωστά έργα γνωστών συγγραφέων. Είναι μια πάρα πολύ ωραία ιστορία και καθοριστική για την εξέλιξη του βαμπιρικού μύθου, γραμμένη ακριβώς την εποχή που ο μύθος αρχίζει να σχηματοποιείται. Η δράση έχει μετατοπιστεί πλέον στα Καρπάθια και είναι από τις πρώτες φορές που ο βρικόλακας παρουσιάζεται με την μορφή που τον ξέρουμε σήμερα. Αυτά, δηλαδή, που σχηματοποίησε ο Στόκερ πενήντα χρόνια μετά, υπάρχουν ήδη εν σπέρματι στην νουβέλα του Δουμά. Δεν μπορώ να ξέρω αν ο Στόκερ τον είχε διαβάσει, αλλά θα μου έκανε μεγάλη εντύπωση να μην είχε υπόψη του το συγκεκριμένο έργο. Υπάρχουν, δηλαδή, στοιχεία που παρουσιάζω και στο επίμετρο του βιβλίου, τα οποία δείχνουν ότι έχει φοβερές ομοιότητες με την «Χλωμή κυρία», όπως και με την «Καρμίλλα» του Σέρινταν Λε Φανού. Η μετάφραση του κειμένου έγινε από δόκιμες αγγλικές μεταφράσεις και από το γαλλικό πρωτότυπο ταυτόχρονα.

Οι συλλογές αυτές που επικεντρώνονται σε ένα υποείδος της λαογραφίας τρόμου κάθε φορά, θα μπορούσαν να συνεχιστούν για πολλούς ακόμα τόμους, με μάγισσες, καλικάντζαρους, λυκανθρώπους κλπ. Σχεδιάζετε να συνεχίσετε αυτή τη σειρά, ή το δεύτερο θα είναι και το τελευταίο μέρος;

Έχω μαζέψει αρκετό υλικό, αλλά δεν έχω ακόμα κάτι ολοκληρωμένο. Δουλεύω επάνω σε μια ιδέα, οπότε μπορεί να προκύψει και ένα τρίτο, αρκεί να βρω μια συνεκτική πρόταση, ώστε να νιώθω ότι ένα σώμα διηγημάτων έχει να πει κάτι, όπως θεωρούσα ότι έχουν να πουν ο «Άλιωτος» και η «Χτυπημένη». Οπότε αφενός δεν υπάρχει κάτι έτοιμο, αλλά στις προθέσεις μας είναι να υπάρξει τουλάχιστον και ένα τρίτο —αν όχι στο άμεσο μέλλον, τότε στο λίγο απώτερο.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY