- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Άρθρο 86 Σ. και ποινική ευθύνη υπουργών: η διαφεύγουσα κρίσιμη λεπτομέρεια
Μια πρόταση για την επικείμενη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, υπέρ της αξιοπιστίας Δικαιοσύνης και πολιτικής
Άρθρο 86 Σ.: Η ξεχασμένη διάσταση της αναθεώρησης και η δημοκρατία απέναντι στην απαξίωση της πολιτικής
Γιατί η αναθεώρηση του Άρθρου 86 δεν αρκεί χωρίς ουσιαστικές πολιτικές συνέπειες.
1. Δίκαια ή άδικα, όλο και περισσότερο τελευταία ο δημόσιος διάλογος ασχολείται με ζητήματα ενδεχόμενης ποινικής ευθύνης υπουργών. Και παρά τις διαφωνίες και τις έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις ως προς το εάν στην α' ή την β' περίπτωση συντρέχει τέτοια ευθύνη, όλοι ανεξαιρέτως συμφωνούν ότι εφόσον πράγματι αποδειχθεί από τη Δικαιοσύνη πως ένας υπουργός παρανόμησε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ουσιαστικά καταχρώμενος αυτά, τούτο αποτελεί συμπεριφορά ύψιστης ηθικής απαξίας, που δυσφημεί την πολιτική και υπονομεύει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η οποία πρέπει παραδειγματικά να τιμωρείται. Δεν είναι περίεργο λοιπόν, λαμβανομένης υπόψη και της εντεινόμενης κρίσης εμπιστοσύνης της ελληνικής κοινωνίας προς τους θεσμούς, που όλοι, ακόμη κι αυτοί που τάσσονται κατά της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης στην παρούσα συγκυρία, αναγνωρίζουν ως απαραίτητη την αλλαγή του άρθρου 86 Σ και του πλαισίου της ποινικής ευθύνης των υπουργών, και δη προς την κατεύθυνση του περιορισμού ή και της πλήρους κατάργησης της εμπλοκής της πολιτικής (δηλ. της Βουλής) στην όλη διαδικασία, με αντίστοιχη ενίσχυση του ρόλου ή και αποκλειστική αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης.
Ενώ όμως οι συζητήσεις για την αναθεώρηση του άρθρου 86 καλά κρατούν εδώ και χρόνια, υπάρχει ένα καίριο σημείο που έχει διαφύγει εντελώς της προσοχής. Πρόκειται για τις συνέπειες της καταδίκης του υπουργού που παρανόμησε. Φαίνεται παράλογο, αλλά, είτε το άρθρο 86 παραμείνει όπως έχει σήμερα είτε αναθεωρηθεί σύμφωνα με οποιαδήποτε από τις προτάσεις που διατυπώνονται, καμιά απολύτως ιδιαίτερη συνέπεια, έστω και κατ΄ ελάχιστον ανάλογη της απαξίας της πράξης του, δεν προβλέπεται για εκείνον που αμετακλήτως αποδείχθηκε ότι παρανόμησε.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό: Για τον απλό πολίτη η τέλεση λχ παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ) αποτελεί απόλυτο και ισόβιο κώλυμα διορισμού του στο Δημόσιο και σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Πράγματι, σύμφωνα με τον Υπαλληλικό Κώδικα, αν κάποιος καταδικαστεί αμετάκλητα επειδή κάποτε τέλεσε το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, όποια κι αν είναι η ποινή που του επιβλήθηκε, δεν μπορεί ποτέ -και πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου- να διοριστεί ούτε κλητήρας στην πιο ασήμαντη δημόσια υπηρεσία, ενώ αν ήδη κατέχει κάποια θέση, αυτοδικαίως απολύεται. Ο υπουργός όμως που θα καταδικαστεί αμετάκλητα για το ίδιο αδίκημα σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 86 Σ (όπως κι αν τελικά διαμορφωθεί, είτε δηλαδή με κάποια εμπλοκή της Βουλής στη σχετική διαδικασία είτε αποκλειστικά με αποφάσεις της Δικαιοσύνης), ενώ δεν θα μπορεί να είναι ούτε βοηθός αποθηκάριου σε μια ξεχασμένη δημόσια υπηρεσία της ελληνικής επαρχίας, μπορεί να συνεχίσει ανεμπόδιστα να κατέχει οποιοδήποτε πολιτικό αξίωμα, δηλαδή ουσιαστικά να ρυπαίνει με την παρουσία του, ως φέρων το ανεξίτηλο στίγμα της καταδίκης του, τον δημόσιο βίο και να εξευτελίζει έτσι εμπράκτως κάθε έννοια κύρους της Δικαιοσύνης, όντας βουλευτής, δήμαρχος ή, γιατί όχι, και ξανά υπουργός!
Το παράδειγμα της παράβασης καθήκοντος δεν είναι το μόνο, είναι όμως το πιο χαρακτηριστικό, διότι, σύμφωνα με τη λογική αλλά και την έως σήμερα εμπειρία, αυτή είναι η πλέον συνήθης αξιόποινη πράξη ποινικής ευθύνης υπουργών.
2. Το γιατί υπάρχει αυτή η προκλητική αντίφαση που προεκτέθηκε δεν μπορεί να αναλυθεί στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου. Συνδέεται σε κάποιον βαθμό με την κατάργηση της παρεπόμενης ποινής της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων που επέφερε το 2019 ο νέος Ποινικός Κώδικας. Κυρίως βέβαια σχετίζεται με τον πρόχειρο και αποσπασματικό τρόπο που γίνεται γενικότερα η νομοθέτηση στην Ελλάδα, όπου συχνά δήθεν προοδευτικές παρεμβάσεις καταλήγουν σε εντελώς αντίθετα αποτελέσματα, γεννώντας σοβαρά θεσμικά ζητήματα.
Από την άλλη πλευρά, ασφαλώς σχετίζεται και με την ευρύτερα επικρατούσα πλέον ανοχή ή και εθισμό της ελληνικής κοινωνίας όχι μόνο στην ανυποληψία της πολιτικής, αλλά και σε καταστάσεις που προσβάλλουν κατά τρόπο βάναυσο το κύρος της Δικαιοσύνης και των αποφάσεών της, όπως ασφαλώς τέτοια περίπτωση βάναυσης προσβολής είναι όταν πρόσωπο καταδικασμένο από τη Δικαιοσύνη για παράνομες πράξεις που διέπραξε ως υπουργός, ήτοι, όπως προειπώθηκε, για πράξεις ύψιστης ηθικής απαξίας, συνεχίζει χωρίς κανένα πρόβλημα να συμμετέχει στην πολιτική και να είναι φορέας νομοθετικής ή και εκτελεστικής εξουσίας, ωσάν η απόφαση της Δικαιοσύνης να μην υπήρξε ποτέ.
3. Η επικείμενη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος προσφέρει μια ευκαιρία επίλυσης του συγκεκριμένου προβλήματος, το οποίο, για πολλούς λόγους -συμβολικούς, πολιτικούς, αλλά και νομικούς- επιβάλλεται να αντιμετωπισθεί με συνταγματική πρόβλεψη και όχι μέσω του κοινού νομοθέτη. Συγκεκριμένα:
Το Σύνταγμά μας διαλαμβάνει εκτενείς προβλέψεις για τα κωλύματα και τα ασυμβίβαστα των βουλευτών (άρθρα 55-58). Ως προς τα πρώτα, δηλαδή, με άλλα λόγια, ως προς το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, πέρα από το όριο ηλικίας και την προϋπόθεση της ελληνικής ιθαγένειας, γίνεται παραπομπή στις προϋποθέσεις του δικαιώματος του εκλέγειν (άρθρο 55: «Για να εκλεγεί κανείς βουλευτής απαιτείται να είναι Έλληνας πολίτης, να έχει τη νόμιμη ικανότητα να εκλέγει και να έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα της εκλογής.»). Το δε δικαίωμα του εκλέγειν επιτρέπεται σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 51 παρ. 3) να περιοριστεί με νόμο σε τρεις μόνο περιπτώσεις: (α) αν δεν έχει συμπληρωθεί κάποιο όριο ηλικίας (β) για δικαιοπρακτική ανικανότητα και (γ) ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα (που σήμερα είναι εγκλήματα πολιτειακής φύσεως, όπως η εσχάτη προδοσία, καθώς και όσα επισείουν ποινή ισόβιας κάθειρξης). Κατά τα λοιπά, πέρα δηλαδή από την προϋπόθεση του δικαιώματος του εκλέγειν, το Σύνταγμα παραθέτει δύο αναλυτικούς καταλόγους περιορισμών. Έναν (άρθρο 56) με τα κωλύματα εκλογιμότητας, δηλαδή ιδιότητες που εμποδίζουν αυτόν που τις κατέχει να ανακηρυχθεί υποψήφιος και να εκλεγεί βουλευτής, με στόχο να αποκλεισθεί η αθέμιτη επιρροή στο εκλογικό σώμα και ο άνισος ανταγωνισμός μεταξύ των υποψηφίων (γι αυτό υπάρχει εξαίρεση για τους βουλευτές επικρατείας) κι άλλον έναν (άρθρο 57) με τα ασυμβίβαστα, δηλαδή ιδιότητες ή έργα που ορίζονται ως ασυμβίβαστα με τα καθήκοντα του βουλευτή, επιφέροντας αν συντρέξουν την έκπτωσή του, η οποία βεβαίως επέρχεται και σε περίπτωση απώλειας των προσόντων του εκλέγειν (άρθρο 55 παρ. 2).
Τίποτα από τα παραπάνω δεν καλύπτει σήμερα την προκλητική αντίφαση που προεκτέθηκε. Τι πρέπει να γίνει ώστε να καλυφθεί το κενό; Η απάντηση είναι απλή: Να ορισθεί ρητά στο Σύνταγμα ότι όποιος καταδικαστεί αμετάκλητα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 86Σ, επειδή δηλαδή διέπραξε κάποια αξιόποινη πράξη ως υπουργός, όποια πράξη κι αν είναι αυτή, ανεξάρτητα της ποινικής κύρωσης που του επιβλήθηκε από το αρμόδιο Ειδικό Δικαστήριο, ανεξάρτητα αν καταδικάστηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα, ανεξάρτητα αν, λόγω ελαφρυντικών ή για οποιονδήποτε λόγο, η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν με αναστολή ή μετατράπηκε σε χρηματική, αφού η Δικαιοσύνη διέγνωσε ότι δεν τίμησε την κρίσιμη για τη δημοκρατία μας σχέση εμπιστοσύνης που συνεπάγεται η κορυφαία θέση εξουσίας που του ανατέθηκε, δεν θα μπορεί ποτέ να εκλεγεί βουλευτής κι αν ήδη είναι, να εκπέσει.
Επειδή δε η σκοπιμότητα μιας τέτοιας απαγόρευσης δεν περιορίζεται φυσικά μόνο στους βουλευτές, αλλά προφανώς αφορά ολόκληρο το πολιτικό προσωπικό της χώρας, δηλαδή όλα τα υψηλά πολιτικά αξιώματα που συνδέονται είτε με απευθείας εκλογή απ΄ τον λαό είτε, γενικότερα, με πρωτογενή άσκηση εξουσίας, μια τέτοια απαγόρευση αυτονοήτως θα πρέπει να ισχύει και για τους τοπικούς άρχοντες (ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού), καθώς επίσης και για τις κορυφαίες κυβερνητικές θέσεις, ανεξαρτήτως εάν η ανάληψή τους γίνεται μέσω εκλογής ή διορισμού, δεδομένου μάλιστα ότι για όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις τα προβλεπόμενα στο Σύνταγμα κωλύματα και ασυμβίβαστα αφήνουν το ίδιο κενό. Ήτοι, προτείνεται να προστεθεί στο άρθρο 86Σ, όπως κι αν τελικά διαμορφωθεί, ακόμη μάλιστα κι αν κατά τα λοιπά δεν αλλάξει το περιεχόμενό του, μια τελευταία παράγραφος με το ακόλουθο περίπου περιεχόμενο: «Καταδίκη οποιουδήποτε προσώπου κατ΄ εφαρμογήν του παρόντος άρθρου αποτελεί κώλυμα ανακήρυξής του ως υποψηφίου και εκλογής του ως βουλευτή ή Περιφερειάρχη ή δημάρχου ή περιφερειακού ή δημοτικού συμβούλου, στην περίπτωση δε που κατά τον χρόνο έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης κατέχει κάποιο από τα παραπάνω αξιώματα, η έκδοση της απόφασης επιφέρει αυτοδικαίως την έκπτωσή του από αυτό. Ομοίως, αποτελεί κώλυμα για τον διορισμό του σε θέση υπουργού, αναπληρωτή υπουργού, υπουργού χωρίς χαρτοφυλάκιο, υφυπουργού, καθώς και γενικού ή ειδικού γραμματέα, εάν δε κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης ο καταδικασθείς κατέχει κάποια από τις παραπάνω θέσεις, εκπίπτει αυτοδικαίως από αυτήν.»
4. Είναι αυτονόητο πως η παραπάνω δεν είναι η μόνη δυνατή προσέγγιση για την επίτευξη του βασικού στόχου της απαγόρευσης εκλογής ή διορισμού σε υψηλές πολιτικές θέσεις προσώπων που καταδικάζονται σύμφωνα με το άρθρο 86 Σ και τα ειδικώς προβλεπόμενα στη νομοθεσία περί της ποινικής ευθύνης υπουργών. Για παράδειγμα, θα μπορούσε απλά να θεσπισθεί (με προσθήκη είτε στο άρθρο 86 είτε στο άρθρο 51 του Συντάγματος) ότι μια τέτοια καταδίκη συνεπάγεται στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση και για την εκλογή στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μπορεί επίσης να σκεφτεί κανείς αρκετές ακόμη εναλλακτικές ή και συνδυασμούς αυτών. Το σημαντικό είναι ένα, να αποτυπωθεί με συγκεκριμένο και αποτελεσματικό τρόπο η βούληση του συνταγματικού νομοθέτη προς την κατεύθυνση εξυγίανσης του δημοσίου βίου και εξοβελισμού απ΄ αυτόν οποιουδήποτε προσώπου που με τη σφραγίδα της Δικαιοσύνης αποδεικνύεται ακατάλληλο ν΄ αποτελεί μέλος του.
5. Είναι ίσως αλήθεια ότι η θέσπιση νομικής απαγόρευσης, και δη δια του Συντάγματος, συμμετοχής στα κοινά ενός ανθρώπου που αμετακλήτως έχει κριθεί από την Δικαιοσύνη ότι έχει προδώσει τη σχέση εμπιστοσύνης στην οποία θεμελιώνεται το πολίτευμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, θα έπρεπε κανονικά να είναι περιττή, αφού, όσες επιφυλάξεις κι αν μπορεί να επικαλείται για την ανεξαρτησία και την ευθυκρισία της Δικαιοσύνης, στοιχειώδης συναίσθηση ευθύνης και στοιχειώδεις κανόνες ηθικής στην πολιτική θα ανέμενε κανείς πως θα του επέβαλαν να παραμείνει μακριά από την ανάμειξή του σ΄ αυτήν και μάλιστα από θέσεις εξουσίας, αφού το στίγμα της καταδίκης του και μόνο καθιστά εξ ορισμού ασύμβατη αυτήν την ανάμειξη.[ Αυτό υπονοείται κι απ’ τον π. Πρωθυπουργό Α. Τσίπρα με αφορμή την περίπτωση της καταδίκης του παλιού στενού του συνεργάτη Ν. Παππά, βλ. Ιθάκη, σελ. 604. ] Πλην όμως, όπως έχει δυστυχώς στην πράξη αποδειχθεί, αυτά τα στοιχειώδη απουσιάζουν ακόμη από την θεσμικά ανώριμη χώρα μας και τον δημόσιο βίο της. Γι' αυτό, απέναντι στη δυσπιστία των πολιτών, σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένη, απαιτείται επειγόντως η θέσπιση κανόνων για την ενίσχυση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, αλλά και την προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης, κανόνων συγκεκριμένων, επιτακτικών και ανελαστικών. Η παρούσα πρόταση κινείται προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Επίσκεψη στην Ελλάδα για τις εορταστικές εκδηλώσεις της 85ης επετείου από τη Μάχη της Κρήτης
«Οι πολίτες επιλέγουν βουλευτές για να δίνουν τις μάχες με την παρουσία τους και όχι αποχωρώντας», τόνισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος
Οι δύο πρώην υπουργοί δηλώνουν αθώοι για τις παράνομες επιδοτήσεις
Μια πρόταση για την επικείμενη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, υπέρ της αξιοπιστίας Δικαιοσύνης και πολιτικής
«Είναι γραμμή να υπάρχει συγκάληψη παντού» είπε και ανακοίνωσε την αποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ από τη συζήτηση
Τα βασικά σημεία και ο νέος πολιτικός φορέας με επικεφαλής τη Μαρία Καρυστιανού
10 θεσμικές πρωτοβουλίες που προστατεύουν τους δημοσιογράφους και θωρακίζουν την αγορά των ΜΜΕ
Η λεπτομέρεια που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παραλείψετε
Τι ώρα μπαίνουν τα χρήματα στα ΑΤΜ
Στο μικροσκόπιο τα «μαϊμού» μισθωτήρια
«Όχι» στη σύσταση Προανακριτικής από την πλειοψηφία
Το ανακτορικό σύμπλεγμα, που δεσπόζει στα ονομαστά «Σαράγια της Βασιλοπούλας»
Στη δημοσιότητα το πλήρες κείμενο της διακήρυξης του κόμματος «Ελπίδα για τη Δημοκρατία»
«Ελπίδα για τη δημοκρατία-Ανεξάρτητο Κίνημα Πολιτών» η ονομασία του
Ο δημοσιογράφος συνέδεσε Ρώσους συγγραφείς με τη λογοδοσία και την τιμωρία των ενόχων
Με φόντο τη διαφωνία για τη λειτουργία προσωρινής κλειστής ελεγχόμενης δομής
Η ηθοποιός έγινε ευρύτερα γνωστή τη δεκαετία του ’90 μέσα από τηλεοπτικές σειρές
Όταν η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας παρενέβαινε από τα έδρανα
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.