Βιβλιο

Ορατή σαν Ζυράννα και αόρατη σαν Ζατέλη

Έγινε η μούσα μας, η λατρεμένη μας, η μοναδική γυναίκα σε μια παρέα τόσο τρελών αγοριών που στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και μας έκανε περήφανους που είμαστε φίλοι της.

4831-35211.jpg
Γιώργος Παυριανός
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Γιώργος Παυριανός και Ζυράννα Ζατέλη σε στούντιο ηχογράφησης
Γιώργος Παυριανός και Ζυράννα Ζατέλη

Ζυράννα Ζατέλη: Ιστορίες από τη ζωή της - Οι σπουδές στο θέατρο, το γράψιμο, οι παρέες της, η καθημερινότητά της και το νέο της βιβλίο «Ορατή σαν αόρατη».

Αρχές Δεκεμβρίου του 1977. Παντού γιρλάντες και φώτα, η πόλη έχει στολιστεί για να υποδεχτεί την Γέννηση του Χριστού και τον Καινούργιο Χρόνο. Είμαι μαζί με τον Γιώργο Ευσταθίου μπροστά σε μια γκρίζα, παλιά πολυκατοικία στην οδό Θαλού 5. Δίπλα ακριβώς είναι το κτίριο της ΑΣΔΕΝ, η Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκησις Εσωτερικού και Νήσων. Από μέσα ακούγεται η στρατιωτική μπάντα που κάνει πρόβα με Χριστουγεννιάτικα τραγούδια.  Είμαι 22 χρονών και μόλις έχω αρχίσει να δουλεύω στο Τρίτο Πρόγραμμα. Ο Μάνος Χατζιδάκις μου έχει αναθέσει να σκηνοθετήσω ένα μεσαιωνικό μυστήριο, ένα έργο για τη Γέννηση, που θα παιχτεί από το ραδιόφωνο ανήμερα Χριστούγεννα. Έχω συμφωνήσει με τον Ευγένιο Σπαθάρη να παίξει τους Τρεις Μάγους με τρεις διαφορετικές φωνές, τον Ηλία Λιούγκο να τραγουδήσει ένα τραγούδι του Δημήτρη Λέκκα σαν Άγγελος εξ ουρανού, και μετά από πολύ κόπο και επιμονή, έχω πείσει την Σαπφώ Νοταρά να παίξει τον Ηρώδη! «Με λένε Σαπφώ, θα παίξω και τον Ηρώδη, ποιος ξέρει τι θα νομίσει ο κόσμος» «Τι θα νομίσει;» «Ότι είμαι λεσβία!» Είχε και άλλες επιφυλάξεις, μεσολάβησε όμως ο άγιος Μάνος Χατζιδάκις και τελικά την έπεισε. Δεν είχα βρει ποια θα έπαιζε τον ρόλο της Παναγίας. Δεν ήθελα να είναι γνωστή ηθοποιός, ήθελα όμως να έχει μια φωνή ιδιαίτερη.

«Έχω μια φίλη που είμαι σίγουρος ότι κάνει για Παναγία» μου λέει ο Ευσταθίου. «Πώς τη λένε;» «Ζυράννα Ζατέλη» «Τι παράξενο όνομα. Έχει μέσα δύο Ζήτα, Ζυράννα και Ζατέλη» «Είναι σπάνιο πλάσμα, θα μαγευτείς άμα την γνωρίσεις» «Να την πάρουμε τηλέφωνο» «Δεν έχει τηλέφωνο, θα περάσω από το σπίτι της και θα της ρίξω σημείωμα κάτω απ' την πόρτα». Έτσι και έγινε, και να 'μαστε εδώ, στην οδό Θαλού 5, στην Πλάκα, απ' έξω από την πολυκατοικία που έμενε. Ο Γιώργος με είχε προειδοποιήσει: «Θα εμφανιστεί η Ραείσα, μια Βουλγάρα που πηδιέται με τους φαντάρους δίπλα στην ΑΣΔΕΝ, για ένα 20αρικο. Αυτή είναι ιδιοκτήτρια, σ' αυτην ανήκει όλη η πολυκατοικία. Αν μας κάνει καμιά μανούρα, εσύ μην μιλήσεις, ασ' το πάνω μου». Τι είχε συμβεί; Η Ραείσα έβλεπε κόσμο να ανεβοκατεβαίνει στο δώμα και νόμιζε ότι ήταν πελάτες δικοί της, που τους έπαιρνε η Ζυράννα. Έτσι, κάθε φορά που κάποιος άντρας ανέβαινε τις σκάλες, περνούσε πρώτα από τον έλεγχο της Ραείσας.

Δεν έχουμε προλάβει να μπούμε μέσα και εμφανίζεται μια χοντρή φελλινική φιγούρα που αρχίζει να μας βρίζει: «Στο ντιάολο! Στο ντιάολο να πάτε! Κι εσείς γκόμενοι είστε; Ντεν είναι εντώ! Εχει φύγκει! Να φύγκετε κι εσείς! Να πάτε στο ντιάολο!» Ο Γιώργος παίρνει αυστηρό ύφος και πλησιάζει την Ραείσα απειλητικά: «Αστυνομία! Δείξε μας τα χαρτιά σου. Έχεις ταυτότητα;» Η Ραείσα λουφάζει σαν δαρμένο σκυλί. «Εγκώ έχει χαρτιά. Αυτή ντεν έχει. Φέρνει γκόμενους. Όλη μέρα. Όλη νύχτα» λέει στον Γιώργο με μισοκακόμοιρο ύφος και δείχνει την ταυτότητά της. «Καλά, κάνε πέρα, θα πάμε να δούμε εμείς τι συμβαίνει» της λέει με μπάτσικη φωνή ο Ευσταθίου, την παραμερίζει, κάνει νόημα σε εμένα να τον ακολουθήσω και αρχίζουμε να ανεβαίνουμε τα σκαλιά.

Στην ταράτσα υπάρχει ένα δώμα, η πόρτα είναι ανοιχτή και μια μυρωδιά από αρωματικά στικς μας υποδέχεται. Μπαίνουμε μέσα και παθαίνω σοκ. Ένα μικρό δωμάτιο καλυμμένο από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι με φωτογραφίες της Γκρέτα Γκάρμπο, της Μάρλεν Ντητριχ, του Ντοστογιέφσκι, του Παπαδιαμάντη, του Ρεμπώ. Κάδρα με άγνωστα τοπία. Μια βεντάλια με φτερά παγωνιού. Σχέδια και σκίτσα πάνω στους τοίχους. Καρτ Ποστάλ από διάφορα μέρη του κόσμου. Ένα παλιό σιδερένιο κρεβάτι καλυμμένο με μωβ υφάσματα. Οικογενειακές φωτογραφίες. Ένα βελούδινο ταμπλό, κεντημένο με πούλιες και πάνω του μια επιγραφή με καλλιγραφικά γράμματα: «Ο θάνατος θα έρθει και θα έχει τα μάτια σου»...

Στη μέση του δωματίου, ντυμένη στα μωβ, μια ψιλόλιγνη φιγούρα ανακατεύει κάτι μέσα σε μια κατσαρόλα με μωβ νερό. Σηκώνει το κεφάλι της και τα μάτια της λάμπουν σαν αναμμένα κάρβουνα. «Α, ήρθατε;» λέει σιγανά. «Σας έκανε φασαρία η Ραείσα στην είσοδο; Άκουγα από κάτω τις φωνές» «Μη σε νοιάζει και την έβαλα εγώ στη θέση της» λέει ο Ευσταθίου. «Από εδώ ο φίλος μου ο Γιώργος Παυριανός. Γιώργο, αυτή είναι η Ζυράννα Ζατέλη που σου έλεγα». Την κοιτάω μαγεμένος, αυτή απλώνει το αδύνατο, μικρό χεράκι της και με χαιρετάει. «Χαίρω πολύ» μου λέει «Να σας προσφέρω ένα τσάι;»

Η Ζυράννα Ζατέλη φωτογραφημένη στη Βουκουρεστίου

Κάθομαι στη μοναδική καρέκλα, ο Γιώργος κάθεται στο κρεβάτι, η Ζυράννα ετοιμάζει το τσάι. Την παρατηρώ όπως μιλάει και κινείται στο χώρο και προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτή η κοπέλα. Μάγισσα; Εξωγήινη; Φρικιό; Εξωτικό; «Η Ζυράννα σπουδάζει ηθοποιός» μου λέει ο Ευσταθίου σα να μαντεύει την σκέψη μου. «Και γράφει» «Γράφεις; Τι γράφεις;» την ρωτάω με ενδιαφέρον. «Τίποτα, πράγματα δικά μου, της φαντασίας μου» απαντάει και με μια ασυναίσθητη κίνηση κρύβει ένα μπλοκάκι κάτω από τα βελούδινα μαξιλάρια. Όσο περνάει η ώρα και μιλάμε, σιγουρεύομαι ακόμα περισσότερο ότι κάνει για το ρόλο της Παναγίας. Της το λέω. Χαμογελάει. «Μήπως υπάρχει ρόλος της Μαγδαληνής; Μπορώ να τον παίξω καλύτερα!» Γελάμε, καπνίζουμε, πίνουμε τσάι και λίγο πριν φύγουμε, κανονίζουμε να έρθει σπίτι μου το συντομότερο, για να αρχίσουμε τις πρόβες.

Ένας μανιασμένος, άγριος βοριάς, ούρλιαζε έξω από το μικρό σπιτάκι στην οδό Πινότση 13, στο Κουκάκι. «Τέτοιο κρύο έχω να δω από την Κατοχή» γκρινιάζει η Σαπφώ Νοταρά. Είμαστε στο σπίτι μου και κάνουμε πρόβα με την Σαπφώ, τον Ευγένιο Σπαθάρη και την Ζυράννα. Κάνει ψοφόκρυο, έχω μια ξυλόσομπα, αλλά τα ξύλα έχουν τελειώσει, καίω εφημερίδες για να ζεσταθούμε και το δωμάτιο έχει ντουμανιάσει από τον καπνό. Η πρόβα γίνεται με άγχος, ο Σπαθάρης πρέπει να προλάβει το λεωφορείο, η Σαπφώ πρέπει να είναι στο θέατρο στις 8.30. Παίζει με την Έλλη Λαμπέτη στη «Φιλουμένα Μαρτουράνο». Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η Σαπφώ δεν έχει πάρει με καλό μάτι την Ζυράννα. Ενώ εγώ της λέω να κάνει τη φωνή της κοριτσίστικη και μελαγχολική, η Σαπφώ της λέει να την κάνει πιο βαριά, πιο μητρική. «Όχι, Σαπφώ μου, η Παναγία όταν γέννησε τον Χριστό δεν ήταν ούτε 16 χρονών, θέλω η φωνή της να ακούγεται κοριτσίστικη αλλά σοβαρή» «Μα είναι η Παναγία!» «Και επειδή είναι η Παναγία, πρέπει να μιλάει σαν την Σωτηρία Μπέλλου;» Η Ζυράννα ακούει με σεβασμό κι υπομονή, αλλά την βλέπω, τα έχει πάρει στο κρανίο. Το ίδιο και ο Σπαθάρης. «Για πάμε άλλη μια φορά» λέω και η πρόβα αρχίζει, με την Σαπφώ να κάνει τον σκηνοθέτη, να διακόπτει συνέχεια και να βάζει την δύστυχη Ζυράννα να λέει τον ρόλο της ξανά και ξανά.

Όταν έφτασε 8 η ώρα σταματήσαμε, βγήκαμε έξω στην Βεΐκου, η θύελλα είχε κοπάσει, ο Σπαθάρης πήρε το λεωφορείο, οι υπόλοιποι μπήκαμε σε ένα ταξί. Αφού θα πηγαίναμε την Σαπφώ στο θέατρο, ήταν ευκαιρία να δούμε κι εμείς την παράσταση, η Ζυράννα λάτρευε την Λαμπέτη, ήθελε να την γνωρίσει από κοντά. Μέσα στο ταξί η Σαπφώ μας λέει ότι η Λαμπέτη είναι κακός άνθρωπος, ότι την έχει βάλει σε ένα καμαρίνι ψηλά κι ανεβοκατεβαίνει μια σκάλα με κίνδυνο να σκοτωθεί, ότι δεν την αφήνει να υποκλιθεί μόνη της στο τέλος της παράστασης. Κάθεται μπροστά, ο ταξιτζής την αναγνωρίζει, «Κυρία Σαπφώ, πού παίζετε να έρθουμε να σας δούμε;» τη ρωτάει. «Να ανοίξεις μια εφημερίδα να δεις πού παίζω!» του απαντάει άγρια. Μετά γυρνάει πίσω σε εμάς, «Απολίτιστοι άνθρωποι!» μας λέει και μας δείχνει με τα μάτια τον ταξιτζή. Την ακούμε χωρίς να μιλάμε, φτάνουμε στο θέατρο, γίνεται χαμός, κόσμος, φασαρία, η Σαπφώ πάει να ετοιμαστεί, εμείς μπαίνουμε στην ουρά και ευτυχώς βρίσκουμε δυο θέσεις. Μπαίνουμε στο θέατρο, μετά από λίγο η παράσταση αρχίζει η σκηνοθεσία είναι τέλεια, η Λαμπέτη είναι μαγική, αλλά όταν η Σαπφώ λέει: «Ξερό σκατό στον τοίχο δεν κολλάει!» πέφτει το θέατρο από τα γέλια και από τα χειροκροτήματα.

Τελειώνει η παράσταση και περιμένουμε έξω από το καμαρίνι της Λαμπέτη. Από πάνω, ψηλά, ακούγεται η αγριοφωνάρα της Νοταρά: «Πιάστηκαν τα πόδια μου να ανεβοκατεβαίνω αυτές τις σκάλες! Ο Τσαρούχης κόντεψε να σκοτωθεί!» Μπαίνουμε στο καμαρίνι, η Λαμπέτη είναι σκυμμένη και υπογράφει ένα αυτόγραφο, ενώ συγχρόνως ψιθυρίζει με την χαρακτηριστική φωνή της: «Σκάσε πια σκατόγρια, κωλόγρια, σκάσε επιτέλους, βγάλε το σκασμό, άει στο διάολο, μου έχεις σπάσει τα νεύρα!» Μένω ξερός από τον τρόπο που μιλάει αυτό το ευαίσθητο, αέρινο πλάσμα. Αντιλαμβάνεται την παρουσία μας, σηκώνει τα μάτια και μέσα από τον καθρέφτη βλέπει την Ζυράννα. «Ααα!» βγάζει μια αυθόρμητη, τρομαγμένη φωνή, σα να είδε φάντασμα. Κι έπειτα συμπληρώνει: «Τι όμορφη που είστε!» και τα μαύρα μελαγχολικά μάτια της διασταυρώνονται με τα μωβ, φλογισμένα μάτια της Ζυράννας. Καταλαβαίνω ότι πρέπει να τις αφήσω μόνες. Σκύβω και φιλώ το χέρι της Λαμπέτη, βγαίνω και κλείνω διακριτικά την πόρτα του καμαρινιού.

Το μεσαιωνικό μυστήριο παίχτηκε ανήμερα Χριστούγεννα και είχε μεγάλη επιτυχία. Άρχισα να σκηνοθετώ κανονικά για το ραδιόφωνο, θεατρικά, όπερες, το Τρίτο Στεφάνι. Με την Ζυράννα γίναμε φίλοι κι όταν μερικά χρόνια αργότερα, πιάσαμε ένα σπίτι με τον Ευσταθίου, στον περιφερειακό του Φιλοπάππου, μας επισκεπτόταν σχεδόν κάθε μέρα. Έφτιαχνε έναν ελληνικό καφέ, καθόταν σταυροπόδι πάνω στο κρεβάτι, έβγαζε τα μπλοκάκια της και άρχιζε να γράφει. Μπορούσε να μείνει εκεί ολόκληρη ημέρα, κουλουριασμένη σαν την γάτα. Έπινε μικρές γουλιές από τον καφέ της και όταν πείναγε, έβγαζε από την τσάντα της δύο μπισκότα πτι-μπερ, έβαζε ανάμεσά τους ένα λουκούμι, το πίεζε λίγο να κολλήσει με τα μπισκότα κι αυτό ήταν το φαγητό της, το «πλακωτό» όπως το έλεγε. Δάγκωνε μικρές μπουκίτσες και έγραφε, έγραφε, έγραφε. «Πότε θα μας διαβάσεις κάτι από αυτά που γράφεις;» τη ρωτούσα. «Όταν έρθει η ώρα» «Θέλεις να σου φέρω λίγο γιουβετσάκι με αρνάκι να φας;» «Αφού το ξέρεις, Γιώργο, ότι δεν τρώω κρέας. Εμένα μου αρκεί ένα "πλακωτό" και ένα καφεδάκι».

Στις 24 Φεβρουαρίου 1981 είμαστε μαζεμένοι μπροστά στην τηλεόραση και βλέπουμε το «Φως του Αυγερινού», ένα σίριαλ με τον Αλμπέρτο Εσκενάζυ, την Κοραλία Καράντη, τον Άγγελο Αντωνόπουλο, την Τζένη Ρουσσέα. Μαζί μας είναι και ο καλός μας φίλος και σπουδαίος ηθοποιός, ο Λευτέρης Βογιατζής. Η Ζυράννα είναι μέσα στο δωμάτιο του Γιώργου και γράφει, όπως πάντα. Παρακολουθούμε το επεισόδιο, καπνίζουμε, πίνουμε, κάνουμε σχόλια, γελάμε, όταν ξαφνικά, ο Λευτέρης, λες και έχει πάθει επιληψία, γουρλώνει τα μάτια, βάζει το χέρι του στο αυτί «Σεισμός!» μας λέει. «Έρχεται σεισμός!» Τον κοιτάζουμε όλοι παραξενεμένοι «Λευτέρη έχεις τρελαθεί; Πού τον είδες τον σεισμό;» του λέω αυστηρά. «Σας λέω έρχεται σεισμός!» επιμένει ο Λευτέρης και πράγματι φίλε μου, μετά από λίγο το σπίτι πάει κι έρχεται από ένα σεισμό που δεν λέει να σταματήσει. Ήταν ο μεγάλος σεισμός των Αλκυονίδων, 6,6 ρίχτερ, που σκότωσε 20 ανθρώπους και τραυμάτισε εκατοντάδες. Πεταχτήκαμε όλοι πάνω και τρέξαμε να βγούμε από το σπίτι. Όλοι εκτός απ' την Ζυράννα. Με ηρεμία βουδιστή μοναχού, μάζεψε πρώτα τα μπλοκάκια της, δίπλωσε το «πλακωτό» στην χαρτοπετσέτα, τα έβαλε με προσοχή στην μωβ τσάντα και έπειτα, με μικρά πηδηματάκια βγήκε έξω.

Τρεις μέρες μείναμε όλοι μαζί στο σπίτι, κοιτώντας τον Λευτέρη. Και όταν άρχιζε σαν Κασσάνδρα να φωνάζει «Σεισμός! Σεισμός!» πεταγόμασταν και τρέχαμε προς την έξοδο. Δέκα φορές μας είπε «Σεισμός!» και στις δέκα έπεσε μέσα! «Μα πώς τον καταλαβαίνεις;» τον ρώτησα. «Τον ακούω. Ακούω ένα θόρυβο να έρχεται. Εσείς δεν τον ακούτε;» μας ρώταγε ο αλαφροΐσκιωτος Λευτέρης.

Το Μontparnasse είναι ένα μικρό μπαράκι στην οδό Χάρητος. Είναι άνοιξη και η Χάρητος μοσχοβολάει από τις ανθισμένες νεραντζιές. Στην είσοδο, η Ράτκα Κούνδουρου μας κόβει από την κορυφή μέχρι τα νύχια. «Αφού είστε φίλοι της Ζυράννας, περάστε» μας λέει στο τέλος. Μπαίνουμε, εγώ κι ο Ευσταθίου, βλέπουμε ένα μακρόστενο χώρο, με τραπεζάκια από την μια μεριά και το μπαρ από την άλλη. Στους τοίχους υπάρχουν παλιές αφίσες και φωτογραφίες. Το μαγαζί είναι γεμάτο με διάσημους πελάτες, που τρώνε, πίνουν, γελάνε, καπνίζουν, φλερτάρουν, κάνουν γνωριμίες, κλείνουν δουλειές. Η Ζυράννα δουλεύει εδώ, την  βλέπουμε πίσω από το μπαρ να παλεύει με τις φωτιές. Φτιάχνει Spanish Coffee ένα κοκτέιλ που στο τέλος πρέπει να προσθέσεις αναμμένο Grand Marnier. Το κάνει με φόβο αλλά και αποφασιστικότητα. «Πρόσεξε! Θα καείς! Από Ζυράννα θα γίνεις Ζαν ντ' Αρκ!» της λέω γιατί βλέπω τις μωβ δαντέλες και τα μωβ μαλλιά, να πλησιάζουν επικίνδυνα το αναμμένο Grand Marnier. «Δεν έχω ανάγκη εγώ» μου απαντάει. «Δεν τις φοβάμαι τις φωτιές, εγώ είμαι από το Σοχό, εκεί περπατάνε πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Τι θα πιείτε» «Spanish Coffee!» λέμε και οι δυο με μια φωνή. Η Ζυράννα μας ρίχνει ένα φαρμακερό βλέμμα, βγάζει έναν σιγανό αναστεναγμό, παίρνει δυο ποτήρια και αρχίζει να ετοιμάζει τα κοκτέιλ.

Είμαστε άφραγκοι και θεονήστικοι. Καλά τα ποτά, θα μας τα κεράσει η φίλη μας. Από φαΐ όμως τι γίνεται; Ο Γιώργος μου έχει πει ότι θα μας κέρναγε και μακαρονάδα με μανιτάρια. «Περιμένετε μέχρι να κλείσουμε και θα σας φέρω ό,τι μακαρόνια έχουν περισσέψει. Μπορεί να έχει μείνει και τούρτα σοκολάτα πικρή» μας λέει ψιθυριστά. Πράγματι, μένουμε μέχρι αργά, καταβροχθίζουμε μακαρονάδες και πικρές τούρτες, ευχαριστούμε τη Ζυράννα και τη Ράτκα και ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, έχει ξημερώσει πια. «Να έρχεστε όποτε θέλετε να σας κερνάμε» μας λέει η Ράτκα. «Οι φίλοι της Ζυράννας είναι και δικοί μας φίλοι!»

Γιώργος Παυριανός και Ζυράννα Ζατέλη

Αύγουστος του 1983, ανήμερα της Παναγίας. Δεκαπενταύγουστος. Έσκαγε ο τζίτζικας, η Αθήνα είχε αδειάσει, όλοι είχαν φύγει για διακοπές, εκτός από εμένα και μερικούς άλλους που είχαμε μείνει να φυλάμε την έρημη πόλη. Χτυπάει το τηλέφωνο και είναι η Ζυράννα. «Θέλεις να έρθεις από το σπίτι μου; Θα φύγω ταξίδι σε λίγες μέρες και θέλω να σε δω» «Πού θα πας;» «Στην Γερμανία, στην Γαλλία, δεν ξέρω ακόμα». Την έπιαναν κατά διαστήματα τάσεις φυγής, έπαιρνε το Magic Bus, ένα λεωφορείο που ταξίδευε σε όλη την Ευρώπη με φτηνό εισιτήριο και πήγαινε στη Ρώμη, στο Παρίσι, στο Βερολίνο. Πριν φύγει ετοίμαζε ένα κουτί «Πρώτων Βοηθειών» όπως το έλεγε. Έβαζε μέσα πολλά πακέτα με τσιγάρα Sante, μπισκότα και λουκούμια για το γνωστό «πλακωτό», καφέ ελληνικό, ασπιρίνες και οινόπνευμα, δυο-τρία μπλοκ για να γράφει και στυλό με μωβ μελάνι. Μου έστελνε κάρτες από τα μέρη που επισκεπτόταν, αλλά πώς ζούσε εκεί, ποιους συναντούσε και τι έκανε, ήταν μέγα μυστήριο, δεν μου είχε πει ποτέ κουβέντα.

Το βραδάκι που δρόσισε, πήρα μια κούτα τσιγάρα Sante και πήγα στο σπίτι της στην οδό Θαλού. Στην είσοδο περίμενα να δω την Ραείσα, αλλά δεν εμφανίστηκε. Ανέβηκα τα σκαλιά, η πόρτα ήταν ανοιχτή, καθόταν πάνω στο κρεβάτι και για πρώτη φορά είδα πως δεν έγραφε, κεντούσε κάτι πούλιες πάνω σε ένα κατακόκκινο βελούδινο ύφασμα. Της δίνω τα τσιγάρα, την φιλάω, «Δεν είδα τη Ραείσα στην είσοδο» της λέω. «Τώρα η Ραείσα! Πάει, πέθανε! Πριν από μήνες την βρήκανε νεκρή στην είσοδο. Το διαμέρισμά της ήταν γεμάτο με σκουπίδια. Τρία φορτηγά του Δήμου χρειάστηκαν για να το αδειάσουν! Και από κάτω από το στρώμα της βρήκανε πάκο τα χιλιάρικα!» «Και τώρα; Ποιος θα τα πάρει όλα αυτά;» «Όποιος και να τα πάρει, είναι σίγουρο πως θα κάνει καινούργια συμφωνητικά για να ανεβάσει το νοίκι. Μου φαίνεται πως θα πρέπει να αρχίσω να τα μαζεύω σιγά-σιγά και να φύγω από δω».

Μου έφτιαξε βυσσινάδα, πήγε και κουλουριάστηκε ξανά πάνω στο κρεβάτι. «Τόσα χρόνια μου λες γιατί δεν σου διαβάζω κάτι από αυτά που γράφω. Σήμερα λοιπόν θα σου διαβάσω μια ιστορία μου. Θέλεις; Δεν την έχω διαβάσει σε κανέναν άλλο!» «Και το ρωτάς; Ξεκίνα αμέσως!» της λέω με λαχτάρα. Σβήνει το τσιγάρο, παίρνει ένα χειρόγραφο κι αρχίζει να μου διαβάζει την «Περσινή Αρραβωνιαστικιά». Την ακούω που διαβάζει απλά και καθαρά, με αυτή την ντροπαλή, κοριτσίστικη φωνή, που όμως δεν είναι παιδική, κρύβει πείρα, πόθο, πάθος. Ακούω την ιστορία με αγωνία και ενδιαφέρον και περιμένω να δω τι θα γίνει στο τέλος. Όταν τελειώνει, με αυτή την υπέροχη ανατροπή, σηκώνομαι, την αγκαλιάζω και την φιλάω. «Μπράβο! Είσαι σπουδαία! Δεν το περίμενα πως γράφεις τόσο ωραία!» Έσκυψε το κεφάλι. «Όλοι αυτό μου λένε» «Τι; Το έχεις διαβάσει και σε άλλους;» Γέλασε ένοχα. «Ε, σε καμιά δεκαριά... Αλλά είναι όλοι φίλοι σαν κι εσένα!»

Ένα χρόνο μετά η «Περσινή αρραβωνιαστικιά» κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τις εκδόσεις Οδός Πανός, με τεράστια επιτυχία. Οι αναγνώστες ήταν ενθουσιασμένοι, οι κριτικοί έγραφαν ύμνους. Είχε καιρό ένα βιβλίο να κάνει τέτοια εντύπωση στο αναγνωστικό κοινό. Και από τότε, με αυτό, αλλά και με τα επόμενα βιβλία της, έγινε γρήγορα όχι μόνο μια αγαπημένη συγγραφέας, αλλά και ένα πρόσωπο μυστηριώδες, σχεδόν μυθικό. Γιατί μπορεί για εμάς τους φίλους της, να υπάρχει η ορατή Ζυράννα, η φίλη μας, που δεν τρώει κρέας, που φοράει μωβ ρούχα, που πίνουμε μαζί της καφέ, που πάμε μαζί στον Επιτάφιο και στο Ηρώδειο, όμως υπάρχει πια και η αόρατη Ζατέλη, ένα άλλο πρόσωπο, που δεν θα το δούμε ποτέ, που χάνεται για χρόνια μέσα στα γραπτά της και ξαφνικά εμφανίζεται με ένα καινούργιο βιβλίο. Η ορατή Ζυράννα γυρίζει όλη μέρα κι όλη νύχτα και ταΐζει γάτες, μαζεύει εικόνες, βλέπει ταινίες, συναντάει φίλους και γνωστούς, ψάχνει σε παλιά σημειωματάρια, ονειρεύεται και ξυπνάει, βυθίζεται στις αναμνήσεις της και όλα αυτά τα προσφέρει στην άλλη, στην αόρατη Ζατέλη. Κι αυτή, για χρόνια, γράφει, σβήνει, παλεύει με τις φωτιές, κόβει και ράβει, μέχρι να μπουν οι σωστές λέξεις, στη σωστή σειρά, να εμφανιστούν τα πρόσωπα και να φτιαχτεί η ιστορία.

Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το καινούργιο της μυθιστόρημα. «Πώς λέγεται;» τη ρωτάω. «Ορατή σαν αόρατη» «Θα μου διαβάσεις δυο σελίδες από την αρχή;» Διστάζει λίγο και μετά αρχίζει να διαβάζει με εκείνη την κοριτσίστικη φωνή που είχα πρωτακούσει στην οδό Θαλού 5. Είναι πιο ώριμη τώρα και πιο βαθιά, αλλά έχει την ίδια παθιασμένη αθωότητα.

Την ακούω και σκέφτομαι ότι η επιτυχία της Ζυράννας Ζατέλη είναι κατά κάποιον τρόπο και επιτυχία της παρέας μας. Στα σπίτια μας γράφτηκαν πολλές σελίδες από τα βιβλία της, ίσως να μας έχει βάλει έντεχνα και σε κάποιες από τις ιστορίες της, εμείς ήμασταν οι πρώτοι που μας διάβασε τα γραπτά της, ο φίλος μας ο Γιώργος Χρονάς της εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο. Έγινε η μούσα μας, η λατρεμένη μας, η μοναδική γυναίκα σε μια παρέα τόσο τρελών αγοριών που στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και μας έκανε περήφανους που είμαστε φίλοι της. Γι' αυτό κι εγώ, έγραψα ένα τραγούδι που λέγεται «Η Ζυρά η αμαρτωλή» και το τραγουδάει η Βούλα Σαββίδη, σε μουσική Δημήτρη Λέκκα. Είναι αφιερωμένο σ' αυτήν, στην ορατή Ζυράννα. Κάποια στιγμή θα πρέπει να γράψω και ένα για την άλλη, την αόρατη Ζατέλη, που την οδηγούν άγγελοι...


ΙNFO: Η Ζυράννα Ζατέλη διαβάζει αποκλειστικά για την Athens Voice, τις πρώτες σελίδες από το νέο της μυθιστόρημα «Ορατή σαν αόρατη». Μπορείτε να την ακούσετε στο Podcast Μυθικά Πρόσωπα που είναι αφιερωμένο σε αυτήν.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ