- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Θέμελης Γλυνάτσης – Λέσλι Τράβερς: Η νέα Άννα Μπολένα της ΕΛΣ δεν μοιάζει με ό,τι έχουμε δει
Η νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μετατρέπει την όπερα του Ντονιτσέτι σε μια σύγχρονη σκηνική εμπειρία
Θέμελης Γλυνάτσης – Λέσλι Τράβερς: Ο σκηνοθέτης και ο σκηνογράφος της «Άννα Μπολένα» μιλούν στην ATHENS VOICE για τη βία, την ιστορία και το σήμερα
Μια νέα συναρπαστική παραγωγή της «Άννα Μπολένα» του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, ανεβαίνει στις 26 Μαρτίου από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο πλαίσιο του θεματικού άξονα «Η όπερα του μέλλοντος από τη μήτρα του παρελθόντος». Ο ταλαντούχος σκηνοθέτης της παράστασης Θέμελης Γλυνάτσης μετατρέπει την «Άννα Μπολένα», από ρομαντικό ιστορικό δράμα, σε πεδίο σύγκρουσης διαφορετικών εκδοχών ιστορικότητας.
Αντί να αναβιώσει παθητικά την τραγική ιστορία της δεύτερης συζύγου του Ερρίκου Η΄ της Αγγλίας, εξετάζει πώς η αισθητικοποίηση της βίαιης πολιτικής πραγματικότητας από τον ρομαντισμό του 19ου αιώνα συνεχίζει να διαμορφώνει τον τρόπο που συγκινούμαστε σήμερα.
Τα κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη από την ιστορική παραγωγή του 1976 επανεμφανίζονται όχι ως νοσταλγικό εύρημα, αλλά ως δραματουργικό υλικό μέσα σε έναν σκηνικό χώρο που λειτουργεί ως αρχειακό οικοσύστημα – ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, όπου πρόσωπα και αντικείμενα εκτίθενται, μεταμορφώνονται και αποκαλύπτουν τους μηχανισμούς εξουσίας που η οπερατική γοητεία συχνά αποκρύπτει.
Θέμελης Γλυνάτσης – Λέσλι Τράβερς: Μια συζήτηση με τον σκηνοθέτη και τον σκηνογράφο της «Άννα Μπολένα»
Η ανατρεπτική προσέγγιση μιας από τις ομορφότερες όπερες του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου στάθηκε αφορμή για μια εξίσου ανατρεπτική συζήτηση με τον Θέμελη Γλυνάτση και τον «συνένοχό» του στο τολμηρό τους εγχείρημα, τον διεθνώς καταξιωμένο Βρετανό σκηνογράφο Λέσλι Τράβερς.
Ο Τιμοτέ Σαλαμέ και η τέχνη που έχουμε ανάγκη
Ξεκινώντας την κουβέντα μας δεν μπορούσα να μη ζητήσω τη γνώμη τους για την ατυχή δήλωση του διάσημου ηθοποιού ότι «κανείς δεν ενδιαφέρεται πια για την όπερα και το μπαλέτο», ειδικά όταν η δική τους ανάγνωση της «Άννα Μπολένα» απέχει πολύ από τη λογική του «μουσειακού αντικειμένου».
Θέμελης Γλυνάτσης: Αυτό που είπε ο Σαλαμέ είναι βλακώδες, γιατί το ίδιο μπορεί να πει κανείς για όλες τις μορφές τέχνης, ότι κατά μία έννοια είναι ξεπερασμένες. Και ο κινηματογράφος μπορεί να πεθαίνει. Όμως δεν χρειαζόμαστε τις τέχνες γενικά. Αυτό που έχουμε ανάγκη είναι μια τέχνη που να ξυπνά το μυαλό, να διεγείρει συναισθήματα, να έχει τη δύναμη να εισάγει έναν καινούργιο διάλογο ανάμεσα σ’ αυτό που συμβαίνει στη σκηνή και στο κοινό, όπως επίσης και σ’ αυτό που συμβαίνει ανάμεσα στους καλλιτέχνες που δουλεύουν ομαδικά για να δημιουργήσουν κάτι. Η τέχνη είναι μια μορφή γλώσσας και μπορεί να ξεπεραστεί και να χαθεί όπως συνέβη με πολλές γλώσσες. Αντίθετα, όσες είναι εύπλαστες, αλλάζουν, εξερευνούν εναλλακτικές μορφές έκφρασης, είναι αυτές που συνεχίζουν να μιλιούνται. Το ίδιο ισχύει και στην όπερα.
Λέσλι Τράβερς: Νομίζω ότι το να έχουμε γνώση της σύγχρονης πραγματικότητας και μέσα από αυτή να επικοινωνούμε με το κοινό, είναι καθοριστικό. Μερικές φορές χρειάζεται να είμαστε πολύ γενναίοι στον τρόπο που λειτουργούμε, να αντιμετωπίζουμε το καθετί ως πρόκληση για να πετύχουμε κάτι καλό. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να μην το κάνουμε! Έχει σημασία να περάσουμε ένα μήνυμα με το οποίο ο κόσμος να μπορεί να ταυτιστεί, να έχει άμεση επικοινωνία με όσα συμβαίνουν στη σκηνή, να γίνει μέρος της ιστορίας. Ειδικά στην «Άννα Μπολένα», που οι ήρωές της είναι ιστορικά πρόσωπα, οφείλουμε να τους ζωντανέψουμε, να φανερώσουμε την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα τους και το πιο σημαντικό, να τους φέρουμε στο σήμερα.
Θ.Γ. Να συμπληρώσω σ’ αυτό που λέει ο Λέσλι ότι στην όπερα, όπως και σε κάθε τέχνη, απαιτείται ένας βαθμός γενναιότητας για να διατυπώσεις μία θέση. Ανεξάρτητα από το αν πετύχει ή όχι, δεν πρέπει να φοβάσαι να πεις αυτό που έχεις στο μυαλό σου, ιδιαίτερα όταν προσεγγίζεις παραδοσιακά έργα, όπως η όπερα του Ντονιτσέτι. Δεν γίνεται να «ανασταίνουμε» διαρκώς νεκρά έργα και νεκρές αισθητικές. Έχουμε υποχρέωση απέναντι στον εαυτό μας και στην εποχή μας να είμαστε σύγχρονοι, όπως σύγχρονη εξ ορισμού είναι πάντα και η τέχνη.
Λ.Τ. Αφηγούμαστε ιστορίες με τον δικό μας, τολμηρό ίσως, τρόπο, έχοντάς τες όμως μελετήσει σε βάθος. Ο τρόπος που τις υλοποιούμε είναι κάθε φορά μοναδικός, αλλά η ουσία τους είναι πάντα εκεί. Έχω κάνει εκτεταμένη έρευνα για την εποχή των Τυδώρ κατά την οποία διαδραματίζεται η «Άννα Μπολένα», ιδίως για τον Ερρίκο Η’ και για τη ζωή των γυναικών του. Άλλωστε, όντας Άγγλος, από πολύ νωρίς είχα ενδιαφερθεί να μάθω γι’ αυτή την τόσο σημαντική περίοδο της ιστορίας μας.
Η βία της ιστορίας τότε και τώρα
Η σκηνοθεσία απομακρύνεται συνειδητά από το λιμπρέτο της «Άννα Μπολένα» και αναδεικνύει δραματουργικά τις συγκρούσεις και το βίαιο πολιτικό περιβάλλον της εποχής. Ποιο να ήταν, άραγε, το σκεπτικό τους;
Θ.Γ. Το λιμπρέτο της «Αννα Μπολένα», εκτός από τις ιστορικές ανακρίβειες που περιέχει, είναι και αφελές. Εστιάζει στο αστικό μελόδραμα, ενώ τα πάντα –ακόμα και ο έρωτας ανάμεσα στον Ερρίκο και την Άννα– συμβαίνουν σε μια εξαιρετικά έντονη πολιτικά αλλά και βίαιη περίοδο αλλαγών στην αγγλική ιστορία. Η θρησκεία, η οικονομία, η αρχιτεκτονική, η κοινωνία, τα πάντα αλλάζουν. Με τη δραματουργική μου προσέγγιση, την οποία συναποφασίσαμε με τον Λέσλι, προσπάθησα να φέρω στο προσκήνιο τις συγκρούσεις, την ιστορική και πολιτική βία της εποχής, που απουσιάζουν παντελώς από το λιμπρέτο. Το να μην τα λαμβάνεις υπόψη –ιδίως όταν ζούμε σε ένα κόσμο που σπαράσσεται από συγκρούσεις– είναι σαν να μη βλέπεις τον θησαυρό που έχεις μπροστά σου. Πιστεύω ότι ο δημιουργός οφείλει με τον τρόπο του να τα αξιοποιήσει, αλλιώς δεν έχει νόημα.
— Η βία και οι συγκρούσεις εκείνης της περιόδου αντιστοιχούν σε καταστάσεις του σήμερα;
Θ.Γ. Για να είμαι ειλικρινής, δεν βρίσκω καμμιά αντιστοιχία, δυστυχώς. Τότε τουλάχιστον πολεμούσαν για τις ιδέες και τα θρησκευτικά πιστεύω τους. Είχαν δε πίσω τους μια παράδοση σπουδαίων κειμένων και μεγάλων στοχαστών. Θυμόμαστε τον Ερρίκο για τις γυναίκες του και ξεχνάμε ότι ήταν ποιητής, συνθέτης, ένας ηγέτης που όλοι οι μονάρχες σέβονταν. Ένας αληθινός επαναστάτης. Ο Όλιβερ Κρόμγουελ, από τους πιο αφοσιωμένους οπαδούς του Ερρίκου, ήταν ένας αληθινός διανοούμενος και συγχρόνως επιφανής νομικός και διπλωμάτης – είχε επαφές μ’ ανθρώπους από όλη την Ευρώπη. Ο επίσης σύγχρονός του Τόμας Μουρ, που ήταν καρδινάλιος, δίδαξε ο ίδιος τις κόρες του για να μπορούν να συμμετέχουν σε πνευματικές συζητήσεις ισότιμα με τους άνδρες. Τίποτα από αυτά δεν υφίσταται σήμερα. Χωρίς να θέλω να πω ότι οι Τυδώρ δεν έκαναν εγκλήματα, ειλικρινά οι άνθρωποι εκείνοι ήταν πολύ πιο ευφυείς από τους φριχτούς ιμπεριαλιστές του σύγχρονου κόσμου. Το πολιτικό κεφάλαιο έχει πέσει σε απίστευτα χαμηλά επίπεδα πνευματικής επάρκειας. Ο Ερρίκος, όταν ήταν έφηβος, μετάφραζε κείμενα από τα λατινικά. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί καν να μιλήσει. Το χάσμα είναι αβυσσαλέο.
Μελοδραματισμοί, συγκίνηση και «ενήλικο» συναίσθημα
Η αισθητικοποίηση της βίας που επέβαλαν το μπελ κάντο και ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα για να υπερτονίσουν το συναίσθημα, δεν βρίσκει σύμφωνους τους συνομιλητές μου. Όμως το συναίσθημα δεν είναι το βασικό συστατικό της όπερας, τουλάχιστον εκείνης της εποχής;
Λ.Τ. Ναι, αλλά θα πρέπει να έχει και το σωστό πλαίσιο. Η αγγλική Αυλή, για παράδειγμα, ειδικά την περίοδο των Τυδώρ, ήταν ένα πολύ επικίνδυνο μέρος. Ο Ερρίκος άλλαζε συχνά γνώμη. Αν κάποιος έχανε την εύνοιά του, έχανε και τη ζωή του. Εντάσσοντας σ’ αυτό το πλαίσιο το συναίσθημα, η ομορφιά του αναδεικνύεται σαν πολύτιμο κόσμημα, κατά τη γνώμη μου, ακόμα καλύτερα από ό,τι στον ρομαντισμό.
Θ.Γ. Στην προσέγγισή μας, το συναίσθημα είναι πιο χαμηλόφωνο, πιο κρυμμένο, πιο «ενήλικο» και εντέλει πιο σύγχρονο. Εμείς, χωρίς να δείξουμε ασέβεια προς το έργο, επιχειρούμε να αποκαλύψουμε όσα το μπελ κάντο καμουφλάρει, να αφαιρέσουμε το μέικαπ και να δούμε το συναίσθημα όπως είναι πραγματικά. Το να παρουσιάσουμε μια ομορφιά που διαρκώς φετιχοποιεί τον εαυτό της δεν μας οδηγεί πουθενά.
— Υπάρχει όμως κάποια στιγμή που επιτρέπετε στον εαυτό σας να παραδοθεί στη συγκίνηση;
Θ.Γ. Εννοείται! Το τρίο ανάμεσα στον Ερρίκο, την Άννα και τον Περσύ είναι σπαρακτικό! Φυσικά και σέβομαι το συναίσθημα που θέλει να προβάλλει η όπερα, διαφορετικά θα ήμουν ανόητος. Αυτό που δεν μου αρέσει είναι ο μελοδραματισμός, που, σε αντίθεση με τη συγκίνηση, είναι ένα εντελώς επιφανειακό συναίσθημα. Η συγκίνηση, ανεξάρτητα από το αν προέρχεται από τη μουσική, από τα σκηνικά του Λέσλι ή από τη δική μου προσέγγιση, πρέπει να αγγίζει τον θεατή τόσο σε πνευματικό όσο και σε ένα ώριμο συναισθηματικό επίπεδο.
Φωνές εξαίσιες και μόνες
Εκτός από τον μελοδραματισμό, ο τρόπος που παρουσιάζονται οι γυναίκες στη συγκεκριμένη όπερα ενοχλεί τον Θέμελη Γλυνάτση. Θεωρεί ,για παράδειγμα, εντελώς παράλογο ψυχολογικά το ότι η Άννα, πριν το τέλος της, μεγαλόψυχα συγχωρεί τους πάντες. Το ίδιο ισχύει και για τη σκηνή της τρέλας στην «Άννα Μπολένα»;
Θ.Γ. Όχι, οι σκηνές τρέλας που συναντάμε σε πολλές όπερες ήταν περίτεχνα αποσπάσματα, γραμμένα ειδικά για τη στιγμή που το κοινό πάντα περίμενε: να βγει η σοπράνο και να επιδείξει τις υπέροχες κολορατούρες της. Γι’ αυτό αποφασίσαμε με τον Λέσλι η δική μας σκηνή τρέλας να «εγκιβωτιστεί», να γίνει μουσειακό αντικείμενο, με το σκεπτικό ότι μουσικολογικά είναι εμβόλιμη, δεν προκύπτει φυσιολογικά. Αυτό προσπαθώ να εξηγήσω στους τραγουδιστές, ιδιαίτερα στη Μαρία Κοσοβίτσα, τη σοπράνο μας, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του «Άμλετ». Ενώ στον Σαίξπηρ η Οφηλία, χάνοντας τα λογικά της, γίνεται απίστευτα υπονομευτική, καταστρέφει την πολιτική και κοινωνική σταθερότητα, στην «Άννα Μπολένα» η σκηνή της τρέλας δεν έχει τίποτα το απειλητικό, απλά ακούμε μια απίστευτα όμορφη φωνή να τραγουδά.
— Σκεφτήκατε ενδεχομένως να «σπάσετε» την ομορφιά της φωνής της έτσι ώστε, με τη στάση ή τις κινήσεις της στη σκηνή, να υπηρετεί τη δραματουργική προσέγγισή σας;
Θ.Γ. Α, βέβαια. Είμαι όμως πολύ τυχερός γιατί η Μαρία ήταν απίστευτα γενναιόδωρη και ανοιχτή στην προσέγγισή μου. Δεν θέλω στη σκηνή κούκλες, θέλω αληθινούς ανθρώπους που πονούν, που νιώθουν μόνοι. Για παράδειγμα, στο περίφημο κουιντέτο της Α’ Πράξης, βλέπεις πέντε μοναχικές φιγούρες, που ο καθένας τραγουδά κάτι άλλο. Είναι όλοι βαθιά λυπημένοι, αλλά δεν ανοίγουν διάλογο – τους είναι αδύνατο να συνδεθούν.
Λ.Τ. Ακόμα και στα ντουέτα τους ο Ερρίκος και η Τζοβάννα Σεϋμούρ ή η Άννα και ο Περσύ στέκονται μακριά, τα σώματά τους δεν πλησιάζουν. Το σκηνικό επίσης είναι έτσι φτιαγμένο ώστε να νιώθεις την απομόνωσή τους. Στο παλάτι, ο βασιλιάς και η βασίλισσα ζουν σε ξεχωριστά διαμερίσματα, οι χαρακτήρες εγκλωβίζονται σε έναν χώρο ή κινούνται με δυσκολία σε ένα λαβύρινθο δωματίων.
Το οικοσύστημα μιας ζωής
Επανέρχομαι στην έννοια του «μουσείου» που στήνεται στη Β’ Πράξη της όπερας και ζητώ να μου εξηγήσουν τη δραματουργική σημασία των εκθεμάτων του.
Λ.Τ. Δεν είναι ακριβώς μουσείο, μάλλον σαν αρχειακό οικοσύστημα θα το περιέγραφα, όπου αντικείμενα αλλά και πρόσωπα εκτίθενται ως τεκμήρια όσων πλαισίωσαν την Άννα στην Α’ Πράξη.
Θ.Γ. Το οποίο βγάζει μια μελαγχολία. Αν το καλοσκεφτούμε όμως, μια ανάλογη αρχειακή αναπαράσταση ακολουθεί τις ζωές όλων μας. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε, μπαίνουμε σε ένα τέτοιο οικοσύστημα και παραμένουμε εκεί ακόμα και μετά τον θάνατό μας.
— Στην παράσταση επανεμφανίζονται τα ιστορικά κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη από την παραγωγή του 1976. Γιατί τα επιλέξατε και πώς τα εντάξατε στο κόνσεπτ σας χωρίς να εγκλωβιστείτε στην αισθητική τους;
Θ.Γ. Δεν τα επέλεξα εγώ, ο Γιώργος Κουμεντάκης το έκανε (γέλια)! Είχε όμως μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί τα κοστούμια έγιναν μέρος του αρχείου μας, που στην περίπτωση αυτή είναι και μέρος του αρχειακού οικοσυστήματος της ΕΛΣ. Κατά μία έννοια η παράσταση πλαισιώνει τον ίδιο τον θεσμό. Καθώς στον πυρήνα της προσέγγισής μας βρίσκεται η σύγκρουση, με αφετηρία τα ιστορικά κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη, με τη Νίκη Ψυχογιού αναδημιουργήσαμε πολλά νέα κοστούμια που παραπέμπουν στα τέλη του 16ου αιώνα, αλλά δείχνουν σύγχρονα. Έτσι όπως εκτίθενται, συνυπάρχουν, αν και η σχέση τους είναι συγκρουσιακή. Είναι σαν να παρουσιάζουμε τη γενεαλογία τους, γιατί, αν διαβάσεις για την αίσθηση της μόδας που είχαν εκείνη την περίοδο, τρελαίνεσαι! Το κοστούμι στην Αυλή των Τυδώρ ήταν ύψιστης σημασίας. Πλήρωναν κατασκόπους για να μάθουν τι φορούσε ο Γάλλος αυτοκράτορας, έτσι ώστε να ράψουν κάτι εντελώς διαφορετικό. Γνώριζαν πολύ καλά τη σημασία της εικόνας. Ας μην ξεχνάμε πως η μόδα των βασιλικών κοστουμιών –κάτι ανάμεσα σε ρούχο και πανοπλία–, που έκρυβε την ανθρώπινη φύση και τη μετέτρεπε σε υπερβατική, καθιερώθηκε την εποχή Ερρίκου Η’. Τη μόδα αυτή εξέλιξε σε τέχνη η Ελισάβετ Α’.
— Το σκηνικό θα αλλάζει μπροστά στα μάτια των θεατών. Γιατί αποφασίσατε να είναι φανερή στο κοινό αυτή η διαδικασία;
Θ.Γ. Στήνουμε εικόνες, μετακινούμε διαρκώς πράγματα, κάνουμε τις αλλαγές των σκηνών χωρίς να τις κρύβουμε από το κοινό, γιατί όλα αυτά είναι κομμάτια της ιστορίας που αφηγούμαστε. Συμπληρώνουν ένα παζλ. Είχα διαβάσει πριν καιρό μια συνέντευξη του Άντονι Χόπκινς μετά το Όσκαρ για τη «Σιωπή των αμνών» όπου έλεγε: «Δεν καταλαβαίνω γιατί με ρωτάτε όλα αυτά, εγώ είμαι ένα απλό μηχανικό εξάρτημα». Θεωρώ την απάντησή του σπουδαία γιατί η αληθινή τέχνη είναι ένα σύνολο μηχανικών μερών. Κι εμείς στην παράσταση θέλουμε να δείξουμε ότι δεν κάνουμε μαγικά. Πίσω από όλα αυτά που κατασκευάζονται, συναρμολογούνται, καταστρέφονται, βρίσκονται πραγματικοί άνθρωποι.
Λ.Τ. Και καλούμε τον κόσμο να γίνει μέρος αυτού του ταξιδιού…
Η «Άννα Μπολένα» των προκλήσεων
Η ώρα της πρόβας πλησιάζει και η κουβέντα μας πρέπει να τελειώσει. Πριν αποχαιρετιστούμε, κάνω την τελευταία ερώτηση, που κανονικά θα έπρεπε να γίνει στην αρχή.
— Ποια ήταν η πρώτη σας αντίδραση όταν η Λυρική τούς πρότεινε να συνεργαστούν στην παραγωγή της σπουδαίας αυτής όπερας.
Θ.Γ. Δεν αγαπώ ιδιαίτερα την ιταλική όπερα, αλλά αντιμετώπισα την πρόταση της ΕΛΣ ως πρόκληση και ομολογώ ότι ποτέ άλλοτε δεν νοιάστηκα και δεν επένδυσα τόσο πολύ σε κάποιο έργο όσο στην «Άννα Μπολένα».
Λ.Τ. Εμένα μου αρέσει, αλλά ναι, η «Άννα Μπολένα» ήταν και για μένα μια πρόκληση. Ακολουθώ όμως τη συμβουλή που μου έδωσε, πολλά χρόνια πριν, ένας σκηνοθέτης που συνάντησα στο Κόβεντ Γκάρντεν: «Πάντα να αναλαμβάνεις έργα που δεν θέλεις να κάνεις γιατί τα θεωρείς απαιτητικά». Η πρόκληση βρίσκεται στην ανακάλυψή τους κι αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστεί να δουλέψεις πολύ πιο σκληρά για να τα παρουσιάσεις στο κοινό.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Το «Εγώ θα σας τα πω!» είναι μια νέα μεγάλη παραγωγή, με πρωτότυπα κείμενα του Γεράσιμου Ευαγγελάτου και του Δημήτρη Χαλιώτη, μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη και σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου
Η νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μετατρέπει την όπερα του Ντονιτσέτι σε μια σύγχρονη σκηνική εμπειρία
Στο «Μεγάλο µας τσίρκο» ο αγαπημένος καλλιτέχνης συνυπάρχει και ταυτίζεται με τον Κολοκοτρώνη και τον Καραγκιόζη
Η σεζόν για πολλές θεατρικές παραστάσεις ολοκληρώνεται πριν το Πάσχα
Ένας ροκενρολάς της υποκριτικής
Το εμβληματικό έργο του μεγάλου θεατρικού συγγραφέα ανεβαίνει στο Βασιλικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Αθανασίας Καραγιαννοπούλου
Αντίνοος Αλμπάνης, Βασίλης Ευταξόπουλος και Γιολάντα Μπαλαούρα πρωταγωνιστούν στο έργο-σταθμό του Αντόν Τσέχωφ
Η αρχαία τραγωδία του Ευριπίδη ανανεώνεται σε μια μεγάλη παραγωγή υψηλών προδιαγραφών, με τη σκηνοθετική υπογραφή του διεθνούς φήμης Νικίτα Μιλιβόγεβιτς
Ο Θανάσης Ζερίτης σκηνοθετεί την Έλλη Τρίγγου στο νέο έργο της Νεφέλης Μαϊστράλη
«Δεν έφυγαν για να γίνουν πλούσιοι. Έφυγαν για να επιβιώσουν.»
Το φεστιβάλ περιλαμβάνει διαγωνιστικό τμήμα για καλλιτέχνες και ομάδες που επιθυμούν να συμμετάσχουν
Ο έρωτας, η Ιστορία και η ανθρώπινη μοίρα μπλέκονται σε μια μοναδική, πολυδιάστατη, θεατρική εμπειρία.
Μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη για τον εμβληματικό ήρωα του Νίκου Καζαντζάκη που ανεβάζει στο ΚΘΒΕ, με τον Πασχάλη Τσαρούχα στον πρωταγωνιστικό ρόλο
Το μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη μεταφέρεται στη σκηνή, σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου
Ορφέας Αυγουστίδης και Ευγενία Σαμαρά πρωταγωνιστούν στο έργο του Γκέοργκ Κάιζερ στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου
Η παράσταση του Γιώργου Γαλίτη «Ευτυχώς, Ευτυχία!», που σκηνοθετεί η Τατιάνα Λύγαρη, παρουσιάζεται στους χώρους δημόσιας υγείας της Αθήνας
Μιλήσαμε με τον συγγραφέα για το βιβλίο του «Ήλιος με ξιφολόγχες» και με τη σκηνοθέτρια Ελένη Ευθυμίου για την παράσταση που ανεβαίνει στο ΚΘΒΕ
Σκηνοθετεί το «Μαύρο Κουτί» του Γιώργου Ηλιόπουλου, μια μαύρη κωμωδία για τα μυστικά που όλοι κρύβουμε
Το ζεύγος Ομπάμα ενώνει τις δυνάμεις τους με τον παραγωγό Μάικ Μπόσνερ και τον σκηνοθέτη Τόμας Κέιλ
Η Ιόλη Ανδρεάδη και ο Άρης Ασπρούλης διασκευάζουν τη δημοφιλή αλλά και πικρή κωμωδία του Μολιέρου
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.