Κινηματογραφος

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης: Έζησε 21 χρόνια τα Όσκαρ από μέσα κι αποκαλύπτει όσα δεν ξέρουμε

Ο δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου μας διηγήθηκε τις απίθανες ιστορίες από τον κόσμο των σταρ

atk_0452.jpg
Γιάννης Νένες
ΤΕΥΧΟΣ 991
14’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Παναγιώτης Τιμογιαννάκης
Παναγιώτης Τιμογιαννάκης

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης: Ο «permanent guest» των Όσκαρ μοιράζεται ανέκδοτες ιστορίες από τον κόσμο του Χόλιγουντ, με αφορμή το βιβλίο του «Όσκαρ» 

Τον γνωρίζω χρόνια, ήμασταν σχεδόν πάντα στα ίδια περιοδικά και σταθμούς. Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης ζει για το σινεμά. Το μυαλό του συγκρατεί στοιχεία σαν να έχει ξετινάξει τα αρχεία, Αλλά και trivia, άχρηστες πληροφορίες, υπέροχες λεπτομέρειες που μόνο ένας σινεφίλ μπορεί να θυμάται και να στήνει ολονύχτιες κουβέντες γι’ αυτἐς. Όταν μιλάει για το σινεμά, παθιάζεται, γίνεται bigger than life, κουνάει τα χέρια του σαν να σκηνοθετεί ο ίδιος, ανεβοκατεβάζει τη φωνή του ανάλογα με τη σοβαρότητα αυτού που λέει. Αυτός ο aficionado, νεαρός ακόμα, πριν από σχεδόν 40 χρόνια, έκανε ένα από τα όνειρά του πραγματικότητα: πήγε στα Όσκαρ. Κανονικά. Με σμόκιν και χτυποκάρδι. Και δεν έμεινε μόνο σ’ αυτή τη μία φορά. Έγινε «permanent guest», γνώρισε τους σωστούς ανθρώπους και αποκόμισε απίστευτες γνώσεις για τα Όσκαρ και το τι συμβαίνει πίσω απ’ αυτά. Και τώρα ήρθε η ώρα να μοιραστεί αυτή την εμπειρία μαζί μας. Το βιβλίο του, «Όσκαρ», μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πεδίο. Τον άφησα να με παρασύρει στις σελίδες του με έναν χειμαρρώδη μονόλογο.

Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης κι η απρόσμενη πρόσκληση στα Όσκαρ

Το 1987, ήμουν σε ένα κοκτέιλ πάρτι στις Κάννες κι εκεί ήταν και οι αδελφοί Σπέντζοι της Σπέντζος Φιλμ, οι οποίοι είχαν και την αντιπροσωπεία της Fox στην Ελλάδα. Με σύστησαν τότε σε μια κυρία από το τμήμα Δημοσίων Σχέσεων της Fox. Τη συγκεκριμένη κυρία τη συνάντησα και τον επόμενο χρόνο στις Κάννες. Φαίνεται, λοιπόν, ότι της έκανα εντύπωση και, παρότι δεν μου ανέφερε τίποτα, το 1989, με δική της μεσολάβηση, έλαβα τηλεφωνικώς μια πρόσκληση στα Όσκαρ. Εγώ φυσικά νόμιζα ότι ήταν φάρσα και τους διαολόστειλα. Την άλλη μέρα με παίρνουν οι Σπεντζαίοι και μου λένε: «Σε βρήκε η Φραν Ζελ; Γιατί μας ζήτησε το τηλέφωνό σου». Αυτή η γυναίκα, λοιπόν, ως μέλος της Ακαδημίας, είχε το δικαίωμα να καλέσει κάποιους ανθρώπους στην τελετή απονομής των Όσκαρ. Έτσι βρέθηκα εκεί, και σε δύο χρόνια με έκανε και μόνιμο (permanent guest). Ούτε πριν ούτε μετά από μένα υπήρξε άλλος Έλληνας δημοσιογράφος που να παρευρέθηκε στην τελετή με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή ως καλεσμένος προσωπικά από μέλος της Ακαδημίας.

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης

Όταν συνειδητοποίησα ότι ήταν αλήθεια, ότι όντως θα πήγαινα στην τελετή, μου κόπηκαν τα γόνατα, έπαθα κρίση πανικού, αρρώστησα! Πήγα σε therapist. Και μου είπε: «Πριν πας στην τελετή, θα πιεις ένα ουίσκι και θα πάρεις κι ένα Bισκέν».

— Απόσπασμα από το βιβλίο «Όσκαρ».

Στην αρχή, ούτε που φανταζόμουν πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα. Ήθελα απλώς μια φορά στη ζωή μου να πάω κι εγώ στα Όσκαρ. Και καθώς έτυχε να είμαι νέος όταν μου δόθηκε αυτή η ευκαιρία, πήγα με μεγάλη αγωνία, αντιμετωπίζοντας το γεγονός με δέος. Είχα φοβερό πανικό. Το έζησα όμως.Και ήμουν ολομόναχος! Και δεν νοίκιασα σμόκιν! Είχα πάει κι είχα αγοράσει ένα!

Ήμουν τότε γύρω στα 30 και δούλευα για τον Ταχυδρόμο, τα Νέα και τον Top FM. Τρία μέσα κάλυπτα, και τα τρία του Λαμπράκη. Η βάση μου ήταν ο Ταχυδρόμος, όπου είχα το σινεμά και πολλά άλλα. Μέχρι τότε δεν ξέραμε εδώ στην Ελλάδα ακριβώς πώς είναι οι τελετές των Όσκαρ, δεν υπήρχε ακόμα Filmnet και μεταδόσεις. Ξέραμε μόνο ό,τι βλέπαμε σ’ εκείνο το συντομευμένο της μιάμισης ώρας με τα αποσπάσματα, που έδειχνε η ΕΡΤ.Μετά την προβολή που έδωσε ο Ταχυδρόμος στα Όσκαρ, άρχισαν να μου ζητάνε ρεπορτάζ και από τα Νέα (όπου έκανα το τηλεοπτικό) και από τον Top FM, και κάναμε ένα αφιέρωμα με τον Γιάννη Πετρίδη.

Από τη Νομική στη δημοσιογραφία και το σινεμά

Και στο επάγγελμα, όταν βγήκα, ήμουν ολομόναχος. Δεν μου ήρθε έτσι να παραστήσω τον κριτικό κινηματογράφου. Ήμουν πρωτοετής στη Νομική και δέχτηκα πρόταση από την Εστία –επειδή τότε ήμουν πολύ καλός στην καθαρεύουσα και η Εστία τη χρησιμοποιούσε. Μου είπε ο Τσερμπίνος, πρόεδρος της Ταινιοθήκης τότε, όπου εγώ ξημεροβραδιαζόμουνα, ότι στην εφημερίδα άδειαζε μια θέση, και με ρώτησε αν με ενδιέφερε η δημοσιογραφία γενικά ή μόνο η κριτική σινεμά. Είδα ότι εκείνη τη στιγμή άνοιγε μια πόρτα και, καθώς δεν είχα γνωριμίες ή κοινωνικές επαφές σ’ αυτόν τον χώρο, χώθηκα με τα μπούνια και γρήγορα πήρα και αυτό που ήθελα, όπως έγινε και με τα Όσκαρ: ήρθε ένα δώρο κι εγώ το αξιοποίησα για να μάθω ό,τι μπορούσα.

Αυτό που θυμάμαι πιο έντονα από την πρώτη μου χρονιά ήταν η στιγμή που έφτασα. Ήταν στο Σράιν Οντιτόριουμ και πήγα νωρίς νωρίς, (πηγαίνουν το μεσημέρι, από τις δυόμισι και μετά), και ο Σκορτσέζε ήταν ήδη εκεί. Είχε πιο μεγάλη αγωνία κι από μένα – ήταν υποψήφιος με τον «Τελευταίο πειρασμό».

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης, Άννα Βίσση, Εύη Αδάμ
Παναγιώτης Τιμογιαννάκης, Άννα Βίσση, Εύη Αδάμ © NDP

Τα 21 χρόνια εκεί ως permanentguestείναι η πιο σπουδαία εμπειρία και το δώρο της ζωής μου, διότι με έφεραν σε επαφή με την ουσία, με το βαθύ εσάνς του κινηματογράφου. Γνώρισα όλες τις ειδικότητες, και όλοι μου άνοιγαν τις πόρτες, γιατί δεν πήγα σαν wannabe, «Αχ, δώστε μου το τηλέφωνο του τάδε» και τέτοια πράγματα. Δεν ζήτησα ποτέ τίποτα. Ήθελα όμως να μάθω τα μυστικά τους.

Τα μέλη της Ακαδημίας –μιλάμε τώρα για 10.000 ανθρώπους– στην πλειονότητά τους διδάσκουν σε πανεπιστημιακές σχολές. Λόγω του ενδιαφέροντος που έβλεπαν εκ μέρους μου, πολλοί απ’ αυτούς μου έδιναν συστατικές επιστολές ώστε να μπορώ να παρακολουθώ τα πανεπιστημιακά τους μαθήματα. Από εκεί και πέρα αρχίζει η δική μου τρέλα. Καταλαβαίνω πια ότι έχω μπει πολύ μέσα, ότι μου έχει ανοιχτεί μια πόρτα για να μάθω. Πώς θα μπορούσα όμως να το κάνω ενώ εργαζόμουν; Έβρισκα, λοιπόν, αφορμές για να πηγαινοέρχομαι στο εξωτερικό, κάνοντας παράλληλα δουλειά για την εφημερίδα. Δεν εξαπατούσα κανέναν,το συνδύαζα, δηλαδή, με συνεντεύξεις και θέματα, οπότε τους έφερνα και δουλειά για τον καιρό που θα έλειπα. Και παρακολούθησα πολλά μαθήματα–ακόμα και σκηνογραφίας, ενδυματολογίας, σεναρίου.

Έτσι λοιπόν ήρθα σε επαφή με όλη αυτή τη γνώση και την ακαδημαϊκή λογική όπως θεμελιώνεται στην «Ποιητική» του Αριστοτέλη. Εκεί γνώρισα και την έννοια του εργοκεντρισμού, την οποία ασπάστηκα και επικαλούμαι συνεχώς στις κριτικές μου, επισημαίνοντας το λάθος τού να μιλάς για το τι θέλει να πει ο σκηνοθέτης και όχι για το τι λέει το ίδιο το έργο. Κι έτσι έφτασα στην επόμενη διαπίστωση: ότι οι ακαδημίες είναι εργοκεντρικές· βραβεύουν επίτευγμα και όχι πρόσωπο. Δεν έχει σημασία γι’ αυτούς αν ο τάδε ήταν πέντε φορές υποψήφιος, γιατί και ο τρόπος που ψηφίζουν είναι εργοκεντρικός. Αυτή η εμπειρία εμπλούτισε και τον τρόπο που έγραφα τις κριτικές μου, γιατί ενστικτωδώς ακολουθούσα κι εγώ μια τέτοια γραμμή. Κι αργότερα το έκανα πια πολύ συνειδητά.

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης
© NDP

Δεν έγινα μέλος της Ακαδημίας βέβαια, ούτε ψηφίζω, αφού αυτό προϋποθέτει το να συμμετέχεις σε κλάδο ο οποίος παίρνει μέρος στην παραγωγική διαδικασία μιας ταινίας. Δηλαδή δεν περιλαμβάνονται κριτικοί στα μέλη. Permanent guest, λοιπόν, συνολικά 21 χρόνια. Μέχρι που κουράστηκα πάρα πολύ.Όχι ψυχολογικά αλλά σωματικά. Δεν είναι ότι πήγαινα κι έκανα διακοπές. Μου βγήκε η Παναγία.

Το βιβλίο «Όσκαρ» που αποκαλύπτει τα μυστικά της Ακαδημίας

Το βιβλίο, λοιπόν, τα έχει όλα αυτά, αλλά δοσμένα με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Κάποια άρθρα μου στο pantimo.gr ή στο Facebook ήταν η βάση για το τι ήθελα να κάνω για τα Όσκαρ. Δεν ήθελα να γράψω για τις απονομές – ποιοι πήρανε, ποιοι πάτωσαν και λοιπά. Όλοι βγαίνουν και γράφουν τέτοια.Αλλά αυτά δεν έχουν πια κανένα νόημα. Εγώ ήθελα να γράψω για τη γνώση που αποκόμισα εκεί πέρα, η οποία είναι πανεπιστημιακή, βαθιά δηλαδή. Και να μιλήσω όχι σαν να σας κάνω μάθημα, αλλά μέσω ταινιών. Για παράδειγμα, έχω ένα κομμάτι υπό τύπον κριτικής για το «Κυνήγι του κλέφτη» του Χίτσκοκ, το οποίο ήταν υποψήφιο στον έγχρωμο τομέα για φωτογραφία, σκηνικά και κοστούμια. Πήρε το Όσκαρ φωτογραφίας και στο βιβλίο εξηγώ πώς έγινε η δουλειά του καθενός. Γιατί βραβεύτηκε για τη φωτογραφία και όχι για τα άλλα δύο, με βάση την «αξιολόγηση επιτεύγματος».

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης | Οσκαρ, εκδόσεις Πεδίο

Για τα κοστούμια, ας πούμε, παρακολούθησα πάρα πολλά μαθήματα, επειδή με ενδιέφερε και προσωπικά λόγω μιας παιδικής μου ευαισθησίας για τις μοδίστρες και για τους ράφτες. Όταν το λέω συγκινούμαι. Και δεν ήμουν από σπίτι που είχε τέτοια επαγγέλματα, αλλά πάντα με συγκινούσε η γυναίκα που βγάζει τα μάτια της πάνω στη βελόνα. Από τότε που άρχισα να συνειδητοποιώ ότι υπάρχει στο σινεμά και στο θέατρο η ενδυματολογία, το σκηνικό, το κοστούμι, παρατηρούσα το ντύσιμο των γύρω μου και σκεφτόμουν ότι είμαστε όλοι σ’ ένα πλατό κι αυτές οι γυναίκες είναι οι ενδυματολόγοι μας. Και γι’ αυτές κανείς δεν λέει τίποτα.

Ένα σχετικό κείμενο έγραψα και για το «Άμνετ», για το ρούχο της Μπάκλεϊ και το χρώμα του, που άλλαζε ελαφρά ανάλογα με τις σκηνές. Υπήρχαν στιγμές που αναρωτιόμουν μήπως το άλλαζε ο φωτισμός του. Είχα την τύχη να παρακολουθήσω ένα καταπληκτικό course που είχε θέμα το κυρίαρχο χρώμα. Κάθε ταινία έχει το κυρίαρχο χρώμα της. Εμείς δεν το ξέρουμε. Κι όμως, αυτό το κυρίαρχο χρώμα πρέπει να υπάρχει σε κάθε πλάνο, σε κάθε καρέ, με μια αφορμή. Αυτό δεν έχει κάποια ψυχολογική ερμηνεία. Γίνεται καθαρά για λόγους αισθητικής.

Έμαθα κι άλλα. Φέτος, ας πούμε, από το Σωματείο των Ενδυματολόγων, δίνουν κι ένα πρόσθετο βραβείο, με αφορμή το «Sinners», για το καλύτερο illustration. Δηλαδή, για τη φωτογραφική, κατά κάποιον τρόπο, απεικόνιση του ρούχου, που δεν έχει να κάνει με την κατασκευή του, αλλά με την εικόνα του στο πλάνο. Όλα αυτά, όπως τα περί χρώματος, πρώτα τα είχα μάθει στην Ελλάδα, από τον Κατσουρίδη, και κάπως έτσι στο Χόλιγουντ με είχαν βρει «έτοιμο» σε κάποια πράγματα και μου άνοιγαν τις πόρτες. Ήμουν τρελός με το σινεμά και ήθελα να μαθαίνω γι’ αυτό όχι από τους κριτικούς, αλλά από αυτούς που το κάνουν. Έτσι έμαθα και από τον Νικολαΐδη πράγματα περί μοντάζ.

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης
© NDP

Για το «West Side Story», ο Νικολαΐδης με είχε φωνάξει στο σπίτι του στην Κηφισιά και κάτσαμε ένα Σαββατοκύριακο, από Παρασκευή βράδυ μέχρι τη Δευτέρα το πρωί και μου έδειχνε πώς στήθηκε η σκηνή με το χορευτικό στο γκαράζ, το «Boy, Boy, Crazy Boy». Εξηγώντας μου ότι αυτό το πλάνο ανά καρέ ξαναστήνεται, γιατί αλλάζουν οι γωνίες λήψης, αλλά η εικόνα πρέπει να είναι ίδια. Κάποια χρονιά, λοιπόν, που ήμουν στην Αμερική, συνάντησα τον Ρόμπερτ Γουάιζ, τον σκηνοθέτη της ταινίας, ο οποίος για μια διετία είχε χρηματίσει και πρόεδρος της Ακαδημίας, και πήγα και του το είπα. Με κοίταξε με μεγάλο θαυμασμό για την πληροφορία που του έφερνα, και το εξέλαβα ως κομπλιμάν όταν μου είπε «φαίνεται πως είχες καλούς δασκάλους».

Στη Θεώνη Όλντριτζ είχα κάνει συνέντευξη για τον Ταχυδρόμο όταν είχε έρθει στην Ελλάδα, έτσι την είχα γνωρίσει και μετά είχαμε μια αλληλογραφία, αλλά το στενό δέσιμο έγινε όταν, μια φορά που μιλούσαμε για κοστούμια, μου είπε: «Ναι, αλλά, όπως και να το κάνουμε, δεν παίρνεις Όσκαρ μ’ ένα πουλόβερ.Θέλει και κάτι παραπάνω». Κι εγώ απάντησα: «Εκτός αν είσαι η Άιριν Σάραφ και με το ένα κοστούμι σε όλη τη διάρκεια της ταινίας αλλάζεις όλο το σουλούπι της Ελίζαμπεθ Τέιλορ στο “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ”». Το ακούει και μου λέει: «Εγώ αυτή τη στιγμή σε υιοθέτησα». Μ’ έβαλε κι αυτή σε άλλα κόλπα οσκαρικά.

Απ’ όλες αυτές τις επαφές έχω επικεντρωθεί κατά κάποιον τρόπο στο κοστούμι αλλά και σε όλα τα μυστικά του μοντάζ και στη σχέση του με το σενάριο.Ο μοντέρ που πήρε το Όσκαρ στον «Ελαφοκυνηγό», ο Πίτερ Ζίνερ, ο οποίος ήταν μοντέρ και στον «Νονό», μου είπε ότι στο φιλμ του Κόπολα το μοντάζ ήταν που άλλαξε το σενάριο. Διότι η ταινία πήγαινε μια χαρά, αλλά δεν είχε φινάλε, δεν είχε κορύφωση.

Κι έσπαγε το κεφάλι του ο Κόπολα. Τότε του λέει ο Ζίνερ: «Έχω μια ιδέα. Δώσε μου λίγες μέρες και θα σε φωνάξω να το δεις». Σκέφτηκε λοιπόν να κάνει παράλληλη δράση, τα βαφτίσια, τις εκκαθαρίσεις και τη διαδοχή, το πώς αναλαμβάνει πλέον έμπρακτα ο Πατσίνο τη διαδοχή του Νονού. Έκανε όλη αυτή την αλλαγή λοιπόν, φωνάζει τον Κόπολα, εκείνος το βλέπει και τρελαίνεται. «Τύπωσέ το», του λέει. Μάλιστα, τον δεύτερο «Νονό», που είναι καλύτερος από τον πρώτο, τον έγραψε σεναριακά με αυτή τη λογική.

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης
© Eurokinissi

Αυτό που μου λείπει και θυμάμαι πάντα με νοσταλγία, ειδικά στις μέρες των Όσκαρ –πέρα από το ότι έχουν φύγει πολλοί– είναι οι συζητήσεις με αυτούς τους ανθρώπους, που μου εμπιστεύονταν τις ψήφους τους, γιατί έβλεπαν ότι δεν πήγαινα εκεί για να ψαρέψω χάρες και γνωριμίες. Έτσι λοιπόν και ίντριγκες έχει το βιβλίο, αλλά φιλτραρισμένες μέσα από τις πληροφορίες για τις ταινίες και όχι δοσμένες με κουτσομπολίστικο τρόπο.

Από φέτος μπαίνει στις κατηγορίες των Όσκαρ και το κάστινγκ. Εγώ τότε δεν ήξερα τι γίνεται, τον πόλεμο από τους σκηνοθέτες που δεν αναγνώριζαν τη συμβολή των casting directors. Τελικά το κατάφεραν με επιμονή οι ίδιοι να μπουν στα Όσκαρ, αλλά είχαν και τους ηθοποιούς στο πλευρό τους. Με τους σκηνοθέτες οι ηθοποιοί έχουν πάντα μια κοντρίτσα –άλλη μια μαθηματάρα αυτή. Αυτό που ισχύει και στο θέατρο είναι ότι οι σκηνοθέτες, ακόμα και οι μεγάλοι, δεν ξέρουν από ηθοποιούς, γιατί έχουν στο μυαλό τους τη λεγόμενη «σκηνοθεσία του αποτελέσματος». Έτσι το έχουν φτιάξει στο μυαλό τους καιέτσιλένε και στον ηθοποιό να το κάνει. Δεν τον αφήνουν να δημιουργήσει ή, στη χειρότερη περίπτωση, παίζουν οι ίδιοι τη σκηνή για να του δείξουν, ενώ το ζητούμενο είναι να αφήνεις τους ηθοποιούς να το βρίσκουν μεταξύ τους. Το να ακούει ο ένας ηθοποιός τη φωνή και την κουβέντα του άλλου πάνω στη σκηνή είναι το πιο σημαντικό. Ο Χιούστον, όταν γύριζε τη «Βασίλισσα της Αφρικής»,εκεί στου διαόλου τη μάνα, μέσα στα έλη με τα έντομα, παράταγε κάθε πρωί τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και την Κάθριν Χέπμπορν χωρίς να τους λέει τίποτα και πήγαινε για ψάρεμα, κι όταν επέστρεφε, ξεκινούσε το γύρισμα. Γιατί τους είχε δώσει το έδαφος να φτιάξουν τη σχέση τους. Αποτέλεσμα ήταν ότι προτάθηκαν για Όσκαρ και οι δύο –το πήρε ο Μπόγκαρτ–αλλά και ο Χιούστον για τη σκηνοθεσία.

Πώς ψηφίζουν πραγματικά τα μέλη της Ακαδημίας

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης
© NDP

Η πιο συχνή απορία του κόσμου για τα Όσκαρ είναι το πώς ψηφίζει η επιτροπή. Και η απάντηση είναι ότι το κάνει με τον πιο απλό και έντιμο τρόπο. Ψηφίζουν ο καθένας από εκεί που βρίσκεται. Δεν συνεδριάζουν, δεν είναι φεστιβάλ να έχει παρασκήνιο, μια επιτροπή 7 ατόμων, ας πούμε, και ν’ αρχίζουν τις ίντριγκες. Εκεί, είναι ο ένας στην Ανατολή, ο άλλος στη Δύση. Στέλνουν το ψηφοδέλτιο συμπληρωμένο με κωδικό, δεν ξέρει κανείς ποτέ τι ψήφισε ο άλλος. Στις επιμέρους υποψηφιότητες ψηφίζει ο κάθε κλάδος για τον κλάδο του, και όλοι μαζί, σε μια ξεχωριστή «ντάνα» βάζουν παράλληλα και τις δέκα ταινίες που τους άρεσαν γενικά. Δηλαδή, τις ταινίες δεν τις ψηφίζουν μόνο οι παραγωγοί, παρότι αυτοί είναι οι καθ’ ύλην αρμόδιοι. Οι ταινίες θεωρούνται κοινό κτήμα και τις ψηφίζουν όλοι. Όσο για τις καμπάνιες «for your consideration» πριν από τα Όσκαρ, αυτοί δεν δίνουν καμία σημασία, γιατί έχουν τις δικές τους δουλειές.Αυτά είναι του ατζέντη, για να γίνεται ντόρος και να δείχνει στο αφεντικό ότι έχει κάνει δουλειά η διαφημιστική προς τα έξω. Οι περισσότεροι ούτε που ξέρουν ποιος έχει πάρει Όσκαρ και πόσα. Αυτές τις ατάκεςτου τύπου «του το χρωστάνε» που λένε τις βγάζουν απ’ το κεφάλι τους, δεν έχουν ιδέα για το αντικείμενο.

Αυτό λοιπόν που κοιτάνε όλοι είναι το επίτευγμα, το αποτέλεσμα. Εκεί ήταν που εγώ τρελαινόμουν, όταν άρχιζαν να μου λένε πώς ψήφιζαν. Δεν έλεγαν απλώς έναν τίτλο ταινίας, αλλά πώς έβλεπαν από τη μεριά του ο καθένας την ταινία, ποια ήταν η προσωπική τους αντίληψη.

Ένα πολύ χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι αυτό που μου είπε ένας πολύ σπουδαίος μοντέρ όταν τον ρώτησα αν ψήφισε την Τζούντι Ντεντς στη «Μεγαλειότατη κυρία Μπράουν»: «Όχι, γιατί ο τρόπος που έπαιζε με εκνεύριζε. Αυτή βγαίνει και παίζει μετωπικά, γιατί έτσι παίζουν οι ηθοποιοί του θεάτρου. Έρχονται, στήνονται –αφού αυτό ξέρουν, έχουν μάθει να αντικρίζουν την πλατεία– και κοιτάνε με τον ίδιο τρόπο και τον φακό». «Κι ο σκηνοθέτης;» τον ρωτάω. «Δεν επεμβαίνει, γιατί ή τον έχει διαλέξει ο ίδιος τον ηθοποιό ή τον έχει πάρει ο παραγωγός ή ο ατζέντης και είναι υποχρεωμένος να το κάνει. Διότι παίρνουν τον ηθοποιό του θεάτρου για να προβληθεί με τον τρόπο που παίζει. Εγώ ψήφισα την Έλεν Χάντ στο ‘’Καλύτερα δεν γίνεται’’, γιατί, παρατηρώντας το πώς έπαιζε, έβλεπα ότι έχει τρομερή αντίληψη του σινεμά και του φακού και διαπίστωνα ότι, απ’ όπου κι αν την “έκοβα” τη σκηνή, θα μου έβγαινε. Αυτό είναι για τον μοντέρ το σωστό κινηματογραφικό παίξιμο». Επίσης θυμάμαι να μου λέει ένας ενδυματολόγος: «Όχι, δεν την ψήφισα, διότι, έτσι όπως έπαιζε, δεν είχε συναίσθηση του ρούχου που φορούσε, και τελικά το ρούχο την εκδικήθηκε!».

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης
© NDP

Μια άλλη ηθοποιός, του θεάτρου αυτή, μου είπε για το «Billy Elliot, Γεννημένος χορευτής» ότι ήταν έξαλλη με την Τζούλι Γουότερς που έκανε τη δασκάλα χορού και κάπνιζε. Έξαλλη όχι από αντικαπνιστικό μένος. «Γιατί καπνίζει;» μου είπε. «Δεν δικαιολογείται από το σενάριο μια δασκάλα χορού να καπνίζει μέσα στο χοροδιδασκαλείο. Για να καπνίζει, θα πρέπει να μας το εξηγεί το σενάριο. Ότι είναι μια που έχει νευρώσεις... ότι έχει τα δικά της και ανάβει νευρικά το τσιγάρο. Αυτό να το δεχτώ. Εδώ πέρα δεν μας έχει πει κάτι τέτοιο. Αυτή καπνίζει επειδή δεν ξέρει τι να κάνει τα χέρια της».

Το βιβλίο είναι γραμμένο για όλον τον κόσμο που πηγαίνει σινεμά, που συζητάει τις ταινίες. Οι αναφορές στις ταινίες γίνονται χρονολογικά, αλλά είναι γραμμένες έτσι που να γίνονται ελκυστικά και κατανοητά αυτά που λέω. Ας πούμε –για να περάσω και πράγματα για τις ειδικότητες που έμαθα– έχω τα Όσκαρ των Ελλήνων, όπου αναλύω τις πεντάδες των ερμηνευτικών επιτευγμάτων τη χρονιά της Παξινού και το τι έκαναν οι αντίπαλες και πώς αξιολογηθήκαμε. Του Χατζιδάκι. Τώρα, με πράγματαόπως το αν τον έπιαναν τα νεύρα του γιατί του φάγανε λεφτά η Μελίνα με τον Ντασέν στα δικαιώματα, μ’ αυτά δεν ασχολούμαι. Σχολιάζω ακόμα τη μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου και τις άλλες συνυποψήφιες μουσικές. Μιλάω και για το Όσκαρ για το οποίο ήταν υποψήφια η Μελίνα, που η ερμηνεία της είναι πραγματικά ένα μάθημα για το σταρ περφόρμανς. Αναλύω και τις πέντε υποψηφιότητες και εξηγώ πώς κατέληξε το Όσκαρ στην Τέιλορ. Δεν το πήρε επειδή, και καλά, ήταν άρρωστη. Γιατί να της το χρωστάνε που όλοι τη βρίζανε;

Για τα φετινά Όσκαρ, οι προβλέψεις μου –και αυτό βγαίνει ξεκάθαρα κι από το βιβλίο– είναι επί των αναλύσεων. Από εκεί βγαίνει ότι υπάρχει μια μονομαχία πολύ σοβαρή μεταξύ του «Μια Μάχη μετά την άλλη» και του «Sinners», που το έχω δει τρεις φορές. Μου άρεσε πάρα πολύ. Έπαθα αυτό που είχα πάθει όταν βγήκε ο Ταραντίνο –όχι με το «Reservoir Dogs», από το «Pulp Fiction» και μετά. Δημιούργησε είδος. Και ο σκηνοθέτης του «Sinners» είναι μια τέτοια περίπτωση. Φτιάχνει κάτι εντελώς δικό του. Και πήρε καλούς συνεργάτες, άριστους στον τομέα του ο καθένας. Έτσι μαζεύτηκαν οι 16 υποψηφιότητες. Εν τω μεταξύ και οι δύο έχουν διαφορετικό σενάριο σε διαφορετική κατηγορία. Το σενάριο είναι πάντα η βάση. Αν υπάρχει συναγωνισμός ανάμεσα σε μια ταινία που έχει ως όπλο το σενάριο και σε μια άλλη που έχει ως όπλο τη σκηνοθεσία, στο 70-80% των περιπτώσεων κερδίζει αυτή με το σενάριο. Η προτίμηση γέρνει προς το τι λέει το έργο.

Συναντήσεις με θρύλους του Χόλιγουντ

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης
Παναγιώτης Τιμογιαννάκης © Panagiotis Timogiannakis/Facebook
  • Όταν ο Αλ Πατσίνο είπε «thank you, man»

Μια φορά είχα ανέβει κι εγώ σ’ αυτό το ασανσέρ και ήμουν μαζί με τον Τζακ Νίκολσον, τον Κλιντ Ίστγουντ και τον Αλ Πατσίνο. Ήταν η χρονιά που είχαν κερδίσει ο Πατσίνο για το «Άρωμα Γυναίκας» και ο Κλιντ Ίστγουντ για τους «Ασυγχώρητους». Ο Νίκολσον ήταν υποψήφιος για το Ζήτημα Τιμής, αλλά δεν το πήρε. Μπήκα μέσα, είπα «καλησπέρα», εντάξει, δεν ήταν και καμιά μεγάλη διαδρομή. Είπα «συγχαρητήρια» στον Ίστγουντ, είπα και στον Πατσίνο, που καθόταν μπροστά και κράταγε το Όσκαρ του και, όπως είναι πάντα μέσα στο νεύρο αυτός ο άνθρωπος, μου λέει «thank you, man» και μου ρίχνει μια, ένα φιλικό, σαν μάγκικο χτυπηματάκι. Ε, του ’χε βγει η ψυχή του ανθρώπου μέχρι να το πάρει.

  • Η Ελίζαμπεθ Τέιλορ από κοντά

Εκεί είδα και μίλησα και στην Ελίζαμπεθ Τέιλορ, η οποία ήταν μέσα στη χαρά, έκανε πειράγματα, ήταν υπέροχη γυναίκα. Είχε πάρει ένα τιμητικό βραβείο εκείνη τη χρονιά, του συνόλου καριέρας και για τις ανθρωπιστικές της ενέργειες. Δεν είδα πώς ήρθε, αλλά μετά είδα πώς έφυγε, ότι έξω την περίμενε ένα αναπηρικό αμαξίδιο. Είχε πολλά προβλήματα τότε. Ήταν εμφάνιση περιορισμένου χρόνου, όση ήταν και η αντοχή της.

  • Η Τζέιν Φόντα που δεν τόλμησα να πλησιάσω

Η Τζέιν Φόντα ήταν από τις περιπτώσεις που μου κοβόταν η γλώσσα να την πλησιάσω.

  • Εντ Χάρις και Μπιλ Μάρεϊ, οι ηθοποιοί που έφυγαν θυμωμένοι από την τελετή

Δύο ηθοποιούς έχω δει να φεύγουν τσαντισμένοι από τα Όσκαρ. Ο ένας είναι ο Μπιλ Μάρεϊ. Τον είχαν κράξει όμως από τον εξώστη. Δεν είχε πει κάτι, αλλά είχε αντιδράσει με κάποια απρέπεια.Και ο άλλος είναι ο Εντ Χάρις. Τη χρονιά που είχε γυρίσει ο ίδιος το Pollock και πρωταγωνιστούσε, κέρδισε η Μάρσα Γκέι Χάρντεν, που έπαιζε μαζί του, το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου χωρίς να την περιμένει κανείς – δεν ήταν καν υποψήφια στα βραβεία του Σωματείου Ηθοποιών. Οπότε αυτός προφανώς θεώρησε ότι υπάρχει ρεύμα προς το έργο και αναθάρρησε, ότι θα έπαιρνε το Όσκαρ Α΄ Ανδρικού. Και κάπως ετοιμάστηκε. Εν τω μεταξύ, το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου δόθηκε και πρώτο πρώτο, και προφανώς αυτός είχε όλον τον χρόνο μπροστά του για ν’ αρχίσει να φτιάχνεται, εφόσον το Α΄ Ανδρικού δόθηκε σχεδόν τελευταίο. Πάντως, εξαρχής δεν ήταν φαβορί, το Όσκαρ παιζόταν μεταξύ Ράσελ Κρόου για τον Μονομάχο και Τομ Χανκς για τον Ναυαγό, και κάπου έπαιζε και ο Μπαρδέμ με το Πριν Πέσει η Νύχτα. Για τον Εντ Χάρις δεν ακουγόταν ιδιαίτερα κάτι, αλλά αν πάρουμε τι ακούγεται και τι γράφεται γενικά, πολλές φορές όλα αυτά δεν ισχύουν. Εν πάση περιπτώσει, είχε φτιαχτεί ο άνθρωπος, και όταν ακούστηκε το όνομα του Ράσελ Κρόου, σηκώθηκε και έφυγε. Δεν τον πήρε η κάμερα, γιατί με το που χειροκροτήσαμε και οι κάμερες έπεσαν πάνω στον νικητή, εκείνος μπορούσε να φύγει απ’ το σημείο που καθόταν χωρίς να φανεί. Και βγήκε πολύ τσαντισμένος.

  • Κιμ Μπάσινγκερ, η πιο χαρούμενη νικήτρια που είδα ποτέ

Ο άνθρωπος που έχω δει να έχει ευχαριστιέται περισσότερο τη βράβευσή του στα 21 χρόνια που πήγαινα ήταν η Κιμ Μπάσινγκερ. Είχε μια αντίδραση σαν να μην μπορούσε να πιστέψει ότι όλα αυτά τα χρόνια την εκτιμούσαν και περίμεναν αυτή την ώρα για να της το δείξουν. Νόμιζε ότι την είχαν λίγο σαν παραπεταμένη. Είχε κάπως ένα σύνδρομο Μέριλιν. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό.

Παναγιώτης Τιμογιαννάκης
Παναγιώτης Τιμογιαννάκης © Panagiotis Timogiannakis/Facebook

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΙΝΤΕ8Λ: Η μικρού μήκους ταινία αφιερωμένη στον κινηματογράφο Ιντεάλ
ΙΝΤΕ8Λ: Είδαμε τη μικρού μήκους ταινία αφιερωμένη στον κινηματογράφο Ιντεάλ

«Η ταινία λειτουργεί ως ένα επίκαιρο σχόλιο για την κινηματογραφική αίθουσα μέσα από την κινηματογραφική αίθουσα» όπως λένε οι δημιουργοί της, Αρίσταρχος Παπαδανιήλ και Γιάννης Χλεμπάκος

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY