Πολιτισμος

Ευγένιος Σπαθάρης: Ο μεγαλύτερος Έλληνας

Ήμουν κι εγώ εκεί

4831-35211.jpg
Γιώργος Παυριανός
ΤΕΥΧΟΣ 259
14’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
eugenios spatharis

Ο Γιώργος Παυριανός γράφει ιστορίες για τον Ευγένιο Σπαθάρη

Απόγευμα Κυριακής, καλοκαίρι 1966, στην Πάτρα. Είμαι 10 χρονών και κάθομαι στην αυλή μας, δίπλα στο αγιόκλημα. Ο πατέρας μου μόλις έχει ξυπνήσει από το μεσημεριανό του ύπνο και ετοιμάζει το ποδήλατό του. Έχει προσαρμόσει ένα μικρό καθισματάκι στο μπροστινό μέρος, εκεί θα κάτσω εγώ. Πίσω η αδελφή μου, η Χρυσάνθη.

«Άννα!» φωνάζει «έλα να ετοιμάσεις τα παιδιά!» Μετά από λίγο έρχεται η μάνα μου από δίπλα μουρμουρίζοντας. «Ούτε έναν καφέ δεν μπορεί να πιει κανείς με την ησυχία του… Πού θα πάτε;» τον ρωτάει. «Απόψε λέω να τα πάω στου “Μαρούδα” να δούνε κουκλοθέατρο και Καραγκιόζη». «Σ’ αυτές τις αηδίες; Γιατί δεν τα πας στο λιμάνι, στην Αγίου Νικολάου, να πάρουν τον αέρα τους;» «Ο καραγκιοζοπαίκτης είναι φίλος μου και τα παιδιά δεν θα πληρώσουν εισιτήριο». «Πρόσεχε, γιατί μου ’χουν πει πως εκεί γύρω κυκλοφορούν ανώμαλοι και κυνηγάνε τα παιδιά».

Η περιοχή «Μαρούδα» είναι ψηλά, πάνω απ’ τα Ψηλαλώνια, κοντά στα προσφυγικά. Τα σπίτια γύρω είναι λιγοστά, υπάρχουν όμως μεγάλες εκτάσεις με λουλούδια, τριαντάφυλλα, γαρίφαλα, μοσχοβολάει ο τόπος. Υπάρχει κι ένα υπαίθριο θέατρο. Παίζει κουκλοθέατρο και Καραγκιόζη με ένα εισιτήριο. Τρώμε πασατέμπο, πίνουμε ΤΑΜ-ΤΑΜ και παρακολουθούμε βαριεστημένοι τον Κλούβιο και τη Σουβλίτσα να λένε σαχλαμάρες. Αυτό που περιμένουμε εγώ και η αδελφή μου είναι ο Καραγκιόζης. Αυτόν έχουμε ακούσει από το ραδιόφωνο και περιμένουμε να δούμε πώς θα είναι η παράσταση. Κάποια στιγμή το κουκλοθέατρο τελειώνει, η σκηνή του μετατρέπεται σε μπερντέ, ακούγεται το καμπανάκι, ο χασαποσέρβικος χορός και βγαίνει στο πανί ο Καραγκιόζης: «Έι, όπα! Όπα, μωρέ, όπα!». Παρακολουθούμε μαγεμένοι. Από την πρώτη στιγμή οι χάρτινες φιγούρες, τα σκηνικά, το παιχνίδι με το φως και τις σκιές, οι δυνατές φωνές και τα καλαμπούρια, οι έξυπνοι διάλογοι και τα τραγούδια μάγεψαν την αθώα παιδική ψυχή μας. Ακόμα κι ο πατέρας μου, συνήθως αυστηρός και συγκρατημένος, έχει χαλαρώσει, γελάει με την καρδιά του και κάθε τόσο σκύβει και μας ρωτάει: «Σας αρέσει εδώ που σας έφερα; Σας αρέσει;».

eugenios spatharis karagiozis

Μας αρέσει, αλλά έχει προκύψει μέγα θέμα: η αδελφή μου νομίζει ότι οι φιγούρες έχουν δικιά τους φωνή, ότι μιλάνε από μόνες τους, ενώ εγώ πιστεύω ότι υπάρχει κάποιος ή κάποιοι από πίσω που τα κάνουν όλα αυτά. Έτσι, όταν τελειώνει η παράσταση πηγαίνουμε πίσω από τον μπερντέ για να λύσουμε το αίνιγμα. Σε μια καρέκλα κάθεται ο καραγκιοζοπαίκτης. Είναι χοντρός και σκουπίζει συνέχεια τον ιδρώτα από το πρόσωπό του. Ο πατέρας μου τον πλησιάζει, χαιρετιούνται εγκάρδια και κάτι του λέει. Τότε αυτός φωνάζει το βοηθό του, ένα ψηλό, μαυριδερό αγόρι. «Ρε, Μίμη» του λέει «δείξε στα παιδιά πώς παίζω». Ο βοηθός παίρνει το Κολλητήρι, το κρατάει επάνω στο πανί κι αρχίζει να μιλάει: «Μπαμπάκο, χτυπάνε την πλότα!». «Είδες;» γυρνάω και λέω της αδελφής μου. «Δηλαδή δεν είναι ζωντανός;» ρωτάει αυτή απογοητευμένη. «Όχι, εμείς τον κάνουμε και μιλάει» της εξηγεί ο Μίμης. 
«Μπορώ να τον κρατήσω λίγο;» ρωτάω με τη σειρά μου. Μου δίνει τη φιγούρα και επειδή δεν φτάνω να την παίξω πάνω στον μπερντέ, αρχίζω και τη χορεύω στον αέρα: «Όπα!» φωνάζω. «Όπα! Όπα!» και την πηγαίνω πέρα-δώθε, μέχρι που κάποια στιγμή την κοπανάω κάπου και της φεύγει το ένα πόδι. Ο καραγκιοζοπαίκτης, που ως τώρα μίλαγε με τον πατέρα μου, πετάγεται απάνω: «Τι έκανες, μωρέ;» μου λέει μελοδραματικά. «Τώρα θα πρέπει να πάω το Κολλητήρι στο νοσοκομείο για να του ράψουνε το πόδι!» και μου αρπάζει τη φιγούρα από τα χέρια. «Αφού δεν είναι ζωντανός!» λέει η αδελφή μου για να με υπερασπιστεί. Ο πατέρας μου γελώντας χαιρέτησε τον καραγκιοζοπαίκτη, τον ευχαρίστησε για όλα, μας πήρε και φύγαμε. 

Από εκείνη την ημέρα, κάθε Κυριακή πηγαίναμε στου «Μαρούδα». Έκανα όλα τα θελήματα της μάνας μου, διάβαζα για να παίρνω άριστα 10, δεν τράβαγα την κορδέλα από τα μαλλιά της αδελφής μου, μέχρι και μπάμιες ήμουν αποφασισμένος να φάω, που τις σιχαινόμουνα, αρκεί την Κυριακή να πηγαίναμε στον Καραγκιόζη. Ο Μίμης ο βοηθός με είχε συμπαθήσει και με άφηνε να παρακολουθώ την παράσταση πίσω απ’ τον μπερντέ! Άρχισα να μαθαίνω τα μυστικά, την τεχνική, τα κόλπα του Θεάτρου Σκιών. Έκοβα τις φιγούρες από τα φυλλάδια και άρχισα να φτιάχνω το δικό μου θίασο. Είχα αγοράσει όλα τα δισκάκια με έργα του καραγκιόζη και άκουγα και ξανάκουγα τη φωνή του Ευγένιου Σπαθάρη. Δεν με απασχολούσε τίποτε άλλο. Κι όταν μια μέρα, μετά από χιλιάδες παρακάλια, η μάνα μου μού έδωσε ένα παλιό σεντόνι και έπαιξα κανονική παράσταση, με βοηθό την αδελφή μου, η μάνα μου καμάρωνε, ο πατέρας μου γελούσε σαν μικρό παιδί, οι γείτονες χειροκροτούσαν και στο τέλος μου έδωσαν δεκάρες και εικοσάρες. 

Μας ανοίγει η γυναίκα του, η Φανή. Ευγενική, ευχάριστη, κοινωνική, μια πραγματική αρχόντισσα.

Δέκα χρόνια αργότερα, φθινόπωρο του 1976, μαζί με τον Δημήτρη Λέκκα χτυπάμε το κουδούνι στο σπίτι του Ευγένιου Σπαθάρη στο Μαρούσι. Μας ανοίγει η γυναίκα του η Φανή. Ευγενική, ευχάριστη, κοινωνική, μια πραγματική αρχόντισσα. Γίνονται οι συστάσεις, μας βάζει να καθήσουμε και επιμένει να μας τρατάρει. «Πρώτη φορά, Γιωργάκη μου, στο σπίτι μας, δεν γίνεται, πρέπει να πάρεις κάτι». Με τον Δημήτρη γνωρίζονται από καιρό, είναι κι αυτός Μαρουσιώτης, υπάρχει μια οικειότητα. «Εχτές το βράδυ, Δημήτρη μου, ήταν εδώ ο Γιάννης Τσαρούχης. Ο πεθερός μου του είχε αφήσει μια βαλίτσα με φιγούρες και τώρα δεν τις δίνει πίσω. “Κουμπάγα” μου λέει “θα κάνω κι εγώ Μουσείο και θα τις βάλω μέσα. Θα γράφω από κάτω ότι είναι του Σωτήγη Σπαθάγη”. Κατάλαβες;» Ο Λέκκας μού εξηγεί πως ο Τσαρούχης είναι κουμπάρος τους. Τους έχει παντρέψει. Τους ακούω και δεν τους ακούω. Περιεργάζομαι το χώρο, που είναι γεμάτος με σκηνικά, πίνακες και φιγούρες, και περιμένω με αγωνία την πρώτη μου συνάντηση με τον ήρωα των παιδικών μου χρόνων. 

Κάποια στιγμή εμφανίζεται ο Σπαθάρης. Με τα φουντωτά μαλλιά του και με το μουστάκι του μοιάζει κάτι ανάμεσα σε Αϊνστάιν και Τσάρλι Τσάπλιν. Τα παιχνιδιάρικα μάτια του με κόβουν από πάνω μέχρι κάτω. Τα χέρια του είναι γεμάτα μπογιές. Αλλά εκείνο που μου προξενεί τη μεγαλύτερη έκπληξη είναι η φωνή του. Μιλάει σαν τον ήρωά του, τον Καραγκιόζη. Είχα την εντύπωση πως θα μιλούσε διαφορετικά στην καθημερινή ζωή του. Τώρα, όμως, βλέπω πως η ταύτιση είναι πλήρης. Αυτός κι ο Καραγκιόζης έχουν γίνει ένα. Και στη ζωή και στη σκηνή. Κάθεται και του εξηγώ το λόγο της επίσκεψης. 

«Θέλω να σκηνοθετήσω στο Τρίτο Πρόγραμμα ένα μεσαιωνικό μυστήριο, ένα από αυτά τα έργα με θρησκευτικό περιεχόμενο που έπαιζαν τον Μεσαίωνα μπροστά στις εκκλησίες. Το έργο είναι για τη Γέννηση. Την Παναγία θα την κάνει η Ζυράννα Ζατέλη, τον Ηρώδη η Σαπφώ Νοταρά, μήπως θα θέλατε να κάνετε τους Τρεις Μάγους με τρεις διαφορετικές φωνές; Τη μουσική θα κάνει ο Δημήτρης Λέκκας». Ενθουσιάζεται αμέσως. «Να, αυτά είναι πρωτοποριακά πράγματα που θα βοηθήσουν τον Καραγκιόζη!» «Αν αρέσει αυτό το έργο στον Μάνο Χατζιδάκι θα μας προσλάβει στο Τρίτο Πρόγραμμα». «Και βέβαια θα του αρέσει» λέει με σιγουριά. «Πώς θα τον κάνω τον πρώτο Μάγο; Να τον κάνω με τη φωνή του Πασά;  Ή του Βεζύρη;»

eugenios spatharis manos hatzidakis

Από την πρώτη στιγμή στις πρόβες, η Σαπφώ Νοταρά δεν τα πάει καλά ούτε με τη Ζυράννα ούτε με τον Σπαθάρη. Τη Ζυράννα τη βρίσκει υποτονική για Παναγία και τον Ευγένιο λαϊκό. Όμως, ο βαθύτερος λόγος αυτής της αντιπάθειας ήταν πως δεν θέλει να παίξει το ρόλο. «Με λένε Σαπφώ, θα παίξω και τον Ηρώδη, ποιος ξέρει τι θα νομίσει ο κόσμος για μένα» γκρινιάζει με τη χαρακτηριστική φωνή της. «Τότε τι πρέπει να πουν για μένα, που κάνω τόσες γυναικείες φωνές;» «Δεν είναι το ίδιο, εγώ είμαι ηθοποιός, ενώ εσύ…» «Εγώ είμαι φαρμακοποιός!» την κοντράρει ο Σπαθάρης. 

Τα μεσαιωνικά μυστήρια είχαν αναφορές εναντίον των μωαμεθανών. Κάποια στιγμή στο έργο, λέει ο Ηρώδης: «Και τον Χριστό από τη μέση θα τον βγάλω, για να τιμήσω τον Μωάμεθ το μεγάλο». «Μα πώς είναι δυνατόν να λέει για τον Μωάμεθ ο Ηρώδης; Αφού ο Μωάμεθ ήταν έναν αιώνα αργότερα από τον Χριστό!» «Ε, και, στο “Καταραμένο φίδι” ο Μέγας Αλέξανδρος λέει “έλα Χριστέ και Παναγιά”. Δεν έγινε και τίποτα». «Αυτά λέτε στα έργα σας και δεν μαθαίνει ο κόσμος ιστορία» ρίχνει το φαρμάκι της η Νοταρά. 

Την ημέρα της ηχογράφησης η Σαπφώ με παίρνει να μου πει ότι δεν θα συμμετάσχει, γιατί θα γίνει διπλωματικό επεισόδιο με τις μουσουλμανικές χώρες. Μόνο αν της τηλεφωνούσε ο Χατζιδάκις θα δεχόταν. Με δάκρυα στα μάτια τον παρακαλάω να της τηλεφωνήσει και όταν πια τη διαβεβαιώνει πως ό,τι και να συνέβαινε θα επενέβαινε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που είναι φίλος του. Τέτοια τρελά. Αλλά άξιζε τον κόπο. Ο Σπαθάρης ήταν εκπληκτικός με τους τρεις Μάγους. Η Ζυράννα συγκινητική. Ο Ηλίας Λιούγκος, που τραγουδάει το τραγούδι του Άγγελου, μαγικός. Όταν όμως η Σαπφώ σαν Ηρώδης λέει με τη φωνάρα της «φύγετε από μπροστά μου, κτήνη, αλλιώς τίποτε όρθιο δεν θα μείνει!», πέφτουμε στα μωσαϊκά από τα γέλια. 

«Θέλω να μου κάμεις κάτι με τον Σπαθάρη. Μια παράσταση. Διάλεξε εσύ το θέμα. Θα το παρουσιάσουμε στον Φιλοπρόοδο Όμιλο Υμηττού, στις εκδηλώσεις του Τρίτου Προγράμματος» μου λέει ο Χατζιδάκις. Σκέφτομαι να παρουσιάσουμε μια τραγωδία και μια κωμωδία σε ενιαία παράσταση. Ανεβαίνουμε με τον Λέκκα πάνω στο Μαρούσι. «Ευγένιε, σκεφτήκαμε να κάνουμε Θέατρο Σκιών με την “Ιφιγένεια εν Αυλίδι” και τους “Βάτραχους”». Το παιχνιδιάρικο ματάκι άρχισε να γυαλίζει. «Για λέγε, για λέγε…» «Να κάνουμε την “Ιφιγένεια” με χάρτινες σκαλιστές φιγούρες και τους “Βατράχους” με χρωματιστές. Όχι όμως σε ζελατίνα αλλά σε δέρμα, όπως παλιά». «Το δέρμα σκεβρώνει με την υγρασία. Άσε που είναι ταλαιπωρία να το φτιάξω. Πρέπει να πάρω δέρμα από λευκό μοσχάρι, να το ξύσω με γυαλί για ν’ αποκτήσει διαφάνεια, να ζωγραφίσω τη φιγούρα, να την κόψω, να τη βάψω και στο τέλος, εκεί που θα πάω να την παίξω, να έχει σκεβρώσει. Άντε μετά να κάνεις παράσταση!» μου λέει, αλλά πια τον ξέρω, την επομένη θα ψάχνει για δέρμα λευκού μοσχαριού. 

Δεν έπεσα έξω. Λίγες μέρες αργότερα τον βλέπω να ξύνει το δέρμα με γυαλί και να με βρίζει τρυφερά: «Έφαγα τα χέρια μου να ξύνω. Τι ήθελα και σε άκουσα; Πιάσε ένα γυαλί και ξύνε, μην τα πετάξω όλα απ’ το παράθυρο!» Όμως δεν είναι μόνο το δέρμα. Αντιμετωπίζει και προβλήματα όταν φτάνει η στιγμή να σχεδιάσει τις φιγούρες. Ιδίως τα βατράχια: «Προσπαθώ να φτιάξω τα βατράχια και μου βγαίνουν αστροναύτες!» γκρινιάζει. «Ευγένιε, γιατί δεν δοκιμάζεις να τα φτιάξεις ανφάς;» του λέει μια μέρα ο Λέκκας. «Ανφάς; Ανφάς; Αφού όλες οι φιγούρες στον Καραγκιόζη είναι προφίλ. Πώς θα τα κάνω ανφάς, μανάρι μου;» λέει και την ίδια στιγμή πιάνει το μολυβάκι του και σχεδιάζει. «Έτσι, δηλαδή;» και μας το δείχνει. «Έτσι!» «Πρώτη φορά γίνεται αυτό στο Θέατρο Σκιών» λέει με δέος και περηφάνια μαζί. Με δέος γιατί έσπαγε μια παράδοση και με περηφάνια γιατί πρόσθετε κάτι καινούργιο στην παράδοση αυτή. «Μωρέ, αν δεν τρελαθώ μαζί σας, δεν θα τρελαθώ ποτέ!» μουρμουρίζει. Έρχεται η Φανή και πάμε όλοι μαζί στο ταβερνάκι για να το γιορτάσουμε. 

Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι η θάλασσα. Κάποια στιγμή η βάρκα του Χάρου ταξιδεύει πάνω σε μια θάλασσα, τα βατράχια τραγουδάνε και στην επόμενη σκηνή πρέπει να βρεθούνε στην ξηρά, στην είσοδο του Άδη. «Σπάω το κεφάλι μου και δεν βρίσκω λύση» λέει και ξαναλέει. Στους «Βατράχους» του Αριστοφάνη ο Διόνυσος πηγαίνει στον Κάτω Κόσμο για να βρει τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη. Στη διασκευή που είχα κάνει, ο Διόνυσος είχε γίνει Διονύσιος, ο Αισχύλος ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Ευριπίδης ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις! «Τι ρούχα να βάλω στον Χατζιδάκι;» με ρωτάει. «Βάλ’ του γκρι παντελόνι, πράσινο Λακόστ και καφέ ζακέτα». 

eugenios spatharis

Στην παράσταση ο Χατζιδάκις έρχεται με γκρι ζακέτα, πράσινο παντελόνι και καφέ Λακόστ! Τα χρώματα τα είχα πετύχει, στα ρούχα είχα κάνει λάθος!

Βγαίνει η φιγούρα του Χατζιδάκι στο πανί και γίνεται πανζουρλισμός. Εκεί όμως που το κοινό σηκώνεται όρθιο και χειροκροτάει είναι όταν φεύγει η θάλασσα. Γιατί ο μεγαλοφυής Σπαθάρης, μια μέρα πριν, έχει βρει τη λύση και την έχει διδάξει στους βοηθούς (Γιώργος Παυριανός, Γιώργος Ευσταθίου, Θοδωρής Αραβάνης, Μαρίκα Τζιραλίδου, Δημήτρης Λέκκας) λίγο πριν την παράσταση: Αφού πρώτα τα βατράχια χορεύουν και τραγουδούν το «Βρεκεκέξα-κουάξα-κουάξα», που το αποδίδει μοναδικά ο Νίκος Δημητράτος, προς το τέλος του τραγουδιού πηγαίνουν και χώνονται στις πτυχές της χαρτονένιας θάλασσας και, με μια κίνηση, όλοι οι βοηθοί τη σηκώνουμε στον αέρα και την τραβάμε πίσω. Έτσι γίνεται πάλι ξηρά για να συνεχιστεί το έργο. «Είναι από τα πιο μαγικά πράγματα που έχω δει στη ζωή μου» του λέει ο Χατζιδάκις στο διάλειμμα. 

Ανοίγω τη βαλίτσα για να βγάλω τη φιγούρα του Χάρου και μένω ξερός. Έχει διπλώσει απ’ την υγρασία κι έχει γίνει ένα ρολό. Το βλέπει ο Ευγένιος, τα τσαχπίνικα μάτια του γουρλώνουν, είναι τρομερός όταν θυμώνει: «Γαμώ το κέρατό μου, σ’ το είπα, βρε Γιωργάκη, να μην τις κάνουμε δερμάτινες! Πώς θα τον βγάλω τώρα στο πανί, που έχει γίνει σαν ντολμάς;». Δεν λέω τίποτα. Έτσι που τον βλέπω αγριεμένο, κινδυνεύω να φάω καμιά σφαλιάρα. Πιάνει τη φιγούρα, την ξεδιπλώνει στο πάτωμα, βάζει από πάνω τη βαλίτσα και ανεβαίνει και ο ίδιος από πάνω. Το θέαμα είναι αστείο και συμβολικό συγχρόνως: Ο Ευγένιος Σπαθάρης με τον Καραγκιόζη στα χέρια, πατάει τον Χάρο! «Μην αφαιρένεσαι!» με ξυπνάει από τις σκέψεις ο Σπαθάρης. «Κράτα τον Χατζιδάκι για να βγάλω τον Θεοδωράκη. Και κολλητά στο πανί, ε;»

Η επιγραφή στην προβλήτα μάς δημιουργεί απορίες: «Καλώς ορίσατε στην Ικαρία, το νησί του ραδίου». Κανείς μας δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει, ούτε ο συνήθως ξερόλας Λέκκας. Το πλοίο φτάνει στο λιμάνι, βγαίνουμε και ρωτάμε τον πρώτο περαστικό. «Το νησί έχει πολλές ιαματικές πηγές με ράδιο, που θεραπεύει ρευματισμούς, αθρίτιδες, σπονδυλοαθρίτιδες κ.λπ.» μας πληροφορεί. Είναι φθινόπωρο του 1985, ο δάσκαλος Τάσος Λιγνάδης, κριτικός της ποίησης και του θεάτρου και λάτρης του καραγκιόζη, έχει μεσολαβήσει στο Ίδρυμα «Βασιλεύς Παύλος» να μας βγάλει ένα κονδύλι για να περιοδεύσουμε στα ακριτικά νησιά και να παίξουμε το «Μεγαλέξανδρο και τον κατηραμένο όφι». Σπαθάρης, Λέκκας και Παυριανός. «Το Τρίο Μπελκάντο», όπως μας αποκαλεί ο Σπαθάρης. «Την έχω γνωρίσει τη Φρειδερίκη», μου λέει όταν του ανακοινώνω για την περιοδεία. «Είχε έρθει σε μια έκθεση στο Ζάππειο. Πολύ κυρία, με τις γούνες της, με τα όλα της. “Εσύ μεγκάλο καλλιτέχνη” μου είπε. “Εσύ να έρτει να παίξει στα παιντιά μου” κι έφυγε καμαρωτή». «Και πήγες;» «Είσαι με τα καλά σου; Ο Καραγκιόζης είναι για το λαό, δεν είναι για τους βασιλιάδες! Της έστειλα κάτι καραγκιοζάκια εκεί, κι αυτό πολύ της ήταν».

Έχουμε ήδη παίξει στη Ρόδο, στη Σύμη, στη Λέσβο και μένει η Ικαρία και η Σάμος. Εκεί κατάλαβα πόσο σκληρή ήταν η ζωή του. Μόνος τις περισσότερες φορές, έπρεπε να φτάσει με τα μέσα της εποχής στον τόπο που θα έπαιζε, να στήσει τη σκηνή, να ετοιμάσει τον μπερντέ, να παίξει, να ξεστήσει, να τα μαζέψει και να πάει αλλού να επαναλάβει όλη αυτή τη διαδικασία. «Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, είμαι με μια βαλίτσα και μια σκηνή. Όλη μου τη ζωή την έχω συνδυάσει με τις παραστάσεις του Καραγκιόζη» μου λέει ενώ πίνουμε τα ουζάκια μας στην παραλία και περιμένουμε να έρθουν τα μουλάρια που θα μας πάνε στα πιο απομακρυσμένα χωριά της Ικαρίας. «Ξέρεις τι πειθαρχία θέλει;» Τον ακούω αλλά έχω μεθύσει για τα καλά, φτάνουν τα μουλάρια, φορτώνω τη βαλίτσα και τη σκηνή στο ένα, ανεβαίνουμε κι εμείς στα άλλα τρία και ξεκινάμε. 

 «Τα έδεσες καλά τα σύνεργα;» με ρωτάει στο δρόμο. «Μη σε νοιάζει, τα έδεσα σφιχτά. Δεν θα πάθουν τίποτα. «Καλααά…» μου λέει, σα να μην το πολυπιστεύει. Και πράγματι, σε μια ανηφόρα το μουλάρι μουλαρώνει, ο οδηγός μας το τραβάει με το ζόρι, τινάζεται αυτό, πέφτουνε κάτω η σκηνή και η βαλίτσα, ανοίγει η βαλίτσα, χύνονται οι φιγούρες και διασκορπίζονται. «Πωπω! Τι θα κάνουμε τώρα;» φωνάζει ο Σπαθάρης και θυμάμαι την ιστορία με το Κολλητήρι που του ξεκόλλησα το πόδι. Ξεπεζεύουμε, μαζεύουμε τις φιγούρες από τα πουρνάρια, ο Καραγκιόζης έχει στραπατσαριστεί λιγάκι. Ο Ευγένιος κάνει σαν να έχει χτυπήσει άνθρωπος. «Σιγά. Σιγά. Δώσ’ τον μου εμένα. Πού ’ναι το χέρι του; Βρέστε το χέρι του!» και αγκαλιάζει τη φιγούρα κι αρχίζει να τη χαϊδεύει για να την καθαρίσει από τη σκόνη και τα χώματα. 

Στις παραστάσεις ο Σπαθάρης είναι δοσμένος ολόψυχα στο έργο. Αυτοσχεδιάζει με όλα, με τις αντιδράσεις του κόσμου, με ένα τυχαίο γεγονός, με έναν ήχο. Στην πρώτη παράσταση που παίζει στην Ικαρία, την ώρα που ο μπέης μιλάει με τον Καραγκιόζη, ένα από τα μουλάρια που έχουμε έξω στην αυλή αρχίσει να γκαρίζει. Και ο Σπαθάρης: «Άκου, μπέη μου, σε φωνάζει ο αδελφός σου!» Λίγο πιο κάτω, εκεί που ο Αλέξανδρος έχει σκοτώσει το φίδι, λέει ένα τραγούδι: «Θεέ μεγαλοδύναμε, μεγάλο τ’ όνομά σου, φύλλο δεν πέφτει από δεντρί, χωρίς το θέλημά σου», πάει ο Λέκκας να βάλει το μαγνητόφωνο να ακουστεί το τραγούδι, αλλά δεν παίρνει μπρος. Και ο Σπαθάρης αρχίζει να απαγγέλλει: «Θεέ μεγαλοδύναμε, μεγάλο τ’ όνομά σου, κάνε να πάρουνε μπροστά τα μαγνητόφωνά σου!» Και ω! του θαύματος, το μαγνητόφωνο παίρνει μπροστά. 

Η κουζίνα του σπιτιού του έχει γίνει το στρατηγείο μας. Εκεί η ακούραστη Φανή μάς μαγειρεύει όλα τα καλά. Έχουμε γίνει φίλοι με τα παιδιά του, τη Μένια και τον Σωτήρη. Γάτες με αστεία ονόματα «Φιρφιρίκος», «Ντοντόνα», «Κουφοντίνα», κυκλοφορούν ανάμεσα στα πόδια μας. Ο Ευγένιος τις λατρεύει. Ο Νίκος Πιλάβιος μάς προτείνει να κάνουμε την «Οδύσσεια» σε 27 ημίωρα επεισόδια για την τηλεόραση της ΕΡΤ. Πέφτουμε με τα μούτρα στη δουλειά. «Θα κάνουμε το πρώτο μιούζικαλ στην ιστορία του Θεάτρου Σκιών» του αναγγέλλω πανευτυχής. «Μωρέ, εσείς θα με τρελάνετε, το βλέπω εγώ» λέει τη μια στιγμή, και την άλλη: «Δηλαδή, πώς θα είναι ο Οδυσσέας ντυμένος; Ο Καραγκιόζης θα παίξει; Το άλογο της Τροίας θα κυλάει επάνω σε ρόδες;» Η Αλεξίου, ο Νταλάρας, ο Πάριος, ο Παπακωνσταντίνου, η Δημητριάδη, ο Καλογιάννης, η Δόμνα Σαμίου, η Γαλάνη, η Ελένη Δήμου και άλλοι 20 τραγουδιστές τραγουδούν τους ρόλους του έργου. Ο αγαπημένος μας Νίκος Δημητράτος είναι ο αφηγητής. Όταν όμως ο Γιώργος Ζαμπέτας τραγουδάει το τραγούδι του Κύκλωπα, γίνεται χαλασμός: «Ήμουν των θεών ποιμένας, στων Κυκλώπων το νησί, ώσπου ήρθε ο Κανένας και με πότισε κρασί…». Το επεισόδιο μεταδίδεται ξανά μετά από απαίτηση των τηλεθεατών. Εκεί όμως που ο Σπαθάρης τα δίνει όλα είναι όταν παίζει τους γυναικείους ρόλους, την Κίρκη, την Καλυψώ, τη Ναυσικά, την Πηνελόπη. Οι φωνές του είναι τόσο τέλειες και πειστικές, με τέτοιο ηθικό ανάστημα, που νομίζεις ότι μιλάει η Κατίνα Παξινού ή η Μαρίκα Κοτοπούλη. Με 27 επεισόδια, 30 τραγούδια, 100 σκηνικά και 200 φιγούρες, η «Οδύσσεια» ήταν η υπερπαραγωγή του Ευγένιου Σπαθάρη. 

Ακριβώς 30 χρόνια μετά, τον Δεκέμβριο του 2008, ο Αντώνης Ανδρικάκης και η Μαργαρίτα Μυτιληναίου του προτείνουν να παίξει τους «Βατράχους» στο Ζάππειο, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 70 χρόνια της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. «Θα τα καταφέρεις;» τον ρωτάω. «Θα τα καταφέρω». «Πόσων χρονών είσαι, Ευγένιε;» «Του ’24». «Γιατί δεν λες ’85 και λες του ’24;» «Ακούγεται πιο ωραίο» μου λέει και την ίδια στιγμή αλλάζει, τα μάτια του γουρλώνουν και βάζει τις φωνές! «Πού έβαλα τον Χατζιδάκι; Πιάσε από εκεί τη θάλασσα! Τα βατράχια έχουν σούστες; Γρήγορα, μην κοιμάσαι! Πρέπει να φτιάξω τη βαλίτσα». Εκτελώ τις εντολές του χωρίς να φέρνω αντίρρηση. Βλέπω τη φιγούρα του Χάρου και του θυμίζω το περιστατικό. «Ου, πού τα θυμάσαι τώρα αυτά; Πιάσε μου από εκεί τον Καραγκιόζη!» 

Την άλλη μέρα ο Λευτέρης Παπαδόπουλος γράφει ένα συγκινητικό κείμενο για τον Σπαθάρη και για τον Καραγκιόζη, που μας θυμίζει τα παιδικά μας χρόνια. Του το διαβάζω. «Μα γίνομαι κι εγώ παιδί όταν παίζω» μου απαντάει με το φυσικότερο ύφος του κόσμου. «Αλλά ας τ’ αφήσουμε αυτά. Τι είναι αυτή η συνέντευξη που θέλεις να μου κάνεις;» «Μίλησα με δυο νέα παιδιά, τη Βασιλική Αλμπάνη και τον Νίκο Πασσαλή. Δουλεύουν στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” και θέλουνε να βγάλουν 4 DVD με παραστάσεις σου. Θα τα δίνουν μαζί με την εφημερίδα». «Ε, ωραία, ας τα βγάλουν. Ας μιλήσουν με τη Μένια, με τον Σωτήρη. Τη συνέντευξη τι τη θέλεις;» «Σκέφτηκα να κάνουμε μια συνέντευξη με τίτλο “Η Οδύσσεια του Ευγένιου Σπαθάρη” και να τη βάλουμε στο 4ο DVD, που θα έχει την “Οδύσσεια” που κάναμε στην τηλεόραση». «Γιωργάκη, θα κάτσεις να φας μαζί μας, έτσι δεν είναι;» ακούγεται από μέσα η φωνή της Φανής.

Γλυκό ψωμί δεν έφαγα, λεφτά ποτέ δεν έβγαλα, μια ζωή στο τρέξιμο με τον Καραγκιόζη

Αργότερα κατεβαίνουμε στο ισόγειο, στο Μουσείο. Κι εκεί ανάμεσα στις φιγούρες, τα σκηνικά, τις βαλίτσες, τα μετάλλια και τα βραβεία, αρχίζει να μου διηγείται τη ζωή του. Για τον πατέρα του το μέγα Σωτήρη Σπαθάρη, που δεν τον άφηνε να γίνει καραγκιοζοπαίχτης. Για τη γερμανική κατοχή. Για την πείνα. Για τον έρωτά του με τη Φανή. Για τις περιοδείες, και τις αγωνίες μέχρι να κατορθώσει να βγάλει τον Καραγκιόζη από την αφάνεια και την ανυποληψία. Για το Παγκόσμιο Μουσείο Θεάτρου Σκιών και το Σπαθάρειο Μουσείο. «Γλυκό ψωμί δεν έφαγα, λεφτά ποτέ δεν έβγαλα, μια ζωή στο τρέξιμο με τον Καραγκιόζη. Ευτυχώς έχω τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου, μα πάνω απ’ όλα έχω τον αγαπημένο μου Καραγκιόζη. Θα ’θελα να πεθάνω με τη φιγούρα του αγκαλιά». «Μα τι ’ναι αυτά που λες; Έχεις να φας πολλά καρβέλια ακόμα, δάσκαλε». «Δάσκαλος και κολοκύθια τούμπανα! Εμείς θα φύγουμε μια μέρα. Ο Καραγκιόζης μας δεν πρέπει να πεθάνει. Νύχτωσε. Κουράστηκα. Να σταματήσουμε εδώ». «Ε, πες κάτι για να κλείσουμε τη συνέντευξη». «Τι να πω; Κυρίες μου και κύριοι, κι αγαπημένα μου παιδιά, η παράστασή μας έλαβε τέλος. Γεια σας! Γεια σας!»

«Μην ξεχάσεις, μεθαύριο 1 η ώρα το μεσημέρι θα παρουσιάσουμε τα DVD. Θα μιλήσει ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Κώστας Γεωργουσόπουλος». «Πολύ ωραία, εμένα τι με θέλετε;» «Αστειεύεσαι, Ευγένιε; Για σένα γίνεται όλη αυτή η εκδήλωση». «Καλά, θα έρθω».

Δεν ήρθε. Έφυγε με τον Καραγκιόζη αγκαλιά. Τώρα είναι μια ασπρόμαυρη φιγούρα. Όπως και ο πατέρας μου. Όπως η αδελφή μου. Όπως όλοι οι αγαπημένοι μας που έφυγαν και έγιναν φιγούρες στο Θέατρο Σκιών του θεού.  

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ