Sleaford Mods
© Nick Waplington
Μουσικη

Sleaford Mods: «Έχουμε πνιγεί από ηθικές επιδείξεις»

Ο Jason Williamson μιλάει στην ATHENS VOICE γα την οργή, τη ζήλια, την αυτοκριτική, την υποκρισία της μουσικής βιομηχανίας και τη σχέση του με την Αθήνα
tania-skrapaliori.jpg
Τάνια Σκραπαλιώρη
11’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Sleafod Mods - Συνέντευξη: Ο Τζέισον Γουίλιαμσον μιλάει στην ATHENS VOICE για όλα πριν τη συναυλία τους στο Floyd Live Music Venue.

Αν κάτι έχουν αποδείξει οι Sleaford Mods τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια είναι ότι το punk δεν χρειάζεται απαραίτητα κιθάρες για να ορθώσει ξανά το ανάστημα του -  ούτε καν μια οργισμένη «νέα γενιά» αποφασισμένη να τα βάλει με το κατεστημένο. Στην περίπτωσή τους αρκούσαν δύο μεσήλικες από το Νότιγχαμ, ένα laptop κι ένα μικρόφωνο, μερικά primitive beats και ένας μάλλον κακοδιάθετος τύπος που εκτόξευε με τη χαρακτηριστική προφορά των East Midlands ακατάπαυστες σαρκαστικές και οργισμένες ριπές περνώντας γενεές δεκατέσσερις την υποκριτική βρετανική κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τη μουσική βιομηχανία και οποιονδήποτε άλλον έμπαινε κατά καιρούς στο στόχαστρό του. Κάπως έτσι οι Sleaford Mods, το ιδιοσυγκρασιακό ντουέτο των Jason Williamson και Andrew Fearn, έφτασαν να αποτελούν μία από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές της σύγχρονης βρετανικής μεταπανκ σκηνής και, κυρίως, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά κοινωνικά σχόλια μιας εποχής που μετράει κρίσεις.

Η ιστορία τους ξεκινά το 2007 με ένα προσωπικό project του Jason Williamson να εξελίσσεται στη γνωστή μορφή των Sleaford Mods όταν ο Andrew Fearn ανέλαβε να ντύσει τις ρίμες με beats στις αρχές της δεκαετίας των 2010s. Τα πρώτα τους βήματα ακολουθούν εκείνα της βρετανικής οικονομικής κρίσης στο παρά τέταρτο του Brexit και την πολιτική λιτότητας που ακολούθησε, αντλώντας από την κοινωνική δυσαρέσκεια της ανεξάντλητο στιχουργικό υλικό. Από το «Austerity Dogs» του 2013 και το «Divide and Exit» της επόμενης χρονιάς μέχρι το εξαιρετικό «Key Markets» του 2015, οι Sleaford Mods χτίζουν σταδιακά μια αυθεντική μουσική πρόταση με το hip hop και το spoken word, το post-punk και τη βρετανική rave παράδοση να πλέκουν πάνω στις λιτές μπασογραμμές, τις drum machines και τις επαναληπτικές λούπες του Fear ωμά, σχεδόν πρωτόγονα αλλά άκρως καυστικά σχέδια.  Κάπου ανάμεσα στους The Fall του Mark E. Smith, το πολιτικό punk των The Clash και τη βρετανική παράδοση του κοινωνικού ρεαλισμού, και με μια γερή τζούρα από το βρετανικό φλέγμα ΠΟΠ, ο Williamson αναλαμβάνει τον ρόλο ενός ιδιότυπου χρονικογράφου της καθημερινότητας. Χωρίς φιοριτούρες και καλολογικά στοιχεία, χωρίς ευγένειες και τσιριμόνιες, χωρίς την ανάγκη να γίνει συμπαθής και, κυρίως, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν.

Η υπογραφή τους στη Rough Trade, η ολοένα μεγαλύτερη απήχηση των δίσκων τους και η σταδιακή αναγνώρισή τους από ένα κοινό πολύ ευρύτερο του αρχικού underground πυρήνα τους δεν ήταν αρκετά για να τους κάνουν να αλλάξουν ιδιαίτερα τη συνταγή τους.  Άλλαξε όμως όμως, αναπόφευκτα, τη θέση από την οποία οι ίδιοι παρατηρούν πλέον τον κόσμο. Ο Williamson και ο Fearn δεν είναι πια δυο περιθωριακοί τύποι που φτιάχνουν μουσική από τα υποστρώματα της εργατικής τάξης, και έχουν ξεπεράσει το status, ούτε οι θυμωμένοι outsiders μιας βρετανικής μουσικής σκηνής τους κοίταζε με μισό μάτι. Μπορεί να μην έγιναν IDLES  αλλά είναι πλέον μέρος της ιστορίας αυτής της σκηνής και, από πολλές απόψεις, ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα καλλιτεχνικής ανεξαρτησίας που κατάφερε να επιβιώσει μέσα στους μηχανισμούς της μουσικής βιομηχανίας.

Το «The Demise of Planet X», το νέο τους άλμπουμ που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο, βρίσκει τους Sleaford Mods σε αυτήν ακριβώς τη νέα θέση, σε ένα επόμενο εποπτικό σημείο της διαδρομής τους, απ’ όπου μπορούν να έχουν μια πολύ χρήσιμη όχι μόνο κριτική αλλά και αυτοκριτική θέα. Με τον Andrew Fearn να αναλαμβάνει πιο ενεργά την παραγωγή, τη μουσική τους να αποκτά μεγαλύτερο βάθος και με μια σειρά από ενδιαφέρουσες συνεργασίες —από την Aldous Harding και τη Sue Tompkins μέχρι την Gwendoline Christie— να εμπλουτίζουν το γνώριμο ηχητικό τους σύμπαν, το βρετανικό ντουέτο παραδίδει ένα από τα πιο ώριμα -και για τον ίδιο τον Jason Williams τον πιο «εμπορικό»- άλμπουμs της καριέρας του. Πόσο πιο Sleaford Mods το θες;

Γιατί σε μια εποχή όπου η οργή, η αγανάκτηση και η αντισυμβατικότητα μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν premium προϊόντα που μοσχοπουλάνε ιδίως αν περιτυλιχθούν με καλλιτεχνικό χρυσόχαρτο, το να παραμένεις ουσιαστικά και δημιουργικά θυμωμένος γίνεται πολύ πιο περίπλοκο από ό, τι οποιαδήποτε γενιά του χάους θα μπορούσε να φανταστεί. Τι μπορούν να κάνουν, τι μπορούν να γίνουν άνθρωποι και καλλιτέχνες όπως οι Sleaford Mods όταν το performative outrage, η σχεδόν επαγγελματική επίδειξη δημόσιας αγανάκτησης που έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των social media; Ίσως να στραφούν προς τα μέσα για να μπορέσουν ξανά να στραφούν προς τα έξω με ένα νέο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Και στην περίπτωση του Jason Williamson έχει αν μη τι άλλο ενδιαφέρον να ακούς έναν άνθρωπο που έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του επικρίνοντας τους άλλους να μιλάει πλέον τόσο ανοιχτά για τη δική του ανάγκη αυτοκριτικής, χωρίς ωστόσο να δείχνει διατεθειμένος να αποχωριστεί την αιχμηρή γλώσσα του. Λίγο πριν την επιστροφή τους στην Ελλάδα, πριν την εμφάνισή τους στο Floyd Live Music Venue, το Σάββατο 7 Νοεμβρίου, ο Jason Williamson μίλησε στην ATHENS VOICE για την οργή, τη ζήλια, την αυτοκριτική, την υποκρισία της μουσικής βιομηχανίας και τη σχέση του με την Αθήνα.

Sleaford Mods
© Nick Waplington

© Nick Waplington

–Τον Ιανουάριο που μας πέρασε κυκλοφόρησε το «The Demise of Planet X» - αν μη τι άλλο ένα από τα πιο ώριμα άλμπουμs των Sleaford Mods μέχρι σήμερα. Πώς θα τον περιγράφατε εσείς ως σταθμό της συνολικής σας διαδρομής;

Νομίζω ότι είναι ένας από τους πιο προσιτούς δίσκους που έχουμε κάνει. Ένας από τους πιο εμπορικούς μας, επίσης. Και έχει αποδειχθεί ότι λειτουργεί ως ένα είδος πύλης εισόδου για πολλούς ανθρώπους που δεν μας άκουγαν απαραίτητα στο παρελθόν.

Όταν τον ολοκληρώσαμε, τον άκουσα τόσο πολύ που κάποια στιγμή έφτασα στο σημείο να μην τον αντέχω άλλο. Αλλά αυτό συμβαίνει απλώς επειδή έχεις εξοικειωθεί υπερβολικά με τη μουσική σου. Για μένα, πάντως, είναι πράγματι ένας αρκετά εμπορικός δίσκος.

Το ερώτημα τώρα είναι αν θέλουμε να συνεχίσουμε προς αυτήν την κατεύθυνση στο επόμενο άλμπουμ. Νομίζω ότι έχουμε πλέον χαράξει έναν δρόμο από τον οποίο δεν μπορούμε πραγματικά να επιστρέψουμε. Θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε ακόμη περισσότερο όσα μάθαμε δημιουργώντας το «The Demise of Planet X», να τα κάνουμε ακόμη πιο αποτελεσματικά.

Ταυτόχρονα, όμως, θέλω να διατηρήσουμε τη μαγεία που υπάρχει μέσα στους Sleaford Mods. Δεν θέλω να μετατραπούν, να μετατραπούμε σε ένα άψυχο τέρας. Και φαντάζομαι ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί πολύ εύκολα.

Από την άλλη, αυτά τα λέω μετά από άλμπουμ. Κάθε δίσκος σε ικανοποιεί για ένα συγκεκριμένο διάστημα και μετά χρειάζεσαι κάτι περισσότερο. Είμαι εθισμένος σε αυτήν τη διαδικασία της εξέλιξης. Κάθε φορά που ολοκληρώνουμε έναν δίσκο, τρέφομαι από αυτόν για μήνες. Και μετά χρειάζομαι ξανά κάτι καινούργιο. Ανυπομονώ ήδη να φτιάξουμε τον επόμενο.

–Πώς προέκυψε αυτή η πιο «προσιτή» προσέγγιση; Ήταν μια συνειδητή απόφαση;

Δεν ξέρω πραγματικά. Νομίζω ότι το γεγονός πως ο Andrew ανέλαβε περισσότερο τον ρόλο του παραγωγού και όχι απλώς του μηχανικού ήχου άνοιξε πολύ τη δημιουργική διαδικασία για εμάς.

Οι ηχογραφήσεις απέκτησαν μεγαλύτερο βάθος επειδή μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη μουσικότητά του για να εξελίξει τα κομμάτια ακόμη περισσότερο. Εγώ είμαι καλός στο να προσθέτω πλήκτρα ή να προτείνω ιδέες για κιθάρες, αλλά δεν είμαι απαραίτητα ο καλύτερος στο να υλοποιώ αυτές τις ιδέες. Ο Andrew είναι εξαιρετικά αποτελεσματικός σε αυτό. Μπορεί να πάρει σχεδόν οποιοδήποτε όργανο και να το χρησιμοποιήσει με πολύ σωστό τρόπο.

Νομίζω ότι αυτό ήταν το βασικό στοιχείο που μας άνοιξε καινούργιους δρόμους. Παρ’ όλα αυτά, συζητούσαμε πρόσφατα το ενδεχόμενο να επιστρέψουμε στα βασικά στον επόμενο δίσκο. Να γίνει πιο τραχύς, πιο μινιμαλιστικός, ακόμη περισσότερο από ό,τι ήταν οι προηγούμενοι. Αλλά ποιος ξέρει; Νομίζω ότι αγαπάμε και οι δύο την ίδια τη διαδικασία του να φτιάχνεις τραγούδια. Οπότε θα δούμε πού θα μας οδηγήσει.

Sleaford Mods
© Nick Waplington

«Η Αθήνα μού προκαλεί πολύ έντονα συναισθήματα, με την καλή έννοια. Επειδή είχα περάσει χρόνο εκεί όταν ήμουν νέος. Η γιαγιά μου καταγόταν από την Αθήνα. Έχει φύγει πλέον από τη ζωή. Πάντα αισθάνομαι την πόλη πολύ κοντά μου.» – Jason Williamson, Sleaford Mods

Sleaford Mods
© Nick Waplington

«Η Αθήνα μού προκαλεί πολύ έντονα συναισθήματα, με την καλή έννοια. Επειδή είχα περάσει χρόνο εκεί όταν ήμουν νέος. Η γιαγιά μου καταγόταν από την Αθήνα. Έχει φύγει πλέον από τη ζωή. Πάντα αισθάνομαι την πόλη πολύ κοντά μου.» – Jason Williamson, Sleaford Mods

–Κάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα στο νέο άλμπουμ είναι ότι επιτρέψατε σε τόσες διαφορετικές φωνές να μπουν στο σύμπαν σας. Από την Gwendoline Christie μέχρι την Aldous Harding και τη Sue Tompkins. Πώς βιώσατε αυτήν την πολυφωνία και τι πιστεύεις ότι πρόσφεραν αυτές οι συνεργασίες στη μουσική σας;

Λειτούργησαν σαν μουσικά όργανα. Στην πραγματικότητα, καθώς έφτιαχνα τα τραγούδια, προσπαθούσα να ερμηνεύσω ο ίδιος κάποια από τα μέρη που τελικά ανέλαβαν οι καλεσμένοι μας. Και απλώς δεν μπορούσα να το κάνω.

Οπότε κάποια στιγμή συνειδητοποιήσαμε ότι χρειαζόμασταν άλλους ανθρώπους. Δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο. Ήταν περισσότερο μια διαδικασία όπου λέγαμε ότι χρειαζόμαστε, για παράδειγμα, την Aldous Harding σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι, επειδή έχει την κατάλληλη φωνή γι' αυτό.

Η Sue Tompkins μάς προτάθηκε από την Jeanette της Rough Trade ως πιθανή συνεργάτιδα. Όσο περισσότερο την ακούγαμε, τόσο πιο ξεκάθαρο γινόταν ότι θα ήταν καλή ιδέα. Οπότε αυτή η συνεργασία ήταν περισσότερο προγραμματισμένη.

Με την Gwendoline Christie τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Είχαμε συζητήσει το ενδεχόμενο να συνεργαστούμε, αλλά δεν ξέραμε ακριβώς σε τι. Τελικά εμφανίστηκε στο «The Good Life», αφού είχαμε ξαναγράψει το τραγούδι τέσσερις ή πέντε φορές, και ταίριαξε εξαιρετικά.

Σκέφτομαι αυτούς τους ανθρώπους σαν κομμάτια DNA. Είναι σαν να λείπει από ένα τραγούδι ένα μέρος του γενετικού του υλικού και να προσπαθείς να ανακαλύψεις πού μπορείς να το βρεις. Αρχίζεις να σκέφτεσαι ανθρώπους που γνωρίζεις ή που έχεις ακούσει και επιλέγεις κάποιον. Ευτυχώς, βρισκόμαστε πλέον σε μια θέση όπου, αν ζητήσουμε από κάποιον να συνεργαστούμε, κατά πάσα πιθανότητα θα μας πει ναι.

Sleaford Mods Ft. Gwendoline Christie & Big Special - The Good Life (Official Video)

–Μιας και αναφέρθηκε το «The Good Life», είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι συναντάμε σε αυτό μια «απροσδόκητη» στιγμή αυτοκριτικής. Σαν να επανεξετάζεις ορισμένες από τις δημόσιες αντιπαραθέσεις σου με άλλους καλλιτέχνες. Έχεις υπάρξει πολύ ειλικρινής σχετικά με όσα θεωρείς υποκριτικά στη μουσική βιομηχανία. Εξακολουθείς να πιστεύεις όσα έχεις πει ή υπάρχουν πράγματα που θα αντιμετώπιζες διαφορετικά σήμερα;

Νομίζω ότι θα εξακολουθούσα να ασκώ κριτική στους άλλους, αν το ήθελα. Αλλά χρειάζεται προσοχή, γιατί αυτή η συμπεριφορά μπορεί να γίνει ανθυγιεινή.

Το «The Good Life» μιλάει για τις εμμονικές μου τάσεις σε τέτοια ζητήματα. Είχα αποκτήσει πραγματική εμμονή, ιδιαίτερα με τον Joe Talbot των IDLES. Είχα κολλήσει με το γεγονός ότι ήταν μεγαλύτεροι από εμάς, ότι είχαν περισσότερη επιτυχία, και ζήλευα.

Και αυτό είναι εντάξει. Επιτρέπεται να ζηλεύεις. Επιτρέπεται ακόμη και να δυσανασχετείς με κάποιον γι' αυτόν τον λόγο. Αλλά πρέπει μετά να αφιερώσεις τρία χρόνια από τη ζωή σου ασκώντας του συνεχώς κριτική; Νομίζω ότι αυτό πραγματικά δεν είναι υγιές.

Οπότε το τραγούδι εξετάζει ακριβώς αυτήν τη συμπεριφορά. Και την ίδια στιγμή αναγνωρίζω ότι συνεχίζω να αποκτώ εμμονές και με άλλους ανθρώπους. Είναι μια διαρκής προσπάθεια να καταλάβεις τον εαυτό σου και να βρεις μια ισορροπία, ώστε όταν εκφράζεις την αντιπάθειά σου για κάποιον να μην καταλήγει όλο αυτό να γίνεται πρόβλημα.

Εξακολουθώ να πιστεύω ότι η κριτική είναι απολύτως θεμιτή. Υπάρχουν άνθρωποι που πρέπει να δέχονται κριτική. Κι εγώ πρέπει να δέχομαι κριτική. Όλοι μας.

Και ήταν καλό για μένα να μάθω περισσότερα για το πώς αισθάνομαι όταν κάποιος με επικρίνει και να συμφιλιωθώ με αυτό. Αν κάποιος δεν με συμπαθεί, δεν πειράζει. Είναι εντάξει.

Sleaford Mods
© Nick Waplington

© Nick Waplington

–Ζούμε σε μια εποχή όπου σχεδόν τα πάντα μπορούν να συσκευαστούν και να πουληθούν ως προϊόν. Είσαι θυμωμένος; Ας κάνουμε προϊόν τον θυμό σου. Είσαι αντισυμβατικός; Ας εμπορευματοποιήσουμε την αντισυμβατικότητά σου. Πώς μπορεί λοιπόν η οργή των Sleaford Mods να διατηρήσει την αυθεντικότητά της και να διαχωριστεί από όλες αυτές τις επιδεικτικές συμπεριφορές που βλέπουμε καθημερινά στα social media;

Με το να συνεχίζεις απλώς στον δρόμο σου και να μην παρεκκλίνεις από αυτόν. Υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που προσπαθούν να φτάσουν αμέσως κάπου και μετά καταρρέουν.

Μπορείς να καταλάβεις πότε κάποιος χρησιμοποιεί τον θυμό ως μέθοδο προώθησης και όχι ως τρόπο έκφρασης. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν ενδιαφέρονται πραγματικά τόσο πολύ για όσα λένε. Είναι απλώς ένα εργαλείο για να κατασκευάσουν το προφίλ τους στο διαδίκτυο.

Έχουμε κυριολεκτικά πνιγεί από ηθικές επιδείξεις. Βλέπεις ανθρώπους σε προνομιούχες θέσεις να εκφράζουν δημόσια την αγανάκτησή τους για το ένα ή το άλλο ζήτημα, με έναν τρόπο όμως που τελικά δεν αφορά το ίδιο το ζήτημα. Αφορά τους ίδιους. Αυτό το βρίσκω αρκετά ανησυχητικό. Και αναρωτιέμαι πώς γίνεται να αμφισβητείται η δική μας ακεραιότητα επειδή δεν λέμε κάθε φορά όσα κάποιοι άλλοι θέλουν να ακούσουν από εμάς. Δεν μπορούμε να βρισκόμαστε σε όλα τα δωμάτια ταυτόχρονα. Είναι απλώς αδύνατο.

–Μπορεί τελικά η μουσική, και γενικότερα η τέχνη, να επιβιώσει σε αυτήν την πραγματικότητα; Μερικές φορές έχω την αίσθηση ότι χάνεται η αυθεντικότητα, ότι λιγοστεύουν τα πραγματικά σπουδαία άλμπουμ. Εσύ παραμένεις αισιόδοξος;

Ναι, φυσικά. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει η τέχνη. Γι’ αυτό υπάρχουν και τέτοιες εποχές. Νομίζω ότι ο αγώνας και η δυσκολία είναι ο μοναδικός δρόμος μέσα από τον οποίο μπορεί να προκύψει πραγματικά καλή δουλειά.

Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι με προσεκτικά σχεδιασμένες καριέρες, με άλλους ανθρώπους να φροντίζουν για την προβολή και την ανέλιξή τους, ώστε να τους βλέπει ο υπόλοιπος κόσμος. Αυτό θα συνεχίσει να συμβαίνει. Πάντα συνέβαινε.

Το σημαντικό είναι τι μπορείς να κάνεις κάτω από όλο αυτό. Πώς θα καταφέρεις να συρθείς έξω από την πέτρα κάτω από την οποία βρίσκεσαι. Αυτό είναι που έχει πραγματικά σημασία.

Και δεν νομίζω ότι αυτό θα αλλάξει για εμάς. Αντίθετα, πιστεύω ότι αυτήν τη στιγμή υπάρχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο δυνατοτήτων για ανθρώπους που θέλουν να δημιουργήσουν καλή μουσική ή οτιδήποτε άλλο και να προσπαθήσουν να το φέρουν στον κόσμο μέσα από τον προσωπικό τους αγώνα. Δεν μπορείς να τα έχεις όλα έτοιμα στο πιάτο, γιατί κάποια στιγμή αυτό γίνεται φανερό.

Οι άνθρωποι χρειάζονται κάτι που να τους θυμίζει τι είναι η ζωή. Και νομίζω ότι μεγάλο μέρος της τέχνης σήμερα, ιδιαίτερα της μουσικής, δεν το κάνει αυτό.

Sleaford Mods - Tied Up in Nottz (Official Video)

–Έχεις πει πολλές φορές ότι η σημαντικότερη πηγή έμπνευσής σου είναι οι άνθρωποι και ο τρόπος που ζουν. Αλλά τα χρόνια περνούν, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες αλλάζουν και μαζί τους αλλάζετε κι εσείς. Πώς έχει εξελιχθεί η δική σου σχέση με την παρατήρηση της κοινωνίας και το κοινωνικό σχόλιο;

Μερικές φορές αποξενώνεσαι από αυτό. Απογοητεύεσαι. Σταματάς να το πιστεύεις.

Για ένα διάστημα είχα πάψει να πιστεύω στο κοινωνικό σχόλιο. Νομίζω ότι έχασα την αυτοπεποίθησή μου εξαιτίας επανειλημμένων ακυρώσεων, αλλά και εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο άλλαζε ο κόσμος γύρω μου. Δεν αισθανόμουν ότι μπορούσα να κινηθώ μαζί του. Έτσι η σχέση μου με την κοινωνική κριτική έγινε πιο απόμακρη. Και αυτό έχει συμβεί αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της πορείας των Sleaford Mods.

Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι σε κάποιες από τις δουλειές μας απλώς επαναλαμβανόμαστε ή κάνουμε τα πράγματα μηχανικά. Φυσικά και δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Αλλά δεν μπορείς ποτέ να ικανοποιήσεις τους πάντες. Θέλω να πιστεύω ότι κάθε φορά που δημιουργούμε κάτι, είμαστε ολοκληρωτικά αφοσιωμένοι σε αυτό.

Παρόλα αυτά, στη διαδικασία που προηγείται μπορεί να αποξενωθείς από τα πάντα. Να μη θέλεις να μιλήσεις για την πολιτική, να μη θέλεις να μιλήσεις για τους ανθρώπους, να μη θέλεις να μιλήσεις για απολύτως τίποτα. Και μετά αυτό αλλάζει ξανά. Είναι μια σχέση που πότε υπάρχει και πότε όχι.

Sleaford Mods Ft. Sue Tompkins - No Touch (Official Video)

–Είναι ενδιαφέρον που παραδέχεσαι ότι κάποια στιγμή έχασες την πίστη σου σε αυτήν τη διαδικασία. Πώς κατάφερες να ξαναβρείς την ταυτότητά σου ως «πολεμικός ανταποκριτής της εργατικής τάξης»;

Με έχουν περιγράψει έτσι; Γαμώτο, είναι καταπληκτικό! Δεν ξέρω. Απλώς κάποια στιγμή σταματάς να δίνεις τόση σημασία.

Νομίζω ότι μεγάλο μέρος του προβλήματος είχε να κάνει με το τι πίστευαν οι άλλοι για μένα. Οπότε δούλεψα πολύ με τον εαυτό μου. Γιατί με ενδιαφέρει τόσο πολύ τι σκέφτονται οι άλλοι για μένα; Αυτό με βοήθησε πραγματικά να ξεκαθαρίσω πολλά πράγματα. Φυσικά εξακολουθεί να με απασχολεί, μέχρι έναν βαθμό, η γνώμη των άλλων. Αλλά ταυτόχρονα δεν με απασχολεί. Πλέον το βλέπω λίγο διαφορετικά. Και αυτή η αλλαγή μού έχει δώσει πολύ μεγαλύτερη άνεση όταν γράφω στίχους. Αυτήν την περίοδο γράφω πάρα πολύ. Όχι απαραίτητα για τους Sleaford Mods. Γράφω απλώς, για οτιδήποτε και αισθάνομαι ότι κάτι έχει ξαναζωντανέψει μέσα μου.

–Λένε μερικές φορές ότι όταν ένας άνθρωπος δηλώνει πως δεν δίνει δεκάρα για τίποτα, ίσως συμβαίνει ακριβώς επειδή κατά βάθος νοιάζεται υπερβολικά για τα πάντα.

Ναι, νομίζω ότι αυτό ισχύει. Ακόμη και με το «The Demise of Planet X», είχα πάρα πολλές αμφιβολίες για τον εαυτό μου. Ξαναδούλευα ιδέες, ξανάγραφα στίχους, άλλαζα πράγματα διαρκώς. Αλλά νομίζω ότι τελικά το ξεπέρασα. Και δεν πιστεύω ότι θα είναι τόσο δύσκολο όταν έρθει η ώρα για τον επόμενο δίσκο. Αισθάνομαι πολύ πιο άνετα με τον εαυτό μου πλέον. Και, όπως είπες κι εσύ, κατά κάποιον τρόπο δεν δίνω πια και τόση σημασία.

–Ποια ήταν η πιο εύστοχη κριτική που έχεις δεχτεί ποτέ, είτε προσωπικά είτε ως Sleaford Mods;

Κάποιος είχε γράψει κάποτε στο Twitter ότι οι λευκοί τύποι που παίζουν σε punk μπάντες αργά ή γρήγορα αποκαλύπτονται γι' αυτό που πραγματικά είναι. Δίκαιο. Μπορώ να το δεχτώ. Ναι, πράγματι, έτσι είναι.

Sleaford Mods
© Nick Waplington

© Nick Waplington

–Επιστρέφετε στην Ελλάδα και ξέρω ότι έχεις και μια ιδιαίτερη προσωπική σχέση με την Αθήνα λόγω της οικογένειάς σου. Τι αισθάνεσαι κάθε φορά που επιστρέφεις εδώ; Υπάρχει κάτι που αλλάζει με τα χρόνια και κάτι που παραμένει πάντα ίδιο;

Η Αθήνα μού προκαλεί πολύ έντονα συναισθήματα, με την καλή έννοια. Επειδή είχα περάσει χρόνο εκεί όταν ήμουν νέος. Η γιαγιά μου καταγόταν από την Αθήνα. Έχει φύγει πλέον από τη ζωή. Πάντα αισθάνομαι την πόλη πολύ κοντά μου. Νιώθω μια πολύ ιδιαίτερη οικειότητα μαζί της, παρόλο που στην πραγματικότητα δεν γνωρίζω σχεδόν τίποτα για την ελληνική κουλτούρα. Ελπίζω απλώς να περάσουμε εξίσου καλά με τις προηγούμενες φορές.

Νομίζω, μάλιστα, ότι αυτή θα είναι η πρώτη μας συναυλία σε κλειστό χώρο στην Αθήνα, έτσι δεν είναι; Όχι σε κάποιον ανοιχτό χώρο ή φεστιβάλ. Οπότε θα δούμε τι θα συμβεί. Ελπίζω να έρθει ο κόσμος, να περάσει καλά και να απολαύσει τη βραδιά.

–Και για το τέλος, επειδή σε όλη τη συζήτησή μας επιστρέφεις διαρκώς στο επόμενο βήμα, στη σκέψη να επιστρέψετε σε κάτι πιο μινιμαλιστικό, στα βασικά: τι θα αποτελούσε σήμερα ένα πραγματικό δημιουργικό ρίσκο για τους Sleaford Mods;

Δεν ξέρω. Ακούω πάρα πολύ death metal αυτήν την περίοδο.

Οπότε προσπαθώ να πείσω τον Andrew να φτιάξει κάποια beats που να μοιάζουν με death metal drums. Ελπίζω να καταφέρει να βγάλει κάτι καλό.

Προσπαθώ επίσης να τραγουδήσω σαν death metal τραγουδιστής, αλλά δεν νομίζω ότι μπορώ να το κάνω αυτό στον δίσκο. Δεν νομίζω ότι θα μου το επιτρέψουν! (γέλια)

Οπότε... θα δούμε τι θα γίνει.

Δειτε περισσοτερα