- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Γιάννης Ζουγανέλης: «Η κωμικότητα είναι ό,τι πιο σοβαρό στη ζωή»
Στο «Μεγάλο µας τσίρκο» ο αγαπημένος καλλιτέχνης συνυπάρχει και ταυτίζεται με τον Κολοκοτρώνη και τον Καραγκιόζη
Ο Γιάννης Ζουγανέλης μιλάει για τον ρόλο του στο «Μεγάλο μας τσίρκο», για την καλλιτεχνική του διαδρομή και τις εμπειρίες που τον διαμόρφωσαν
Στη µεγάλη φετινή επιτυχία της αναβίωσης του θρυλικού έργου του Ιάκωβου Καµπανέλλη «Το µεγάλο µας τσίρκο», στο «Θέατρον» του Κέντρου Πολιτισµού «Ελληνικός Κόσµος», σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια και µε την αξέχαστη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, πλάι στον σπουδαίο θίασο, στην Ελεωνόρα Ζουγανέλη και στον ∆ηµήτρη Γκοτσόπουλο, πρωταγωνιστούν τρεις γνήσιοι Έλληνες ήρωες, που, µε κάποιον τρόπο, ο καθένας εµπεριέχει και τους άλλους δύο, σε µια αυθεντική και χαρακτηριστική συνύπαρξη: ο Κολοκοτρώνης, ο Καραγκιόζης και ο Γιάννης Ζουγανέλης. Ζητήσαµε από τον ένα εκ των τριών να µας πει την ιστορία του.
Γιάννης Ζουγανέλης: Ο ρόλος του στο «Μεγάλο μας τσίρκο» και η έννοια της ελλαδικότητας
― Ο Κολοκοτρώνης και ο Καραγκιόζης, στο «Μεγάλο µας τσίρκο», είναι δύο µορφές που κουβαλούν την ηρωική και τη σατιρική όψη της Ελλάδας και µε κάποιον τρόπο πιστεύω ότι εσύ τα συνδυάζεις αυτά τα δύο στοιχεία: και σε ό,τι έχεις κάνει αλλά και σαν προσωπικότητα. Πώς τον βιώνεις αυτόν τον διπλό ρόλο;
Έχεις απόλυτο δίκιο. Τα έχω αυτά τα στοιχεία, γιατί είµαι αντανάκλαση της ελλαδικότητας. Αγαπώ πολύ την πατρίδα. Έτσι µεγάλωσα. Είχα από µικρός συνειδητοποιήσει τι σηµαίνει ευθύνη. Ας πούµε, να κηδεµονεύεις τους γονείς σου –και οι δύο κωφάλαλοι–, κι ας είσαι 10 χρονών. Να εκπροσωπείς µια οικογένεια. Η οποία, βέβαια, ήταν ευπρεπέστατη και πολύ δηµιουργική.
Από πολύ µικρή ηλικία είχα την τύχη να βρεθώ στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου στην Αχαρνών, όπου και αντιλήφθηκα το µεγαλείο του ελληνισµού. Με πρώτο δάσκαλο τον Φώτη Κόντογλου. Εκεί πήγα παροτρυνόµενος από τη γιαγιά µου, η οποία ήταν κάπως φαντασµένη, µεγαλοπιανόταν, ενώ ουσιαστικά ήταν µια ταπεινή γυναίκα – κάτι σαν τη Μαντάµ Σουσού. Ήθελε να µε κάνει δεσπότη. Αυτό όµως µου έκανε πολύ καλό, διότι µε έφερε σε επαφή µε το τελετουργικό της εκκλησίας. Από πολύ µικρός άρχισα να καταλαβαίνω την ποίηση των ιερών κειµένων. Παιδάκι λοιπόν, πρώτη-δευτέρα δηµοτικού, µε έπαιρνε ο Κόντογλου για να ζωγραφίσει την Πλατυτέρα των Ουρανών και µου εξηγούσε. Κι έτσι είδα το µεγαλείο της πίστης στην Ελλάδα. Αλλά χτύπαγα και πόρτες, ήθελα να µάθω· και την ίδια στιγµή ήµουν και πνεύµα αντιλογίας.
Η τύχη, πάλι, με έφερε κοντά στον Νίκο Μαμαγκάκη, έναν από τους μεγαλύτερους, διεθνώς αναγνωρισμένους Έλληνες συνθέτες. Τον γνώρισα στο Ελληνικό Ωδείο, όπου ήρθε για να κάνει μια διάλεξη. Εγώ είχα αρχίσει από πολύ μικρός τις σπουδές, κιθάρα ταυτόχρονα με βυζαντινή μουσική. Όλα αυτά με έκαναν περισσότερο Έλληνα.
Αγαπούσα πολύ τον Καραγκιόζη ως ήρωα, διότι καταλάβαινα ότι µέσα απ’ αυτή τη λαϊκή, την ιδιαίτερη και ταπεινή «εικαστική» φυσιογνωµία περνούσε όλος ο πόνος των Νεοελλήνων, ειδικά µετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον Α΄ και Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο. Και βέβαια γνώρισα και τον Σπαθάρη, µε τον οποίο και συνεργαστήκαµε. Ήµουν υπάλληλος στο ραδιόφωνο και µετά στην τηλεόραση και πάντοτε δηµιουργούσα πράγµατα που θεωρούσα ότι πάνε την ελληνική σκέψη µπροστά. Είχαµε πάρει στην ΕΡΤ, µε δική µου πρωτοβουλία, και τον Μάνθο Αθηναίο.
Οπότε αγαπώ πολύ τον Αγώνα και την Επανάσταση του 1821. Ο Κολοκοτρώνης είναι µια φυσιογνωµία την οποία δεν υποδύοµαι απλώς: πολλές φορές νιώθω ταύτιση. Και τα χάνω. Η εµφάνιση του ήρωα στο έργο κρατάει 8-9 λεπτά, αλλά η ενέργεια που καταθέτω είναι σαν να πρωταγωνιστούσα σ’ ένα δίωρο έργο. Το έχω νιώσει και µε άλλους ήρωες αυτό. Υποδυόµενος, για παράδειγµα, τον Αισχύλο στους «Βατράχους». Εκεί είχα να κάνω µε µια εξίσου δυνατή προσωπικότητα και παράλληλα µε το επιδαύρειο πνεύµα.
Στην Επίδαυρο µε πήγε πρώτη φορά η µάνα µου, µια Κυρία µε κάπα κεφαλαίο, και εξαιρετική µοδίστρα – µέσα απ’ αυτήν αγάπησα πολύ τις γυναίκες για την αξιοσύνη τους. Ο πατέρας µου ήταν τεχνίτης οικοδοµής. ∆εν έχω καταλάβει λοιπόν πώς αυτή η γυναίκα, χωρίς να ακούει, µε πήγε να δω τον «Οιδίποδα τύραννο» µε τον Μινωτή. Ήµουν 10 χρονών. Όταν µετά τη ρώτησα πώς σκέφτηκε να το κάνει αυτό, µου είπε: «Οι γονείς µου ήταν και οι δύο αναλφάβητοι. Εκεί είναι εκκλησία, είναι ναός». Με είχε πάει και στο ιερό του Ασκληπιού και µου εξηγούσε πώς γίνονταν οι µυήσεις και άλλα πράγµατα, που δεν είχε διαβάσει ποτέ, αλλά είχε αντιληφθεί. Όλα αυτά αντικατοπρίστηκαν σ’ αυτούς τους δύο ρόλους.
— Ο Κολοκοτρώνης λοιπόν μιλάει για ενότητα στο έργο και ο Καραγκιόζης επιβιώνει μέσα στη διχόνοια. Ποιος από τους δύο μοιάζει περισσότερο σ’ εσένα ως καλλιτέχνη αλλά και ως άνθρωπο;
Έχω υπηρετήσει την κωμωδία και πάντα λέω ότι η κωμικότητα είναι ό,τι πιο σοβαρό στη ζωή. Αλλά είναι και μια έννοια που έχει παρεξηγηθεί. Πολλές φορές στο πανεπιστήμιο (έχω δέκα χρόνια στην πανεπιστημιακή κοινότητα) μου λένε «πες μας ένα ανέκδοτο». Εγώ δεν έχω κάνει ποτέ πράγματα που θα μπορούσαν να γίνουν ανέκδοτο, ακόμα και στις δουλειές μου για την τηλεόραση, που έγιναν πολύ γνωστές. Και παρότι ως άνθρωπος ταυτίζομαι με τον Κολοκοτρώνη, μέσα μου έχω πολλά στοιχεία του Καραγκιόζη, γιατί ως ήρωας, είναι αποδομητής. Γι’ αυτό και σε συνεργασίες που έκανα, και σε λαϊκά θεάματα και σε μουσικές σκηνές, πάντοτε αποδομούσα τους συναδέλφους μου, αλλά με την απόλυτη ευθύνη του τι ξεστόμιζα, τι έπαιζα, τι έγραφα και με σεβασμό στη γνώμη τους.
― Το «Μεγάλο µας τσίρκο» γεννήθηκε µέσα στη δικτατορία. Σήµερα, που βιώνουµε µια άλλη µορφή πίεσης και σύγχυσης, γιατί εξακολουθεί να συγκινεί;
Συγκινεί πρώτα απ’ όλα γιατί είναι ένα έργο που διατρέχει όλες τις εποχές, από την αρχαιότητα µέχρι σήµερα, µε τον ευφυή τρόπο του Καµπανέλλη, στη δραµατική σχολή του οποίου ήµουν καθηγητής, στην Αγία Βαρβάρα. Τον γνώρισα το ’79, όταν πρωτόπαιξα σαν µουσικός αλλά και σαν ηθοποιός –δεν είχα τελειώσει ακόµα σχολή– µε την Καρέζη, στους «Θεατρίνους», ένα έργο που είχε γράψει η ίδια µε το ψευδώνυµο Παυλίνα Μπόταση. Μου έκανε εντύπωση να βλέπω τον Καµπανέλλη να έρχεται και µε πολύ διακριτικό τρόπο να της λέει «Τζενάκι, δεν είναι σωστός αυτός ο διάλογος, κάν’ το έτσι». Να βλέπω πώς αυτός ο µεγάλος συγγραφέας την παρακολουθούσε, την αγαπούσε, τη στήριζε.
Βέβαια, είχα δει το «Μεγάλο µας τσίρκο» στο θέατρο Αθήναιον, σε µια εποχή πάρα πολύ σκληρή για µένα. Και συγκινήθηκα βαθιά, γιατί ήµουν από τους άτυχους που συνελήφθησαν στα επεισόδια του Πολυτεχνείου, φοιτητής πρωτοετής ακόµα. Bγήκα από την παράσταση κι ένιωθα σαν να είχα πάρει µια ανάσα πνευµατική. Έβλεπα το µέλλον και σκεφτόµουν πως κάτι πήγαινε να γίνει, κάτι θα έβγαινε απ’ αυτό. Το ενέπνεε αυτό η παράσταση. Σκέψου να έχεις βγει από τη φυλακή, κάτω από µίζερες συνθήκες, γιατί µας είχανε βάλει µαζί µε τους ποινικούς κρατούµενους –αυτό είναι ο φασισµός– και να δεις ένα τέτοιο έργο.
Εγώ πάντα ήθελα ν’ αγγίζω τους ανθρώπους. Λόγω της νοηµατικής, τη µάνα µου, αν δεν την άγγιζα στον ώµο, δεν θα γύρναγε. Μάλιστα της έκανα πλάκα, επειδή οι κωφοί ακούνε τις υψηλές συχνότητες, και σφύριζα πολύ δυνατά κι εκείνη έλεγε «Οΐτε!». Έτσι, ήθελα να αγγίξω τους ηθοποιούς, από αγάπη, και πήγα και περίµενα να δω την Τζένη, τον Καζάκο, τον Παπαγιαννόπουλο, που έπαιζε τον Κολοκοτρώνη εξαίσια. Ήταν ένας πολύ καλλιεργηµένος άνθρωπος. Το έφερε η ζωή να συνεργαστώ µαζί του σε µια παράσταση έρευνας για την τέχνη που έκανε πάνω στον Μολιέρο ο αείµνηστος Μίνως Βολανάκης στο ΚΘΒΕ. Πήγαινα και τον έντυνα και του έλεγα δήθεν κάποια µυστικά, τον πείραζα. Ένας κλειστός άνθρωπος αλλά πολύ καλλιεργηµένος. Εγώ τον Κολοκοτρώνη τον υποδύοµαι, ενώ εκείνος τον «κουβαλούσε». Είναι αλλιώς να είσαι Αθηναίος και να παίζεις τον Κολοκοτρώνη και αλλιώς να είσαι από το ∆ιακοφτό. Πιστεύω ότι στη ζωή κανείς δεν είναι καλύτερος από κανέναν. Οι επιδόσεις µόνο µπορούν να συγκριθούν. Και οι επιδόσεις του Παπαγιαννόπουλου ήταν σαφέστατα πολύ ανώτερες από τις δικές µου. Το ίδιο κι όταν έκανε τον Καραγκιόζη.
Η πορεία οι συνεργασίες και οι επιρροές του
— Κι εσύ βέβαια, στην καταγωγή Μυκονιάτης μεγαλωμένος στα Πατήσια με βυζαντινή μουσική, με σπουδές αρχιτεκτονικής στο Μόναχο. Πως συνυπάρχουν όλα αυτά; Είναι πολλά και πολύ διαφορετικά.
Νιώθω πολύ νησιώτης. Θα ένιωθα νησιώτης κι ας είχα γεννηθεί στον Όλυμπο. Έχω γεννηθεί στην Αθήνα, αλλά η σχέση μου ήταν πιο στενή με τη Μύκονο γιατί ο πατέρας μου τα καλοκαίρια εργαζόταν εκεί. Ήταν τρομερός τεχνίτης, κι εγώ πήγαινα μαζί του. Κι όταν πια έμπαινα στην εφηβεία, στα 13 μου, εργαζόμουν κιόλας, γκαρσονάκι, κι έβγαζα πιο πολλά λεφτά από τον πατέρα μου. Η αρχιτεκτονική ήρθε με τελείως πλάγιο τρόπο, όταν πήρα μια υποτροφία για να σπουδάσω μουσική στο Μόναχο. Καθώς όμως στην Ελλάδα δεν έχουμε ακαδημία τεχνών, δεν αναγνωρίζονταν τα πιστοποιητικά των σπουδών μου από τα ελληνικά ωδεία. Μου συνέστησαν λοιπόν να κάνω μετεγγραφή σε κάποια άλλη ανώτατη σχολή. Η μόνη καλλιτεχνική ανώτατη σχολή τότε ήταν η Αρχιτεκτονική – ούτε καν η Καλών Τεχνών. Ο Στέργιος Μικρούτσικος –πατέρας του Θάνου και του Ανδρέα –, ένας εξαιρετικός άνθρωπος, που ήταν μαθηματικός, όταν του εξήγησα το πρόβλημα, με έβαλε να διαβάσω το ένα πέμπτο της ύλης. Τα SOS που λένε. Και πέσανε τα θέματα αυτά! Να τη πάλι η τύχη! Κι έτσι μπήκα στην Αρχιτεκτονική.
— Η γερμανική πειθαρχία, όσο την έζησες, ήταν ένα στοιχείο που μπήκε στον χαρακτήρα σου, στην καλλιτεχνική σου προσωπικότητα;
Στη Γερμανία το θέατρο δεν το έζησα, αλλά στη μουσική είναι πάρα πολύ αυστηροί. Περισσότερο τη βίωσα την πειθαρχία παρά την εφάρμοσα, γιατί, αν και ήμουν ταλαντούχος στο πιάνο, δεν μελετούσα. Ακόμα και σήμερα, ψήνω τον κόσμο ότι παίζω, αλλά δεν είμαι πιανίστας. Έπρεπε κάποια στιγμή να εργαστώ για να ζει η οικογένεια με αξιοπρέπεια και παράλληλα να σπουδάζω, οπότε δεν μ’ έπαιρνε να είμαι και πολύ πειθαρχημένος.
― Απ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχεις γνωρίσει και µε τους οποίους έχεις συνεργαστεί, από Μαµαγκάκη και Χατζιδάκι µέχρι Σαββόπουλο και τόσους άλλους, έχεις ιστορίες που να σε έχουν καθορίσει; Ένα βιβλίο δεν θα βγάλεις κάποια στιγµή;
Έχω βγάλει, το «Τάδε έφη άνθρωπος», που έχει τέτοιες ιστορίες. Ο Μαµαγκάκης ήταν ένας διανοούμενος. Ήταν δάσκαλος αλλά και δηµιουργός ταυτόχρονα. Και µε δίδαξε και τον παρακολουθούσα την ώρα που δηµιουργούσε. Με δίδαξε, ας πούµε, τι σηµαίνει να είσαι Κρητικός και να εφαρµόζεις στη ζωή σου την ουσία της κρητικής λογοτεχνίας – Κορνάρο, Χορτάτζη… Είδα πώς διηύθυνε την µπάντα του Ρεθύµνου, πήγαµε και γράψαµε σε παρτιτούρες τους σκοπούς του Ροδινού, του γενάρχη των Κρητικών λυράρηδων. Πήγαινα στο σπίτι του και παίζαµε κιθάρες. ∆εν είχα τελειώσει ακόµα το λύκειο και γνώρισα προσωπικότητες εκεί: τον Γιώργο Ζωγράφο, τον Λίνο Κόκοτο, τον Εγγονόπουλο, που τον είχα και δάσκαλο µετά και µου είχε χαρίσει έναν πίνακα –150 χιλιάρικα µου δίνανε για να τον πουλήσω και δεν το έκανα βέβαια. Αυτός µε σύστησε και στον Στέλιο Φουσταλιέρη.
Ο Χαζιδάκις, πάλι, ήταν ο πιο σεµνός και καλλιεργηµένος άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Και µε χιούµορ. Πηγαίνανε µε τον Γκάτσο και βλέπανε αυτοκίνητα στις αντιπροσωπίες της Συγγρού, ενώ δεν οδηγούσε κανείς από τους δύο. Σουρεάλ. Κι όταν έµπαινε στη διαδικασία της µουσικής δηµιουργίας, ήταν λες και κατέβαινε από τον ουρανό ένας άγγελος κι έπαιζε τις νότες του· σ’ έκανε να νιώσεις τη µαγεία. Συνεργάστηκα µαζί του για τέσσερις παραστάσεις στο Πολύτροπον, έναν χώρο εξαιρετικό που τον είχε ο αδερφός του Σκούρτη, ο Βαγγέλης. Με πήρε µε οντισιόν. Σ’ αυτή την οντισιόν γνώρισα και τον Μπουλά, µε τον οποίο στη συνέχεια δεθήκαµε µε µια σχέση ζωής. Εκεί γνώρισα και τη Φλέρη Νταντωνάκη, που την πήραµε µετά στο Σούσουρο µε τον Άσιµο.
Τον Σαββόπουλο τον γνώρισα κι αυτόν στου Μαµαγκάκη. «Γιαννάκη, πολύ ωραίος ήσουνα! Τι γίνεται παιδί µου;» µου έλεγε – έκανε τον µεγάλο από τότε. Μου λέει λοιπόν µια µέρα: «Αγγλικά τραγούδια λες;» Εγώ δεν έλεγα, αλλά του είπα «ναι» – τέτοια ψέµατα έχω πει πολλά. Και µε πήρε στο Rodeo κι έλεγα τραγούδια της Τζόαν Μπαέζ παπαγαλία. Ακόµα δεν µιλάω αγγλικά. Μα ήξερα τι έλεγα. Εδώ παίζω σε ταινία όπου µιλάω σέρβικα. Τώρα τη φτιάχνουµε, µε έναν καινούργιο σκηνοθέτη, Σέρβο.
― Μια και είπαµε για τον Μπουλά, ας πάµε και σε όλη εκείνη την παρέα του Αχ Μαρία.
Η παρέα προϋπήρχε. Εγώ πρωτοεµφανίστηκα µαζί µε τον Πάνο Τζαβέλλα. Όχι όµως σε αντάρτικα. Αγαπούσα τα αντάρτικα. Αλλά δεν µου άρεσε να εκφράζοµαι µ’ αυτά σαν να ήταν δικά µου, όπως κάνανε τότε. Συνεργάστηκα και µε τον εξαιρετικό Θανάση Γκαϊφύλλια, στον οποίο οφείλω πάρα πολλά. Ήταν φοβερό ένας άνθρωπος τόσο πρωτοπόρος να σε εντάξει σε ένα σχήµα του. Παρεµπιπτόντως, ο Θανάσης τότε τα είχε µε τη µετέπειτα συµβία µου, την Ισιδώρα Σιδέρη. Τώρα ζει στην Κοµοτηνή. Του έκανα πλάκα. Τον αποδοµούσα. Αυτός είχε ξύλινο πόδι. Τραγούδαγε, λοιπόν, κι εγώ του βάραγα το πόδι πάνω στο πάλκο. Έκανα πολλά τέτοια. Αλλά πάντοτε µε σεβασµό για τα όριά του και µε την άδειά του.
Τότε σύστησα για πρώτη φορά στην Αθήνα και τον Νικόλα Άσιµο. Τον είχα προσέξει στη Θεσσαλονίκη, στην µπουάτ που υπήρχε τότε στον Λευκό Πύργο, και τον κάλεσα να έρθει στην Αθήνα, στο σπίτι µου. Καταπληκτικό παιδί. Φορούσε κι ένα ωραίο πουλοβεράκι… «Μου το έκανε µια θεία µου», έλεγε. Καµία σχέση µε τον Άσιµο που αργότερα έφτασε να κάνει όλο εκείνον τον κύκλο στη ζωή του. Παίξαµε λοιπόν στις Τέσσερις Εποχές, Μνησικλέους και Αδριανού γωνία, µαζί µε τον Τζαβέλλα και τον Ζωγράφο. Μετά κάναµε µε δύο ακόµα παιδιά, τον Θάνο Ανδριανό και τον Περικλή Χαρβά, το Μουσικό Καφενείο Σούσουρο, επίσης στην Αδριανού, κάτω από την Αρχόντισσα, που ήταν ο προάγγελος του Αχ Μαρία. Γινόταν χαµός. Την πιο προοδευτική αντίληψη περί θεάµατος την είχε ο Νικόλας, που είχε επίσης σπουδάσει ηθοποιός, µάλιστα έπαιζε και στους «Τσιρκολάνους» του Χριστοφυλάκη. Και ο Σάκης ο Μπουλάς ήταν καλλιεργηµένο παιδί. Και παίξαµε πρώτη φορά Καρλ Βάλεντιν, Γερµανό προ-µπρεχτικό, κωµικό, καµπαρετίστα συγγραφέα. Ο Άσιµος µου τον έµαθε. Από εκείνα τα µικρά νούµερα άρχισα κι εγώ να γράφω κείµενα. Και µετά φτιάξαµε το Αχ Μαρία, όπου ο Άσιµος δεν ήθελε να έρθει. Ήµασταν την πρώτη χρονιά ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Σάκης, η Ισιδώρα, η Σοφία Βόσσου, η Σαβίνα Γιαννάτου, η Φάνη Πολέµη κι εγώ.
Υπήρχε απίστευτη καλλιτεχνική δηµιουργία στην Ελλάδα τότε, και στη µουσική και στο τραγούδι. Τότε είχα φτιάξει και το «Φοβάµαι» και συστήθηκε στη δισκογραφία ένας από τους καλύτερους µουσικούς, ο Κώστας Γανωσέλης. Εκεί έκανα πρώτη φορά και stand-up, όχι µόνο κωµωδία αλλά και σχολιασµό της επικαιρότητας µε κείµενα που άλλαζαν καθηµερινά. Συνεργαζόµασταν και µε δηµοσιογράφους, όπως ο Γιώργος Οικονοµέας, ο φίλος µου, µε τον οποίο γράψαµε και τραγούδια –τον «Τρελό» και τη «Στέλλα», που τα έχει πει ο Παπακωνσταντίνου, το «Βιάσου» που το είχε πει ο Μπονάτσος… Ήταν και ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος µαζί µας –ένας άλλος Μάκης απ’ αυτόν που ξέρεις σήµερα– και ο Βαγγέλης Παναγόπουλος και γράφανε κάθε µέρα τις δικές µας ειδήσεις. Μια φορά χρησιµοποίησαν στην εκποµπή τους οι Ρεπόρτερς το «Φοβάµαι» και την άλλη µέρα ήξερε το τραγούδι όλη η Αθήνα. Η δύναµη της τηλεόρασης. Και τώρα όµως συγκινήθηκα που πέρασα από το Πολυτεχνείο και άκουσα «Φοβάµαι όλα αυτά που θα γίνουν για µένα» τόσα χρόνια µετά.
― Ήταν τότε που άνοιγε ο δρόµος για το ελληνικό ροκ ως µουσική αλλά και ως τρόπο ζωής;
Ο πρωτοπόρος είναι ο Σαββόπουλος, αλλά υπάρχει και µια άλλη, τεράστια προσωπικότητα, που δεν έχει αναγνωριστεί όσο της αξίζει, ο ∆ηµήτρης Πουλικάκος. Από τους ευγενέστερους και πιο καλλιεργηµένους ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Μιλούσε πέντε γλώσσες κι εγώ δεν µπορούσα να µάθω ούτε γερµανικά στη Γερµανία. Άψογος. Έχουµε συνεργαστεί στο Κύτταρο. Και σε ταινία παίξαµε µαζί, στα «Τέσσερα µαύρα κοστούµια» και στην τηλεόραση κάτι λίγα. Τον είδα τώρα τελευταία, πήγα στα γενέθλιά του, είναι 83 και είναι µια χαρά.
Πράγµατι, ήταν η εποχή που υλοποιούσαµε όνειρα. Από το Αχ Μαρία πέρασε όλο το ηλεκτρισµένο τραγούδι. Μέχρι και η πρώτη εµφάνιση του Τζιµάκου του Πανούση έγινε µια ∆ευτέρα εκεί, µε το «Disco τσουτσούνι». Οι Φατµέ πρώτη φορά εκεί εµφανίστηκαν. Παρακαλάγαµε για ρεπό, αλλά δεν µας έµενε και τίποτα, είχαµε κι εµείς απαιτήσεις, όργανα, πράγµατα, παρτιτούρες… Ήταν εξαιρετική εποχή. Περάσαν όλοι: ο Λάκης Παπαδόπουλος, ο Κούτρας, ο Γιοκαρίνης, οι πάντες. Και ο Τουρνάς, µεγάλη µορφή του σύγχρονου τραγουδιού και ιδιαίτερος άνθρωπος.
—Πάμε λίγο στις ταινίες και στην τηλεόραση. Από τον Σταύρο Τσιώλη μέχρι τις πιο λαϊκές ταινίες, τις πιο εμπορικές ας πούμε, πάντα οι ρόλοι σου μοιάζουν να γράφονται πάνω σου.
Ο Σταύρος μού είπε ότι «έγραψε πάνω μου». Δηλαδή διαμόρφωσε τον αρχικό ρόλο για μένα. Δύσκολος συνεργάτης, φοβερά απαιτητικός και οφείλω να πω ότι η συνεργασία μαζί του με εμπλούτισε πνευματικά και με βοήθησε να εξελιχθώ. Η συνεργασία μαζί του ήταν για μένα μια άσκηση στην ταπεινότητα. Ένα δώρο που δεν σ’ το δίνει πάντα η ζωή. Αυτός μου το έδωσε. Δεν χαριζόταν σε τίποτα, ήταν η προσωπικότητά του έτσι. Στην ταινία του Νίκου Γραμματικού, πάλι, έπαιξα έναν εργολάβο. Εκεί όμως υποδύθηκα – δεν μπορεί να είναι τόσο σκληρός ένας σύγχρονος Έλληνας εργολάβος.
Στην τηλεόραση έκανα πιο προσωπικά πράγματα, αλλά αυτό που με κρατάει ακόμα ζωντανό στη μνήμη ανθρώπων που τώρα είναι γύρω στα σαράντα, είναι η τρίχρονη παιδική εκπομπή «Γύρω γύρω όλοι». Εκεί πραγματικά δώσαμε στα παιδιά την ψυχή μας, αφήνοντας ελεύθερη την παιδικότητά μας, χωρίς όμως να παλιμπαιδίζουμε. Κι έρχονται τώρα, γονείς πια, και με βλέπουν.
Θυμάμαι και τα «Κουφώματα», που κάναμε με τον Ζερβό κάτω από δύσκολες τεχνικά συνθήκες – με μία μόνο κάμερα να πρέπει να γράψεις σε μια μέρα μια εκπομπή. Κάναμε και το «Γκράφιτι» με τον εξαιρετικό Γιώργο Δάμπαση, το 1985. Και βέβαια έκανα όλα τα επετειακά στην ΕΡΤ, Χριστούγεννα, Πάσχα, Απόκριες… Είμαι ταυτισμένος με το ελληνικό εορτολόγιο. Σ’ εκείνες τις εκπομπές μου συμμετείχαν για πρώτη φορά ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Νίκος Ξανθόπουλος. Εγώ δεν είχα παθογενείς αντιλήψεις, κι αυτό το πλήρωσα. Ας πούμε, λάτρευα τον ελληνικό κινηματογράφο, ενώ η δήθεν ελίτ σνόμπαρε τον Σακελλάριο, που για μένα είναι τεράστιος. Έχω κάνει και την τελευταία του μουσική δουλειά· από εκεί βγήκε και ο «Μακρυμάλλης», που έγινε μεγάλη επιτυχία. Μου είχε πει τότε: «Έχεις και λίγο Ζαμπέτα μέσα σου».
— Αν γίνει ταινία η ζωή του Ζαμπέτα, πρέπει να τον υποδυθείς εσύ.
Άνετα! Γιατί τον Ζαμπέτα, μεταξύ μας, τον ξέρω και για τα καλά του και για τα κακά του. Έχω συνεργαστεί μαζί του. Θα σου πω μια ιστορία, αλλά εκτός μικροφώνου (…) Έχω πει για πρώτη φορά το «Κοκοράκι» και το «Γιαννάκη Ομορφόπαιδο», με δική του έγκριση. Τα τραγουδούσε ο ίδιος στην ταινία.
— Στο «Μεγάλο μας τσίρκο» βρίσκεσαι στην ίδια σκηνή με την Ελεωνόρα. Έχετε συνυπάρξει άλλη φορά επί σκηνής;
Ποτέ. Κι αυτό τώρα έγινε κάπως συμπτωματικά. Ο σκηνοθέτης, ο Πέτρος Ζούλιας, μου είχε προτείνει να συνεργαστούμε σε άλλες δουλειές και τελικά βρέθηκε το «Μεγάλο μας τσίρκο». Το Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» έκανε μια σοβαρή και μεγάλη παραγωγή. Εγώ την Ελεωνόρα τη βλέπω όχι μόνο ως παιδί μου αλλά και ως καλλιτέχνη. Φρόντισα να αυτονομηθεί από πολύ μικρή. Δεν έκανα καμία παρέμβαση στις επιλογές της, τις αποδεχόμουν, ακόμα κι αυτές με τις οποίες δεν συμφωνούσα. Αποστασιοποιημένος από την ιδιότητα του πατέρα, τη θαυμάζω, γιατί βλέπω πώς εργάζεται. Και στην υποκριτική, όταν πήγα και την είδα στις εξετάσεις στη σχολή, δεν πίστευα στα μάτια μου βλέποντας σε πόσο υψηλό επίπεδο είχε φτάσει. Με συγκινεί πολύ η συνύπαρξή μας τώρα στη σκηνή. Και ήταν εμφανής αυτή μου η συγκίνηση στην αρχή. Υπάρχει μάλιστα και η σύμπτωση ο Κολοκοτρώνης, στο κείμενο του Καμπανέλλη, να τη λέει «κόρη μου».
― Και τώρα; Τι έρχεται µετά το «Μεγάλο µας Τσίρκο»;
Να κάτι που δεν σου είπα: σταθµός µεγάλος της ζωής µου είναι η γνωριµία µου µε τον Μποστ τότε που κάναµε την πρώτη µεγάλη επιθεώρηση στο Παρκ, σ’ ένα κατάµεστο θέατρο, χιλιάρι ήταν τότε. «Κάνε το ΠΑΣΟΚ σου παξιµάδι» ήταν ο τίτλος. Ήταν τότε που βγήκε το ΠΑΣΟΚ δεύτερη φορά. Τεράστιος διανοούµενος ο Μέντης. Και το καλοκαίρι θα κάνουµε το δικό του «Ρωµαίος και Ιουλιέτα» µε το ∆ΗΠΕΘΕ Κρήτης για να περιοδεύσει στην Ελλάδα, καµιά τριανταριά παραστάσεις, µε σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη, ο οποίος είναι Κρητικός, διευθύνει και το θέατρο. Θα παίζουν ο Άκης Σακελλαρίου, ο Γιάννης ∆ρακόπουλος και η Υρώ Μανέ. Εγώ θα κάνω την Παραµάνα. Όµως δεν έχω την πολυτέλεια να αρκεστώ σ’ αυτό, γι’ αυτό ετοιµάζω και κάποιες διαδραστικές συναυλίες.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μετατρέπει την όπερα του Ντονιτσέτι σε μια σύγχρονη σκηνική εμπειρία
Στο «Μεγάλο µας τσίρκο» ο αγαπημένος καλλιτέχνης συνυπάρχει και ταυτίζεται με τον Κολοκοτρώνη και τον Καραγκιόζη
Η σεζόν για πολλές θεατρικές παραστάσεις ολοκληρώνεται πριν το Πάσχα
Ένας ροκενρολάς της υποκριτικής
Το εμβληματικό έργο του μεγάλου θεατρικού συγγραφέα ανεβαίνει στο Βασιλικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Αθανασίας Καραγιαννοπούλου
Αντίνοος Αλμπάνης, Βασίλης Ευταξόπουλος και Γιολάντα Μπαλαούρα πρωταγωνιστούν στο έργο-σταθμό του Αντόν Τσέχωφ
Η αρχαία τραγωδία του Ευριπίδη ανανεώνεται σε μια μεγάλη παραγωγή υψηλών προδιαγραφών, με τη σκηνοθετική υπογραφή του διεθνούς φήμης Νικίτα Μιλιβόγεβιτς
Ο Θανάσης Ζερίτης σκηνοθετεί την Έλλη Τρίγγου στο νέο έργο της Νεφέλης Μαϊστράλη
«Δεν έφυγαν για να γίνουν πλούσιοι. Έφυγαν για να επιβιώσουν.»
Το φεστιβάλ περιλαμβάνει διαγωνιστικό τμήμα για καλλιτέχνες και ομάδες που επιθυμούν να συμμετάσχουν
Ο έρωτας, η Ιστορία και η ανθρώπινη μοίρα μπλέκονται σε μια μοναδική, πολυδιάστατη, θεατρική εμπειρία.
Μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη για τον εμβληματικό ήρωα του Νίκου Καζαντζάκη που ανεβάζει στο ΚΘΒΕ, με τον Πασχάλη Τσαρούχα στον πρωταγωνιστικό ρόλο
Το μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη μεταφέρεται στη σκηνή, σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου
Ορφέας Αυγουστίδης και Ευγενία Σαμαρά πρωταγωνιστούν στο έργο του Γκέοργκ Κάιζερ στο Νέο Θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου
Η παράσταση του Γιώργου Γαλίτη «Ευτυχώς, Ευτυχία!», που σκηνοθετεί η Τατιάνα Λύγαρη, παρουσιάζεται στους χώρους δημόσιας υγείας της Αθήνας
Μιλήσαμε με τον συγγραφέα για το βιβλίο του «Ήλιος με ξιφολόγχες» και με τη σκηνοθέτρια Ελένη Ευθυμίου για την παράσταση που ανεβαίνει στο ΚΘΒΕ
Σκηνοθετεί το «Μαύρο Κουτί» του Γιώργου Ηλιόπουλου, μια μαύρη κωμωδία για τα μυστικά που όλοι κρύβουμε
Το ζεύγος Ομπάμα ενώνει τις δυνάμεις τους με τον παραγωγό Μάικ Μπόσνερ και τον σκηνοθέτη Τόμας Κέιλ
Η Ιόλη Ανδρεάδη και ο Άρης Ασπρούλης διασκευάζουν τη δημοφιλή αλλά και πικρή κωμωδία του Μολιέρου
Ο δημοφιλής ηθοποιός μιλά για τον ρόλο του στη νέα παράσταση της Νεφέλης Μαϊστράλη, τον παραλογισμό, την αποκτήνωση και την επιρροή των social media
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.