Πολιτικη & Οικονομια

«Ίδιον ζωτικόν αυτών συμφέρον»

Η ιστορική επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον, η σωστή αντίληψη για την εξωτερική πολιτική, και η αντιφατική κριτική της αντιπολίτευσης

81922-183211.jpg
Παντελής Καψής
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Τζο Μπάιντεν, Κυριάκος Μητσοτάκης
© Chip Somodevilla/Getty Images

Απέναντι στη συναλλακτική αντίληψη στην εξωτερική πολιτική υπερισχύει πάντα εκείνη της συνεργασίας

«Μερικοί από τους συναδέλφους μου θέλουν να σταματήσουν τη βοήθεια στην Τουρκία. Αυτό θα ήταν καταστροφή. Δεν υπάρχει κάποιος αμερικανικός λόγος για τον οποίο οι Τούρκοι δεν πρέπει να έχουν το ένα τρίτο της Κύπρου». (1) Όχι, αυτό δεν ειπώθηκε από αμερικανό αξιωματούχο στη διάρκεια του πρόσφατου ταξιδιού του έλληνα πρωθυπουργού στην Ουάσιγκτον. Πρόκειται για τον Χένρυ Κίσινγκερ ο οποίος ενημερώνει τον νέο αμερικανό πρόεδρο Τζέραλντ Φορντ, το 1974, για τις εξελίξεις στο νησί, λίγο μετά την εισβολή των Τούρκων. Πρόκειται βέβαια για μια κυνική εκτίμηση η οποία αδιαφορεί για κάθε έννοια δικαίου. Βοηθά ωστόσο να κατανοήσουμε μια βασική πλευρά των διεθνών σχέσεων: μια χώρα, ακόμα και μια υπερδύναμη, πολύ δύσκολα θα παρέμβει σε μια διένεξη αν θεωρεί ότι η έκβασή της δεν επηρεάζει τα συμφέροντα της.

Το είχε διατυπώσει πολύ ωραία ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Είναι καλοκαίρι του 1914 και το ερώτημα που απασχολεί την πολιτική ζωή της χώρας είναι αν θα παραμείνει ουδέτερη στην παγκόσμια σύρραξη που έχει ξεσπάσει ή θα ενταχθεί στη συμμαχία της Αντάντ, με τους αγγλογάλλους. Ο Βενιζέλος όπως είναι γνωστό υποστηρίζει τη δεύτερη επιλογή ενώ ο Κωνσταντίνος είναι υπέρ της ουδετερότητας. «Η μόνωσις της Ελλάδος, λεει ο Βενιζέλος, δύναται να διαλύσει την απορίαν εκείνων οι οποίοι έχουν την μωρίαν να ερωτούν διατί ημπορούν κράτη μικρά ως η Ολλανδία, το Βέλγιον, η Ελβετία και τα Σκανδιναυικά, να ζουν να ζουν πλησίον μεγάλων γειτόνων. Εκείνα τα προστατεύει ο ανταγωνισμός  των μεγάλων Δυνάμεων, όστις δεν επιτρέπει εις καμμίαν εξ αυτών να επιβουλευθή την ανεξαρτησίαν των μικρών. Ενώ η κατάκτησις της ελληνικής Μακεδονίας υπό της Βουλγαρίας δεν θα επηρεάσει ζωτικόν συμφέρον ουδεμιάς μεγάλης Δυνάμεως εφόσον η Ελλάς δεν συνδέεται προς τινα των μεγάλων Δυνάμεων ώστε η ελληνική ακεραιότης να αποτελή και ίδιον ζωτικόν αυτών συμφέρον». (2)

Διαφορετικές οι εποχές, διαφορετικά τα διλήμματα, διαφορετικές και οι προτεραιότητες. Η προσέγγιση του Βενιζέλου ωστόσο μας βοηθά να δούμε δυο ριζικά διαφορετικές προσεγγίσεις στην εξωτερική πολιτική. Παρότι είναι εποχή όπου κάθε χώρα προσπαθεί να κρατήσει όσα περισσότερα εδάφη μπορεί, για τον Βενιζέλο προτεραιότητα δεν είναι τα ανταλλάγματα αλλά η ίδια η συμμετοχή στη συμμαχία. Κατανοεί ότι τα οφέλη θα προκύψουν από την εμβάθυνση των σχέσεων, από το να γίνουν τα συμφέροντα της Ελλάδας «ίδιον ζωτικόν αυτών συμφέρον» των μεγάλων δυνάμεων.

Είναι μια προσέγγιση η οποία διαχρονικά ευνόησε την χώρα, με κορυφαία στιγμή την συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τον κατ εξοχήν χώρο δηλαδή όπου η εξωτερική πολιτική ασκείται με βάση κανόνες τους οποίους, τουλάχιστον στη θεωρία αν και όχι πάντα στην πράξη,  οφείλουν όλες οι χώρες να ακολουθούν, ανεξαρτήτως μεγέθους. Δεν είναι λιγότερο «συμφεροντολογική» από άλλες προσεγγίσεις ούτε αποκλείει τα παζάρια μεταξύ των χωρών, το αντίθετο. Κατανοεί ωστόσο ότι το συμφέρον κάθε χώρας υπηρετείται καλύτερα μέσα σε ένα τέτοιο κανονιστικό πλαίσιο. Από την συνεργασία βγαίνουν τελικά όλοι κερδισμένοι ακόμα και αν έρχονται στιγμές που υποχρεώνονται να κάνουν δυσάρεστες επιλογές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα δάνεια προς την Ελλάδα από τα κράτη μέλη την περίοδο της κρίσης. Η διάσωση της χώρας είχε γίνει «ίδιον ζωτικόν αυτών συμφέρον».

Στον αντίποδα αυτής της προσέγγισης βρίσκεται η συναλλακτική αντίληψη για την εξωτερική πολιτική: δίνω για να πάρω. Οι διεθνείς σχέσεις αντιμετωπίζονται σαν ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Δεν παραχωρώ το παραμικρό χωρίς αντάλλαγμα. Δεν υπάρχουν σταθερές επιλογές πέρα από το συνήθως βραχυπρόθεσμο, συμφέρον. Ο σημερινός φίλος είναι πολύ εύκολα ο αυριανός αντίπαλος και τούμπαλιν. Ακόμα και οι διεθνείς οργανισμοί και μαζί οι υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτούς, αντιμετωπίζονται ευκαιριακά.

Κορυφαίος εκπρόσωπος μιας τέτοιας προσέγγισης υπήρξε ο Τραμπ με την περιφρόνηση που έδειχνε για τον ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ ή την Συμφωνία των Παρισίων για το κλίμα. Στην ίδια σχολή βρίσκεται και ο Ερντογάν ο οποίος με μεγάλη ευκολία πραγματοποιεί ακραίες μεταστροφές στην πολιτική του. Οι σχέσεις με τη Ρωσία, το Ισραήλ ή τη Σαουδική Αραβία αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Και βέβαια σήμερα επιχειρεί να αξιοποιήσει την αίτηση ένταξης της Σουηδίας και της Φιλανδίας στο ΝΑΤΟ για να πάρει ότι μπορεί από τις ΗΠΑ. Αν παίξει σωστά τα χαρτιά του σίγουρα μπορεί να κερδίσει ορισμένα από αυτά. Σε βάθος χρόνου όμως, ακόμα και μια μεγάλη χώρα όπως η Τουρκία, είναι δύσκολο να βγει ωφελημένη. Η καλύτερη απόδειξη είναι η Ελλάδα. Γιατί βέβαια οι στρατιωτικές συμμαχίες που τόσο έχουν ενισχύσει την ελληνική θέση, θα είχαν αντιμετωπίσει πολύ μεγαλύτερα εμπόδια αν η Τουρκία δεν είχε γίνει ένας τόσο απρόβλεπτος και κατά συνέπεια αναξιόπιστος εταίρος. Και για το θέμα αυτό, για τις σχέσεις μέσα σε μια συμμαχία, ο Βενιζέλος είναι ίσως επίκαιρος. Το έθνος μου είναι πολύ μικρό για να διαπράξει μια τόσο μεγάλη ατιμία είχε πει όταν προτάθηκε να αθετήσει τις υποχρεώσεις της η Ελλάδα έναντι της Σερβίας. Ισχύει  ως ένα βαθμό και για την Τουρκία: συχνά ο τούρκος πρόεδρος  παθαίνει κρίσεις μεγαλείου συγχέοντας τα μεγέθη και κάνοντας κινήσεις πέρα από τις δυνατότητες του.

Παραδόξως και με αφορμή την επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Ουάσιγκτον, η αντιπολίτευση υιοθέτησε πλήρως την προσέγγιση Τραμπ- Ερντογάν. Αποτυχημένο, λέει, το ταξίδι επειδή δεν πήραμε την δέσμευση των ΗΠΑ ότι δεν θα αναβαθμίσουν τα F-16 της Τουρκίας. Εντάξει δεν πρέπει να τα παίρνουμε όλα τοις μετρητοίς, πολλά λέγονται για να λέγονται. Δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει σοβαρός άνθρωπος ότι οι ΗΠΑ θα καθορίσουν την πολιτική τους έναντι της Τουρκίας, υποκύπτοντας σε κάποιο ελληνικό οιονεί εκβιασμό. Και βέβαια είναι ανεδαφικό να προσδοκά η Ελλάδα ότι μπορεί να αποτρέψει τους τουρκικούς εξοπλισμούς. Άλλωστε ο Τσίπρας, ο οποίος πρώτος  υπέγραψε την αμυντική συμφωνία το 2017, δεν είπε  κουβέντα για τους τουρκικούς εξοπλισμούς στον Τραμπ, όταν τον επισκέφθηκε στο Λευκό Οίκο. Κι ας αφορούσαν τότε, τα πολύ πιο εξελιγμένα F-35. Τα F-16 τον πείραξαν. Κριτική μόνο για λόγους αντιπολίτευσης δηλαδή. Η συναλλακτική αντίληψη για τις διεθνείς σχέσεις βλέπετε, είναι πειρασμός, σου επιτρέπει να βάζεις τον πήχη όπου θέλεις. Ξέρει πολύ καλά ωστόσο ότι το δύσκολο και το πιο αποδοτικό, είναι να κάνεις το δικό σου συμφέρον «ίδιον ζωτικόν αυτών συμφέρον»


1. Στο βιβλίο του Αλέξη Παπαχελά «Ένα σκοτεινό δωμάτιο».

2. Γεωργίου Βεντήρη «Η Ελλάς του 1910-1920»

ΠΡΟΣΦΑΤΑ