Health & Fitness

Πώς μπορείς να κάνεις περισσότερα (κάνοντας λιγότερα) – Έβδομο μέρος

Η μιζέρια βλάπτει σοβαρά την υγεία — και τον ελεύθερο χρόνο

kyriakos_1.jpg
Κυριάκος Αθανασιάδης
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Εικ. Hieronymus Bosch, «Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων» (1503-15, λεπτομέρεια).
Εικ. Hieronymus Bosch, «Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων» (1503-15, λεπτομέρεια).

Τρόποι και tips για να διευρύνουμε τον ελεύθερο χρόνο μας και να γίνουμε αποδοτικότεροι - Μιζέρια 

Στη σειρά αυτή κειμένων για την ανεύρεση, την επανάκτηση, τον προσπορισμό λίγο περισσότερου χρόνου μέσα στο εικοσιτετράωρό μας —πόσο απελπιστικά μικρές είναι οι μέρες μας, πόσο ακόμη μικρότερες γίνονται όταν οι λογής περισπασμοί και οι συνήθειες του συρμού, σήμερα αυτό, αύριο κάτι άλλο, τους κόβουν μεγάλες μπουκιές, χώνοντας τα δόντια στο λιπόσαρκο κορμί τους και τραβώντας με μανία για να το σκίσουν, σαν καρχαρίες των υφάλων τρελαμένοι από το αίμα—, σ’ αυτά εδώ τα μικρά σημειώματα «ευζωίας», μιλήσαμε ήδη για τον ύπνο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα έξυπνα κινητά, την τηλεόραση και, τελευταία πλην όχι έσχατα, τα ψώνια και το μαγείρεμα: όλα τους πράγματα που κάνουμε, ή με τα οποία εμπλεκόμαστε, καθημερινά, και που τραβάνε από τη ρηχή δεξαμενή του χρόνου μας με μεγάλες, δυνατές, γερές ρουφηξιές. Αυτά μονοπωλούν το κομμάτι εκείνο της ζωής μας που κυρίως θεωρούμε δικό μας — μα νά που δεν είναι.

Δεν ξέρουμε από πού αλλού μπορούμε να κερδίσουμε χρόνο, ειλικρινά. Κανείς, ας πούμε, δεν μπορεί να επιταχύνει τον χρόνο των καθημερινών μετακινήσεών του: η ένδοξη πόλη προχωρά μόνο με βραδείς ρυθμούς, και όχι σαν timelapse: το λεωφορείο πάλι θ’ αργήσει, το μετρό που μόλις χάσαμε θα ’ρθει τώρα μετά από είκοσι λεπτά, το αμάξι θα κολλήσει στην κίνηση ξανά και ξανά γιατί κάποιοι τρέχουν για να σωθούν οι μαγκούστες — πολλά, πολλά τέτοια.

Κανείς επίσης δεν μπορεί να δουλέψει λιγότερο εξασφαλίζοντας έτσι επιπλέον προσωπικό χρόνο, και μάλλον —αντιθέτως— τείνει να δουλεύει όλο και περισσότερο γιατί οι δυσκολίες του βίου το απαιτούν, και γιατί οι καιροί είναι (όπως πάντα, συνηθίζουμε να λέμε ή να ξεχνάμε) δύσκολοι, και γιατί ο ανταγωνισμός είναι έντονος και σκληρός και αδυσώπητος, και γιατί ο Πούτιν έχει αποτρελαθεί και είναι έτοιμος να παριστάνει τον Ναπολέοντα στο Λεμπέτι, και γιατί δεν γίνεται αλλιώς· κι αυτό, φευ, μόνο όταν κάποιος ΕΧΕΙ δουλειά, γιατί συχνά-πυκνά, ή και μόνιμα για πολλούς, δουλειά δεν υπάρχει — άρα υπάρχει περισσότερος χρόνος για ξόδεμα.

Μα και πάλι, αν δείχνουν κάτι τα παραπάνω, είναι αυτό ακριβώς το «ξόδεμα», ό,τι δηλαδή υπαινισσόμαστε από μιας αρχής: επιπλέον χρόνο προσποριζόμαστε αποκλειστικά και μόνον από τον δήθεν «ελεύθερο» χρόνο μας, όχι από τις ανελαστικές ανάγκες τις ζωής — γι’ αυτές άλλωστε δεν θα κάνουμε καν λόγο σ’ αυτά τα σημειώματα: γιατί δεν αλλάζουν.

Έτσι, ας το ξαναπούμε: (i) Ο άκριτα ξοδεμένος ελεύθερος χρόνος μας, ο τσαλακωμένος σαν χαρτί και πεταμένος στο καλάθι, ΔΕΝ είναι ελεύθερος τελικώς, είναι αλλουνού, του τον παραχωρήσαμε τζάμπα. (ii) Η τεμπελιά τείνει να είναι τρομερά κουραστική, και ιδιαιτέρως επιβαρυντική για την ψυχική υγεία.

* * *

Τι έμεινε να πούμε άρα; Λοιπόν, έμεινε να πούμε ίσως το κυριότερο: ότι κανείς βρίσκει πολύ χρόνο για να τον εκταμιεύσει επωφελώς, όταν συνειδητοποιεί πως ζει σε ένα περιβάλλον τέτοιο που τον βοηθά να κάνει χίλια πράγματα. Κυριολεκτικά χίλια πράγματα. Ποιο είναι αυτό το περιβάλλον; Πού μπορούμε να το βρούμε; Πώς πάμε εκεί;

Δεν χρειάζεται να ψάξουμε. Είναι αυτό γύρω μας. Αυτό. Ένα από τα καλύτερα στο γνωστό σύμπαν, και με διαφορά. Είναι το σπίτι μας, η γειτονιά μας, η πόλη μας, η Ελλάδα, και η Ευρώπη. «Μα—»

Ε, όχι. Δεν θέλω «μα».

Τα «μα» μπορεί κανείς να τα λέει, πραγματικά, όλη μέρα, κάθε μέρα. Είναι δωρεάν και στ’ αλήθεια τα λένε όλοι. (Όχι ότι θέλει και μυαλό για να καταλάβεις ότι ΔΕΝ χωράνε «μα» εδώ πέρα, αλλά τι να κάνουμε τώρα, έτσι πάνε αυτά, είναι μια ανθρώπινη συνθήκη — μία από τις πολλές). Ναι, έχει χίλια στραβά η χώρα, αλλά δεν είστε εσείς εκείνος που δεν πληρώνει τους φόρους του, που οδηγεί στη ΛΕΑ, που δεν ανακυκλώνει, που θεωρεί τους Έλληνες ανώτερο λαό από άλλους, που δεν φοράει μάσκα, που δεν έχει κάνει την αναμνηστική δόση, που διαδηλώνει στη μέση του δρόμου, που δεν κλείνει τα φώτα στο σπίτι του όταν δεν χρειάζεται να καίνε, που δεν θέλει ΚΕΘΕΑ στη γειτονιά του και ξένα παιδιά στο σχολείο των παιδιών του, που δεν θέλει κοινωνικό κράτος, που δεν διαβάζει βιβλία, που νομίζει ότι οι ξένοι θα αλλοιώσουν το DNA μας, που αγαπά τον Τραμπ και τον Πούτιν, που είναι με το φρικτό κινεζικό καθεστώς, που αφήνει τα σκουπίδια του στις ακτές, που δεν παραχωρεί προτεραιότητα στους πεζούς πάνω στις διαβάσεις, που διαβάζει κλεφτά το Μακελειό, που λέει «ναι μεν αλλά», που λέει «καλά τούς κάνανε», που μουτζώνει τη Βουλή και λέει πως όλοι ίδιοι είναι, που δεν κατάλαβε ότι η κρίση έφερε τα Μνημόνια και όχι τα Μνημόνια την κρίση, που απολύει εγκύους, που διαδίδει ή τρώει fake news, που γυρίζει με το Smart έχοντας στην τσίτα ένα τραπ με κλαρίνα, που πιστεύει ότι «η χούντα δεν τελείωσε το εβδομήντα τρία», που χτυπάει τη σύντροφό του, που δεν θεωρεί Έλληνες τους ολύμπιους θεούς Αντετοκούνμπο — για να πούμε, εντελώς πρόχειρα, μερικά παραδείγματα. Είναι μία, αρκούντως οχληρή μεν, μειονότητα δε όλοι αυτοί: βάρος κακό της γης. Δεν είστε εσείς, δεν είμαστε εμείς.

Αντίθετα, όλοι εμείς οι υπόλοιποι έχουμε το προνόμιο και τη χαρά και την επίγνωση του γεγονότος ότι, παρά τα προβλήματα από τους ως άνω τύπους, ζούμε ΟΝΤΩΣ σε μία από τις πιο πλούσιες (ω, ναι) και πιο όμορφες (α, ναι) και πιο ιστορικές (ε, ναι) χώρες του κόσμου, σε ένα δημοκρατικό περιβάλλον απόλυτης ελευθερίας, που πέρασε αβρόχοις ποσί μία δεκαετή οικονομική και κοινωνική κρίση μετά από μία τριακονταπενταετία μεγάλης προόδου, ανάπτυξης και ευημερίας, και μάλιστα κόντρα στη μείζονα αντίδραση από καλά οργανωμένες ομάδες συμφερόντων και λοιπές συμμορίες που την ήθελαν να αιμορραγεί, να χάνει την ευρωπαϊκή της αιγίδα και να προσδένεται στο άρμα τριτοκοσμικών καθεστώτων τύπου Ρωσίας, Ιράν και Κίνας, και που, παρά την τρομερή, ανθρωποφάγα πανδημία με τις ολέθριες οικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις, και παρά τον πόλεμο των εθνικομπολσεβίκων που εισέβαλαν στην Ευρώπη καταστρέφοντας μια ολόκληρη υπερήφανη χώρα, σκοτώνοντας παιδιά και βιάζοντας γυναίκες — ΠΑΡ’ ΟΛΑ ΑΥΤΑ, λοιπόν, είναι όλη στις θάλασσες και τσακίζει τα καλαμαράκια και τα χταπόδια, υποδεχόμενη ταυτόχρονα έναν ασύλληπτα μεγάλο όγκο τουριστών που αφήνουν εδώ το συνάλλαγμά τους. Για να μην πούμε, μάλιστα, τι θα συνέβαινε στην Ελλάδα, σε ποια θέση θα βρισκόμασταν, εάν ΔΕΝ είχαμε αυτά τα δύο αδιανόητα δεινά τα τελευταία χρόνια, τις δυο φοβερές συμφορές που χτύπησαν και εξακολουθούν να πλήττουν σκληρά όλη την ανθρωπότητα.

Όλοι εμείς λοιπόν ξέρουμε πως, μολαταύτα, έχουμε ΠΑΡΑ πολλά. Πως τα καλά της ζωής μας είναι απείρως περισσότερα από τα κακά. Πως το περιβάλλον μας, μπορεί μεν να επιδέχεται ένα κάρο βελτιώσεις, μα πάντα προχωρά προς τα εμπρός — και αυτό το εμπρός είναι πολύ καλύτερο από το καλύτερο παρελθόν μας. Και πως απεχθάνεται τα πισωγυρίσματα.

Δεν θέλουμε να πούμε πως δόξα τω Θεώ, Παναγίτσα μου, είμαστε υγιείς και δεν κρυβόμαστε αγκαλιά με την παραλοϊσμένη γάτα μας στα καταφύγια για να αποφύγουμε τα σράπνελ, αλλά αράζουμε στον καναπέ και βλέπουμε Disney+. Όχι, δεν είμαστε όλοι υγιείς· και ένας πόλεμος μπορεί μεν να είναι μακριά από τα σύνορά μας, αλλά ήδη ο ρωσικός μιλιταρισμός μάς επηρεάζει όλους — και γι’ αυτό ο πόλεμος στην Ουκρανία πρέπει να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα… ή μάλλον, είθε, να τον τελειώσουμε μια ώρα αρχύτερα, με τρόπο δυναμικό και τελεσίδικο, για να ξεμπερδεύουμε άπαξ και διά παντός με τον σοβιετικού (και εν συνεχεία σινικού) τύπου αυταρχισμό: ζούμε στον 21ο αιώνα, και το 2050 —που θα ’χουμε νικήσει ακόμη και τον καρκίνο και η ενέργεια θα είναι άφθονη και δωρεάν για όλους— απέχει 5 χρόνια λιγότερα από το 2022 απ’ ό,τι το 1989. Κάπου όπα δηλαδή.

* * *

Θα αναρωτηθεί ίσως κανείς τι σχέση έχουν όλα αυτά με το θέμα των σημειωμάτων μας περί «ευζωίας». Νομίζουμε όμως πως είναι προφανές: αν τα σόσιαλ τρώνε αχόρταγα μεγάλα κομμάτια από τον χρόνο μας, η μιζέρια κόβει, μασάει και καταπίνει πολύ μεγαλύτερα. Η γκρίνια, η κακομοιριά, αυτό το διαρκές κλαψούρισμα για το μεγάλο κακό της ζωής είναι ένα δόκανο που βάζουμε μόνοι στο πόδι μας για να παγιδευόμαστε και να κουτσαινόμαστε. Και για να δικαιολογούμε την απουσία ενσυναίσθησης από μέσα μας, την απουσία ενσυναίσθησης από τη ζωή μας.

Μετρώντας τα καλά, αυτά τα (πολλά: είναι ΠΑΡΑ πολλά) που έχουμε, απολαμβάνοντας με ανοιχτή καρδιά τα μικροπράγματα της καθημερινότητάς μας, κοιτάμε με πιο καθαρό μάτι αυτά που μας λείπουν, επενδύουμε σε θετικές σκέψεις και δεν αναλωνόμαστε στην άγονη κακομοιριά, που για τον ματζίρη είναι η εκλογίκευση της αμεριμνησίας του.

Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να διεκδικήσει πίσω κανείς τον χαμένο του χρόνο από το να χαλαρώσει μια στάλα, να ηρεμήσει, να αποστασιοποιηθεί, να απομακρυνθεί μισό βηματάκι προς τα πίσω για να δει το ευρύ πεδίο και να συνειδητοποιήσει σε ποιο σημείο βρίσκεται ο ίδιος. Ξέρω (όλοι μας ξέρουμε) ανθρώπους που γογγύζουν ή βρίζουν ολημερίς για το ’να και για τ’ άλλο, χωρίς ποτέ, ποτέ μα ποτέ όμως, ούτε στα ψέματα, να κάνουν κάτι πρακτικό για να σηκώσουν έναν άνθρωπο από κάτω.

Κερδίζουμε χρόνο, λέμε και ξαναλέμε, μόνο κόβοντας από άχρηστα πράγματα. Πιο άχρηστο και πιο δηλητηριώδες από τη μιζέρια δεν θα υπάρξει ποτέ.

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]

Στην ίδια σειρά άρθρων, διαβάστε ακόμη:

Ύπνος, ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου (πρώτο μέρος)

Ύπνος, ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου (δεύτερο μέρος)

Social media: Κόβοντάς τα λίγο-λίγο

Smartphones, αυτή η μάστιγα

Τηλεόραση, αυτή η κυρίαρχη

 Τρώγοντας (και μαγειρεύοντας) έρχεται η όρεξη

ΠΡΟΣΦΑΤΑ