More in Culture

Νόρμαν Μέιλερ εναντίον Γκορ Βιντάλ: Ο πόλεμος των τιτάνων

Η νύχτα που δύο κορυφαίοι συγγραφείς ξέχασαν για λίγο τη λογοτεχνία

27005-103933.jpg
Στέφανος Δάνδολος
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Νόρμαν Μέιλερ εναντίον Γκορ Βιντάλ: Ο πόλεμος των τιτάνων
Νόρμαν Μέιλερ / Γκορ Βιντάλ © Wikimedia Commons

Νόρμαν Μέιλερ εναντίον Γκορ Βιντάλ: Ο πόλεμος των τιτάνων - Όταν τον Δεκέμβριο του 1971 το The Dick Cavett Show έγινε το πεδίο μίας από τις διάσημες συγκρούσεις της αμερικανικής τηλεόρασης

Καθώς πλησιάζουμε προς τη συμπλήρωση 55 ετών από την τηλεοπτική βραδιά που σημάδεψε την ιστορία των αμερικανικών γραμμάτων, το ερώτημα παραμένει αναπάντητο: Ποιος τελικά κέρδισε εκείνο το βράδυ; Ο Νόρμαν Μέιλερ ή ο Γκορ Βιντάλ; Όχι πως έχει καμιά σημασία πλέον, εξάλλου και οι δύο είναι πεθαμένοι από καιρό. Μα η γοητεία του εν λόγω μύθου ανθίσταται στη λήθη, αποδεικνύοντας ότι υπήρξε μια απειροελάχιστη στιγμή στον σύγχρονο κόσμο που δύο συγγραφείς μπορούσαν να μονοπωλήσουν το μαζικό ενδιαφέρον της ποπ κουλτούρας.

Δύο κορυφαίοι συγγραφείς, για να ακριβολογούμε. Τον Δεκέμβριο του 1971 ο Νόρμαν Μέιλερ είχε στο ενεργητικό του ένα τεράστιο μπεστ σέλερ για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (Οι γυμνοί και οι νεκροί), την ίδρυση της μυθικής Village Voice, δεκάδες πύρινα άρθρα για τον πολιτικό εκμαυλισμό της Αμερικής και μια βιβλιάρα με τίτλο Οι στρατιές της Νύχτας, που είχε τιμηθεί με Εθνικό Βραβείο ΗΠΑ και Πούλιτζερ. Δημιουργικά βρισκόταν στην καλύτερη στιγμή του, αν και η προσωπική του ζωή ήταν ένα χάλι. Έπινε πολύ, έπαιρνε ναρκωτικά, ο χαρακτήρας του γινόταν όλο και πιο εριστικός. Δύο χρόνια πριν είχε επιχειρήσει να γίνει δήμαρχος της Νέας Υόρκης· δεν τα κατάφερε. Δέκα χρόνια νωρίτερα είχε αποπειραθεί εν θερμώ να σκοτώσει τη δεύτερη σύζυγό του, μαχαιρώνοντάς την· πάλι δεν τα κατάφερε. Ο εγωκεντρισμός του ήταν μνημειώδης, «ένα Εγώ που πρέπει να τεθεί στο μικροσκόπιο της επιστήμης», όπως είχε αστειευτεί ο Γούντι Άλεν. Εύθικτος και ορμητικός, δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω. Τσακωνόταν με εκδότες, διαπληκτιζόταν με πολιτικούς, κάποτε είχε γρονθοκοπήσει έναν δημοσιογράφο των Times που του επιφύλαξε μια αρνητική κριτική για το μυθιστόρημα Οι ακτές της Μπαρμπαριάς. Κατά την αυγή της δεκαετίας του εβδομήντα, ο Γκορ Βιντάλ ήταν κι εκείνος στην απόλυτη ακμή του. Είχε να επιδείξει ένα δημοφιλές σαρωτικό έπος για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Ιουλιανός), μια τολμηρή σάτιρα των ηθών που είχε γίνει ταινία στο Χόλιγουντ (Myra Breckinridge), λαμπρές πολιτικές αναλύσεις στον Τύπο, το κινηματογραφικό σενάριο του Μπεν Χουρ, καθώς και μια εν γένει πολυμαθή παρουσία που τον καθιστούσε αδιαφιλονίκητο σχολιαστή και δοκιμιογράφο της δημόσιας ζωής των ΗΠΑ. Όπως ο Μέιλερ, είχε κι αυτός ασχοληθεί με την πολιτική, διεκδικώντας μια θέση στη Βουλή των Αντιπροσώπων, χωρίς επιτυχία. Εκλεπτυσμένος, μα και άφοβος, δεν δίσταζε να λέει την άποψή του για όλους και για όλα. Τον βοηθούσε και αυτή η upper class αύρα που ανέδιδε, καθότι ήταν στενός φίλος με τους Κένεντι και επίσης εγγονός του Τόμας Πράιορ Γκορ, γερουσιαστή των ΗΠΑ από την Οκλαχόμα. Ιδού λοιπόν οι διαφορές μεταξύ των δύο συγγραφέων: ο Μέιλερ οξύθυμος, ο Βιντάλ με τουπέ· ο Μέιλερ ριζοσπάστης, ο Βιντάλ φιλελεύθερος· ο Μέιλερ γέννημα θρέμμα της μεσαίας τάξης, ο Βιντάλ απόγονος προνομιούχας οικογένειας. Υπήρχε, ασφαλώς, και άλλη μία διαφορά, καθαρά ιδιοσυγκρασιακή: ο Μέιλερ κραύγαζε τον ανδρισμό του, ο Βιντάλ ήταν gay. Όλα αυτά συνέθεσαν το φούντωμα μιας πυρκαγιάς η οποία θα έμενε στην Ιστορία.

Νόρμαν Μέιλερ εναντίον Γκορ Βιντάλ: Ο πόλεμος των τιτάνων
Το The Dick Cavett Show όπου εμφανίστηκαν οι δύο κορυφαίοι συγγραφείς

Πρώτη φορά είχαν συναντηθεί στο σπίτι ενός κοινού φίλου, στο Μανχάταν, τον χειμώνα του 1952, και σύμφωνα με τις μεταγενέστερες ενθυμήσεις τους, η σχέση ξεκίνησε χωρίς προστριβές, αν και ο Βιντάλ τον πείραξε εκείνη τη νύχτα ότι θα ζήσει περισσότερο προκειμένου να γράψει την ετυμηγορία του για όλους τους άλλους. Ο Μέιλερ γέλασε. «Ό,τι πεις, Γκορ». Μίλησαν για αγαπημένα αναγνώσματα. Ο Μέιλερ ανέφερε τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι. Ο Βιντάλ τον Πετρώνιο και τον Απουλήιο. «Στην υγειά των δασκάλων μας λοιπόν», είπε ο Μέιλερ. «Ναι», πρόσθεσε ο Βιντάλ, «εσύ είσαι Ρώσος και εγώ Ελληνο-Ρωμαίος, εσύ επιστρέφεις στις δικές σου ρίζες κι εγώ στις δικές μου». Δεν αντιπάθησε ο ένας τον άλλο. Αντιθέτως. Υπήρξε μια αλληλοεκτίμηση που θα διατηρούνταν για χρόνια. «Στην πραγματικότητα ο Μέιλερ ήταν μαλακός», αποφάνθηκε ο Γκάι Τάλες, που τους ήξερε και τους δύο. «Μα φορούσε αυτή τη μάσκα του επιθετικού. Ο Βιντάλ, από την άλλη, είχε μια άλλου είδους μάσκα: ήταν ψύχραιμος, ευγενικός, πονηρεμένος. Ήταν πολύ διαφορετικός από τον Μέιλερ». Επί σχεδόν δύο δεκαετίες τίποτα δεν διατάραξε την τυπική επικοινωνία των σπουδαίων αυτών μυθιστοριογράφων. Ώσπου το φθινόπωρο του 1971 ξέσπασε η έριδα. Ο Νόρμαν Μέιλερ είχε δημοσιεύσει ένα δοκίμιο με τίτλο Ο αιχμάλωτος του σεξ, στο οποίο κατέγραφε τις μηδενιστικές απόψεις του για το φεμινιστικό κίνημα, για τη σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθώς και για το έργο της ακτιβίστριας Κέιτ Μίλετ, που ήταν σφοδρή πολέμιός του. Ο Βιντάλ δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί απέναντι σε μια τόσο μάτσο προσέγγιση. Έγραψε ένα άκρως επιθετικό άρθρο στο The New York Review of Books, όπου παρομοίασε τον Μέιλερ τόσο με τον Χένρι Μίλερ, του οποίου τα βιβλία διακρίνονται για τις ωμές και ακραίες ερωτικές σκηνές τους, όσο και με τον Τσαρλς Μάνσον, τον εγκληματία που είχε σοκάρει την Αμερική με τη στυγερή δολοφονία επτά ανθρώπων (ένα από τα θύματα ήταν και η νεαρή ηθοποιός Σάρον Τέιτ, σύζυγος του σκηνοθέτη Ρόμαν Πολάνσκι). Το εμπρηστικό κείμενο του Βιντάλ κατέληγε ως εξής: «Το είδος Μίλερ-Μέιλερ-Μάνσον, ή εν συντομία το Μ3, έχει συνηθίσει να θεωρεί τις γυναίκες, στην καλύτερη περίπτωση, ως ανατροφείς υιών, στη χειρότερη, ως αντικείμενα προς διακόρευση, εξευτελισμό και φόνο». Ο Μέιλερ, φυσικά, έγινε έξαλλος. Η πρώτη του αντίδραση ήταν να στείλει μια οργισμένη επιστολή στο περιοδικό: «Κύριοι», έγραψε, «έπεσε στην αντίληψή μου πως ο Γκορ Βιντάλ μιλά στις σελίδες σας για το μίσος μου προς τις γυναίκες. Ας παρουσιάσω λοιπόν τα παρακάτω στοιχεία. Αριθμός γάμων: Μέιλερ πέντε, Βιντάλ μηδέν. Αριθμός τέκνων: Μέιλερ επτά, Βιντάλ μηδέν. Αριθμός θυγατέρων: Μέιλερ πέντε, Βιντάλ μηδέν». Ύστερα άρχισε να λέει δεξιά κι αριστερά στους φιλολογικούς κύκλους ότι ο Βιντάλ, με την αναισθησία του προς τις αποχρώσεις, δεν θα ήταν καλός ούτε για καμαριέρης του Χένρι Μίλερ. Η φωτιά είχε ανάψει. Οι δύο άντρες ήταν πλέον ορκισμένοι εχθροί. Και το σκηνικό της μάχης, μπροστά σε εκατομμύρια τηλεθεατές, επρόκειτο να στηθεί την 1η Δεκεμβρίου του 1971.

Το The Dick Cavett Show εκείνη την εποχή έσκιζε σε τηλεθέαση, αποτελούσε το βραδινό λαμπερό πετράδι του ABC. Πιο διανοουμενίστικο και τολμηρό από το The Tonight Show με τον Τζόνι Κάρσον στο NBC, ήταν η εκπομπή στην οποία προσέφευγαν όλοι οι αστέρες με άποψη και κοφτερή γλώσσα, από τον Μάρλον Μπράντο και τον Όρσον Γουέλς μέχρι τον Τζον Λένον και τον Τένεσι Γουίλιαμς. Ο ίδιος ο Ντικ Κάβετ ήταν πράος, είρων, θρασύς και πολύ έξυπνος. Μόλις διάβασε για το ρήγμα που είχε δημιουργηθεί στον χώρο της λογοτεχνίας, κάλεσε τους δύο συγγραφείς στην εκπομπή του. Κάλεσε επίσης και μια γυναίκα, η οποία θα καθόταν ανάμεσά τους στο πάνελ: τη δημοσιογράφο Τζάνετ Φλάνερ. Χρόνια αργότερα, το 1982, ο Μέιλερ θα ζωντανέψει εκείνη τη νύχτα γράφοντας για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο και από το εν λόγω κείμενο, που έχει συμπεριληφθεί στο «Χρονικό της Εποχής μας» (Εκδόσεις Καστανιώτη), αντιλαμβάνεται κανείς ότι τα vibes ήταν πολύ άσχημα από νωρίς: «Όταν έφτασε στο στούντιο, τον οδήγησαν εσπευσμένα στο μακιγιάζ (...) Εκείνη τη στιγμή, μόνος στο Πράσινο Δωμάτιο, ένιωσε ένα τρυφερό και χαϊδευτικό χέρι στον αυχένα του. Ήταν ο Βιντάλ. Ο Βιντάλ δεν τον είχε αγγίξει ποτέ πριν, όμως τώρα είχε το τρυφερό χαμόγελο του άντρα που μπορεί να είναι έτοιμος να ισχυριστεί πως δεν έχει σημασία, παλιόφιλε, τι λέμε ο ένας για τον άλλον, είναι πάντα ευχάριστο να βλέπεις έναν παλιό φίλο. Ο Μέιλερ απάντησε με ένα γενναιόδωρο ελαφρύ χτύπημα στο μάγουλο. Δεν ήταν χαστούκι ούτε γροθιά, ήταν απλά ένα άκαμπτο ελαφρό χτύπημα. Προς έκπληξή του, ο Βιντάλ του ανταπέδωσε ένα χαστούκι. Ο Νόρμαν χαμογέλασε. Έσκυψε μπροστά και κοίταξε ικανοποιημένα τον Γκορ. Έβαλε το χέρι του στον αυχένα του Γκορ. Και τον κουτούλησε με δύναμη στο κεφάλι. Ο Βιντάλ τον ρώτησε αν είναι τρελός. Σκάσε, είπε ο Μέιλερ. Ο Βιντάλ τώρα δήλωνε πως ο Μέιλερ ήταν εντελώς μανιακός και βίαιος. Θα σε δω στο σόου, απάντησε ήρεμα ο Μέιλερ».

Η εκπομπή άρχισε και, όπως μπορούν να δουν όλοι σήμερα στο YouTube, δεν πήγε πολύ καλά, αν και ο Ντικ Κάβετ έκανε ό,τι μπορούσε. «Πολλοί κριτικοί», προλόγισε χαμογελαστός κοιτώντας την κάμερα, «επικρίνουν την τηλεόραση. Έχουν ένα είδος υπεροπτικής συμπεριφοράς απέναντι στην τηλεόραση και πιστεύουν πως στερείται κουλτούρας. Απόψε έχω μαζί μου τρεις ανθρώπους που είναι σημαντικοί στον γραπτό λόγο. Έχουν κάνει κι άλλα πράγματα, αλλά είναι όλοι γνωστοί συγγραφείς». Λίγη ώρα αργότερα, εισέβαλε τρίτος στο πάνελ ο Νόρμαν Μέιλερ, αρκετά πιωμένος, με ένα σκούρο και τσαλακωμένο κοστούμι. Υποκλίθηκε βαρύγδουπα στην Τζάνετ Φλάνερ, χαιρέτησε τον Κάβετ, αλλά δεν έδωσε το χέρι του στον Βιντάλ. Το κοινό στο στούντιο σχολίασε ευδιάκριτα αυτή την επίδειξη αγένειας. Ο Μέιλερ αγριοκοίταξε τριγύρω. Ο Κάβετ ρώτησε γιατί δεν του έδωσε το χέρι. Ο Μέιλερ απάντησε πως δεν ενέκρινε τον Βιντάλ. Τον θεωρούσε αναίσχυντο με την πνευματική έννοια. Το θερμόμετρο είχε ανέβει επικίνδυνα. Αυτό που θα επακολουθούσε ήταν μια αναμέτρηση τιτάνων. Για τα επόμενα σαράντα λεπτά η κάμερα θα έκανε κοντινό πλάνο στα πρόσωπα. Ο Βιντάλ θα έδειχνε ψύχραιμος ορισμένες φορές, λιγότερο ψύχραιμος κάποιες άλλες. Η Φλάνερ, σποραδικά, θα του άγγιζε το χέρι με καθησυχαστικό τρόπο, «σαν να του δήλωνε πως θα τον προστάτευε από τους κακοποιούς», όπως θα έγραφε αργότερα ο Μέιλερ. «Ο Βιντάλ ήταν αναγκασμένος να χαμογελά χαζά. Χρειάζεσαι γνήσιο αντριλίκι για να δείχνεις βλοσυρός, όταν η προστάτιδά σου είναι εβδομήντα ετών». Αντίθετα, ο Μέιλερ έδειχνε βλοσυρός. Ήταν προσβεβλημένος από την κριτική του Βιντάλ και είχε έρθει εδώ για να πάρει το αίμα του πίσω. Ο Κάβετ δεν έμοιαζε να είναι σίγουρος για το αν έπρεπε να απλώσει βάλσαμο στις πληγές ή να ρίξει λάδι στη φωτιά. Ώσπου η σύγκρουση θερμάνθηκε κι άλλο. Ο Μέιλερ είπε πως το περιεχόμενο του στομαχιού του Βιντάλ δεν ήταν περισσότερο ενδιαφέρον από το περιεχόμενο μιας διανοούμενης αγελάδας. Οι θεατές στο στούντιο άρχισαν να τον αποδοκιμάζουν. «Αποδοκιμάζετε πριν μάθετε τι έχει κάνει αυτός ο άνθρωπος», ξέσπασε εκείνος. Τον αποδοκίμασαν ξανά. Κατά τη διάρκεια κάθε διαφημιστικού διαλείμματος, ο Μέιλερ θα καθόταν εκνευρισμένος στο κάθισμά του, αγριοκοιτάζοντας τον Βιντάλ. Κάποια στιγμή on air, τον κατηγόρησε λέγοντας: «Σου αρέσει η πνευματική νοθεία». Ο Βιντάλ ανασκουμπώθηκε αμήχανα. «Μα το Θεό», συνέχισε ο Μέιλερ, «μπορεί να γράφω στο γόνατο, μα αν μου μάθαινες κάτι για το γράψιμο, θα σε σεβόμουν και θα σε αγαπούσα που μου το έμαθες. Αλλά όταν μου μαθαίνεις μόνο για τα κόλπα της νοθείας...» «Δεν ισχυρίστηκα πως είμαι το φημισμένο σχολείο συγγραφέων, ξέρεις», αντέδρασε ο Βιντάλ. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ο Μέιλερ είδε τη Φλάνερ να ψιθυρίζει κάτι στον Βιντάλ. «Ε, δεσποινίς Φλάνερ», είπε εκτός εαυτού, «εργάζεστε ως διαιτητής ή ως μάνατζερ του κ. Βιντάλ;» Γέλια ακούστηκαν από το κοινό. «Είμαι απολύτως πρόθυμος να σας αποδεχτώ και στους δύο ρόλους», συνέχισε ο Μέιλερ.

Η κατάσταση είχε εκτροχιαστεί, όπως μάλλον ήλπιζε ο Κάβετ. Εκατομμύρια τηλεοπτικοί δέκτες ήταν τώρα συντονισμένοι στο ABC. Η μισή Αμερική παρακολουθούσε δύο έγκριτους, σοβαρούς λογοτέχνες να ξεκατινιάζονται άγρια.

ΜΕΪΛΕΡ: «Εσύ έβγαλες το συμπέρασμα πως η επόμενη μετενσάρκωσή μου θα είναι ο Τσαρλς Μάνσον».
ΒΙΝΤΑΛ: «Μα εσύ άφησες τον εαυτό σου να –»
ΜΕΪΛΕΡ: «Γιατί δεν διαβάζεις αυτό που έγραψες;»
ΒΙΝΤΑΛ: «Εσύ το προκαλείς, και θα σας πω –θα σας δώσω λίγα στοιχεία του παρελθόντος τώρα– ότι ο Μέιλερ έχει –»
ΜΕΪΛΕΡ: «Όλοι ξέρουμε πως πριν από χρόνια μαχαίρωσα τη γυναίκα μου, το ξέρουμε αυτό, Γκορ. Αυτό εκμεταλλεύτηκες».
ΒΙΝΤΑΛ: «Ας το ξεχάσουμε».
ΜΕΪΛΕΡ: «Εσύ δεν θέλεις να το ξεχάσεις. Είσαι ψεύτης και υποκριτής. Το εκμεταλλεύτηκες».
ΒΙΝΤΑΛ: «Μα αυτό δεν ήταν ψέμα ούτε υποκρισία».
ΜΕΪΛΕΡ: «Το γεγονός είναι πως όσοι διάβασαν το Δε Νιου Γιορκ Ρίβιου οφ Μπουκς το ξέρουν πολύ καλά – τα ξέρουν όλα και είναι ο δικός σου ύπουλος τρόπος που το δημιούργησε...»
ΒΙΝΤΑΛ: «Ω, τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω τι σε ενοχλεί! Εντάξει, μπαίνω στο νόημα!»
ΜΕΪΛΕΡ: «Είσαι έτοιμος να ζητήσεις συγγνώμη;»
ΒΙΝΤΑΛ: «Θα ζητούσα συγγνώμη αν πληγώθηκαν τα συναισθήματά σου, φυσικά και θα ζητούσα».
ΜΕΪΛΕΡ: «Όχι, πληγώθηκε η αίσθηση της πνευματικής μου μόλυνσης».
ΒΙΝΤΑΛ: «Λοιπόν, θα πρέπει να πω ότι ως ειδικός πρέπει να ξέρεις από τέτοια πράγματα».
ΜΕΪΛΕΡ: «Ναι, βλέπεις, έπρεπε να μυρίζω τις δουλειές σου από καιρό σε καιρό και αυτό με βοήθησε να γίνω ειδικός στην πνευματική μόλυνση, ναι».

Vidal VS Mailer — A Battle of Wit! | The Dick Cavett Show

Τότε παρεμβαίνει η Φλάνερ, εξοργισμένη: «Όχι μόνο προσβάλλετε ο ένας τον άλλον, όχι μόνο το κάνετε δημοσίως, αλλά φέρεστε σαν να είστε μόνοι σας. Αυτό είναι το παράξενο». «Είναι η τέχνη της τηλεόρασης», την ειρωνεύεται ο Μέιλερ. «Το βρίσκω πολύ παράξενο», επιμένει η Φλάνερ, «που φέρεστε σαν – φέρεστε σαν να είστε οι μόνοι άνθρωποι εδώ». «Δεν είμαστε;» αποκρίνεται ο νάρκισσος Μέιλερ. «Είναι εδώ αυτοί», απαντάει η Φλάνερ δείχνοντας το κοινό, «είναι εδώ αυτός», τώρα γνέφει προς τον Κάβετ, «είμαι εδώ εγώ, και έχω αρχίσει να βαριέμαι πάρα πάρα πολύ». Οι θεατές χειροκροτούν. «Ακόμα δεν μου είπες αν είσαι ο μάνατζερ του Γκορ ή ο διαιτητής», της επιτίθεται εκ νέου ο Μέιλερ. «Αν σκοπεύεις να γράψεις ιστορία χτυπώντας μια κυρία», τον προκαλεί ο οικοδεσπότης της εκπομπής. «Δεν θα το ανεχτώ! Δεν θα το ανεχτώ!» ωρύεται η δημοσιογράφος. «Σε διαβεβαιώ πως δεν θα χτυπούσα κανέναν από τους παρόντες», δηλώνει ο Μέιλερ στον Κάβετ, «διότι είναι όλοι κατώτεροι». «Με ποια έννοια;» τον ρωτάει ο παρουσιαστής. «Πνευματικά μικρότεροι», αποφαίνεται ο Μέιλερ. «Ας γυρίσω την καρέκλα μου και ας πάω μαζί τους», του πετάει ο Κάβετ, ξεσηκώνοντας θύελλα χειροκροτημάτων. «Ίσως να ήθελες άλλες δύο καρέκλες, Νόρμαν, για να χωρέσεις το γιγάντιο πνεύμα σου». Για πρώτη φορά στην ιστορία της αμερικανικής τηλεόρασης, μια εκπομπή παρεκτρέπεται σε τέτοιο βαθμό. Το κοινό, ύστερα από μερικά λεπτά, εκφράζει την ετυμηγορία του απέναντι στον Μέιλερ. «Είσαι αγενής!» φωνάζει ένας θεατής. «Είσαι ψηλομύτης!» προσθέτει μια κυρία. «Είσαι γουρούνι!» συμπληρώνει μια νεαρή γυναίκα. Ο βραβευμένος με Πούλιτζερ συγγραφέας δεν υποκύπτει: «Ω, το κουτούκι μας είναι γεμάτο χειραφετημένες», σαρκάζει. «Γκορ, Θεέ μου, δεν σου ήταν αρκετό να σύρεις μαζί σου την Τζάνετ Φλάνερ, την πιο τρομερή παρουσία στην ιστορία της τηλεόρασης, έπρεπε και να γεμίσεις τη γαλαρία με τις χειραφετημένες σου, τις μικρές σου χειραφετημένες!» Καθώς το σόου πλησίαζε προς την εκπνοή, ο Κάβετ τους υποχρέωσε να χαμηλώσουν τους τόνους και να συζητήσουν ως προς την ουσία της κριτικής του Βιντάλ. Άκρη δεν βγήκε. Ο Μέιλερ επέμενε ότι το βιβλίο του είχε παρερμηνευτεί, ότι ήταν ανεπίτρεπτο να παρομοιάζεται με τον Τσαρλς Μάνσον, ότι είχε υποστεί δολοφονία χαρακτήρα. Ο Βιντάλ επέμενε ότι οι θέσεις του Μέιλερ ήταν άδικες ως προς το γυναικείο φύλο, ότι Ο Αιχμάλωτος του Σεξ ως έργο απέπνεε μίσος και διχασμό. «Και κάπως έτσι φτάσαμε στο φινάλε», είπε ο Ντικ Κάβετ κοιτώντας πάλι την κάμερα με χαμόγελο. Ευχαρίστησε τους καλεσμένους του, καληνύχτισε την Αμερική και άφησε τη μουσική να συνοδεύσει τους τίτλους του τέλους. Όταν ο σκηνοθέτης φώναξε «Cut», το στούντιο βυθίστηκε στη σιωπή. «Ο Κάβετ και ο Μέιλερ δεν κοιτούσαν ο ένας τον άλλον», έγραψε αργότερα ο ίδιος ο Μέιλερ. «Ο Βιντάλ κοιτούσε στο υπερπέραν. Η Φλάνερ έκανε έναν μορφασμό κοιτώντας τον Μέιλερ σαν να ήταν ένας τρομερά παράξενος άνθρωπος».

Τι έμεινε έκτοτε; Μια πνιγηρή ανάμνηση του τρόπου με τον οποίο η αδυσώπητη κουλτούρα της τηλεόρασης μπορεί να εκθέσει και τα πιο λαμπρά μυαλά των Γραμμάτων. Μια ανάμνηση διασκεδαστική ίσως για το ευρύ κοινό, μα στο υπόβαθρό της άκρως θλιβερή, καθώς έφερε στο φως τη θνητή, ελαττωματική κράση που έχουν (ακόμα και) οι μεγάλοι λογοτέχνες. Φυσικά, δεν αποκαθηλώθηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Ο Μέιλερ κέρδισε ακόμα ένα Πούλιτζερ, έγινε πρόεδρος της Αμερικανικής Οργάνωσης Συγγραφέων, συνταυτίστηκε ως ακτιβιστής με καίρια ανθρωπιστικά ζητήματα. Ο Βιντάλ έγραψε μνημειώδη ιστορικά μυθιστορήματα, αρθρογράφησε ασκώντας κριτική στους πολιτικούς χειρισμούς των ΗΠΑ, έγινε ένας γκουρού του πνεύματος που απολάμβανε τον σεβασμό της κοινής γνώμης. Κάποια στιγμή, στη δεκαετία του ’80, έγιναν φίλοι ξανά οι δυο τους και μάλιστα ένωσαν δημόσια τις δυνάμεις τους για να ενδυναμώσουν τον κοινωνικό ρόλο του συγγραφέα στην αμερικανική κοινωνία. Αλλά μάλλον δεν ξέχασαν ποτέ τι συνέβη εκείνο το βράδυ του 1971. Ούτε ο Ντικ Κάβετ το ξέχασε. Ήταν η νύχτα που όλος ο κόσμος αντιλήφθηκε ότι, ακόμα κι αν μπορείς να γράψεις ένα αριστούργημα, δεν παύεις να είσαι γεμάτος ελαττώματα.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Το νέο γλυπτό του Γιάννη Βέτσου, με τίτλο «Ματωμένα στέφανα»
Γάμος. «Ματωμένα στέφανα» του Λόρκα - Το νέο συμβολικό γλυπτό του Γιάννη Βέτσου

Το καλλιτεχνικό επίτευγμα του Γιάννη Βέτσου είναι η ισορροπία μεταξύ φόρμας και περιεχομένου. Η εικαστική του αναζήτηση ακολουθεί το τρίπτυχο: συναίσθημα – γνώση – σύνθεση

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY