Κοινωνια

Καταπάτηση δημόσιων χώρων: Η ανάγκη μεταστροφής μιας αντικοινωνικής νόρμας

Πώς μικρές καθημερινές παραβάσεις μετατρέπονται σε κοινωνική κουλτούρα και υπονομεύουν τη συλλογική συμβίωση

Αριστοτέλης Σταμούλας
Αριστοτέλης Σταμούλας
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Καταπάτηση δημόσιων χώρων: Η ανάγκη μεταστροφής μιας αντικοινωνικής νόρμας
© Michaela / Unsplash

Καταπάτηση δημόσιων χώρων: Από τις αλυσοδεμένες ομπρέλες στα Φλογητά μέχρι τα αυθαίρετα στον δημόσιο χώρο, μια ματιά στη βαθιά ελληνική δυσκολία να σεβαστούμε το κοινό αγαθό

Η ένταση που προκλήθηκε πρόσφατα στα Φλογητά Χαλκιδικής λόγω των αντιδράσεων ντόπιων λουόμενων στην αφαίρεση ομπρελοκαθισμάτων, ξαπλωστρών και συναφούς κινητού εξοπλισμού που είχαν τοποθετήσει μόνιμα (με αλυσίδες και λουκέτα!) στην παραλία, με προφανή σκοπό, ενόψει καλοκαιριού, να έχουν μόνιμα εξασφαλισμένη μία προνομιακή θέση δίπλα στο κύμα, νομίζω ότι άφησε άναυδους τους περισσότερους, αν όχι όλους, όσοι παρατηρούμε εδώ και χρόνια ένα φαινόμενο που δεν λέει να εξαλειφθεί.

Και που δεν είναι μόνο προκλητικό και εξοργιστικό, αλλά συνάμα παράνομο, καθώς τα εν λόγω αντικείμενα, όταν τοποθετούνται ως σταθερές κατασκευές, χαρακτηρίζονται πλέον από την ισχύουσα νομοθεσία ως ρύποι που πρέπει να απομακρύνονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπους δήμων.

Το ουσιαστικό πρόβλημα με τέτοιες συμπεριφορές δεν είναι ότι αποσκοπούν στην —έτσι κι αλλιώς ακατανόητη— αποφυγή της κούρασης από την καθημερινή μεταφορά μίας ομπρέλας μετά των συνοδευτικών της προς/από την παραλία, αλλά ότι διαιωνίζουν μία αυτόκλητη πεποίθηση που διακατέχει ορισμένους ιδιοκτήτες μόνιμων ή εξοχικών κατοικιών ότι, επειδή ακριβώς δεν είναι επισκέπτες-περαστικοί της περιοχής, τους ανήκουν δικαιωματικά όχι μόνο ένα μέρος της παρακείμενης παραλίας, το οποίο αυθαίρετα εκλαμβάνουν ως αυτονόητη επέκταση της επένδυσής τους, αλλά επίσης η επιλογή της καλύτερης δυνατής θέσης, όσο και η διατήρησή της καθ’ όλο το διάστημα που επιθυμούν να τη χρησιμοποιούν.

Είναι, μάλιστα, από τις κλασικές περιπτώσεις μίας ιδιότυπης «ομερτά» ανάμεσα σε κατοίκους, που ενώ μπορεί να αλληλοκατηγορούνται και να «σφάζονται» κυριολεκτικά για πλείστα άλλα πρακτικά ζητήματα που σχετίζονται με τα όρια και τη χρήση γης γύρω από τις ιδιοκτησίες τους (κλεισίματα ημιυπαίθριων, περιφράξεις, δικαιώματα προσβάσεων και διελεύσεων, γεωτρήσεις και κοινές παροχές νερού, αυθαίρετες κατασκευές κ.λπ.), εδώ ως διά μαγείας συμμαχούν σιωπώντας, ακριβώς επειδή τους ενώνει ο ιερός στόχος της κοινής ωφέλειας.

Ανάλογα φαινόμενα, που όχι μόνο αντιτίθενται στη νομοθεσία, αλλά επιτίθενται βάναυσα στους όρους της κοινής συνύπαρξης και του αλληλοσεβασμού, παρατηρούνται σε πολλές άλλες περιπτώσεις της καθημερινότητας: από την τοποθέτηση προστατευτικών εμποδίων για τη δέσμευση θέσεων στάθμευσης στον δρόμο, μέχρι την κατασκευή σταθερών στεγάστρων, αυλόγυρων ή σκαλοπατιών που κλείνουν το πεζοδρόμιο και εμποδίζουν τους πεζούς. Και από τη λίγο-λίγο μετατόπιση των ορίων περίφραξης για το μεγάλωμα μίας εξοχικής κατοικίας, μέχρι το απερίσκεπτο μπάζωμα ή το χτίσιμο πάνω σε φυσικά ρέματα με σκοπό την αύξηση της επιφάνειας ενός οικοπέδου.

Θα πρόσθετα ως επιπλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα ακραίας έλλειψης αστικού πολιτισμού την οδήγηση στη ΛΕΑ και τα σκουπίδια έξω από τον κάδο (ή το παράθυρο του αυτοκινήτου, όταν οδηγούμε).

Όλα τα παραπάνω συνοψίζουν μία κατά το δοκούν αντίληψη για την έννοια του δημόσιου χώρου όχι ως αγαθού που συμβάλλει στην ανάπτυξη της κοινωνικής ζωής, αλλά ως διαθέσιμου αποθέματος για ατομική εκμετάλλευση. Αλλά και για τον ιδιοτελή τρόπο που τον αντιμετωπίζουμε, αναλόγως της επιδίωξης ή του συμφέροντος που, με θράσος και αδιαφορία προς τις αρχές της κοινωνικής συμβίωσης, θέλουμε κάθε φορά να ικανοποιήσουμε.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται κάποιες θετικές παρεμβάσεις στα θεσμικά πεδία της νομοθέτησης προς έναν ορθολογικότερο πολεοδομικό σχεδιασμό και προς μία ισχυρότερη προστασία του δημόσιου χώρου, των αυξημένων ελέγχων για παράνομες καταλήψεις, αλλά και της αξιοποίησης ψηφιακών εργαλείων για τον ευκολότερο εντοπισμό παραβάσεων από τις αρμόδιες αρχές ή την καταγγελία τους από ενδιαφερόμενους πολίτες που θέλουν πραγματικά να μπουν σε έναν τέτοιο κόπο.

Ωστόσο, η επίτευξη ακόμα μεγαλύτερης και σε καθολικότερο βαθμό ευαισθητοποίησης των πολιτών, που είναι η πρώτη «γραμμή άμυνας» και το απώτερο ζητούμενο, σίγουρα θα χρειαστεί κάποιο χρόνο, δεδομένου ότι η έλλειψη σεβασμού στον δημόσιο χώρο —διότι περί αυτού πρόκειται— είναι το αποτέλεσμα όχι μόνο σοβαρών θεσμικών κενών και παραλείψεων που έρχονται ως «προίκα» από το παρελθόν, αλλά επιπλέον ενός συνδυασμού βαθύτερων κοινωνικών, πολιτισμικών και ψυχολογικών παραγόντων, πάνω στους οποίους στηρίχθηκε και εδραιώθηκε ένας έντονος διχασμός μεταξύ της φροντίδας του ιδιωτικού και της αμέλειας προς τον δημόσιο χώρο (που εντάσσεται, θα λέγαμε, στο ευρύτερο πλαίσιο μίας φιλοσοφικής συζήτησης περί ατομικού συμφέροντος και συλλογικών αγαθών).

Μία σκέψη είναι ότι προς αυτή την κατεύθυνση συνέβαλαν αρκετά η αντίληψη περί ιδιωτικής περιουσίας, που στην Ελλάδα ιστορικά έχει συνδεθεί με την έντονη επιθυμία της ιδιοκατοίκησης, καθώς και η αμφιθυμία, από την οποία συχνά αυτή συνοδεύεται: ο πολίτης εξαντλεί όλο το πάθος και τις δυνάμεις του στην προστασία της δικής του περιουσίας, λόγω του ότι την απέκτησε με κόπους, βάσανα και θυσίες, και τηρεί χαλαρότερη στάση απέναντι στον δημόσιο χώρο, για τον οποίο δεν διδάχτηκε —από την οικογένεια, το σχολείο, το καλό κοινωνικό παράδειγμα— να τρέφει ανάλογα αισθήματα έγνοιας, φροντίδας και προσοχής.

Σε μία τέτοια ανισοβαρή σχέση, η έννοια της συλλογικής ιδιοκτησίας όχι μόνο δεν βρήκε πρόσφορο πεδίο να αναπτυχθεί ισόρροπα προς το ιδιωτικό «ταίρι» της, αλλά παραχώρησε σχεδόν αμαχητί τη θέση της σε αντιλήψεις του δημόσιου χώρου ως «κανενός» (άρα, εκτεθειμένου στις ορέξεις και τις διεκδικήσεις οποιουδήποτε), αντί ως «όλων μας».

Η απουσία ισχυρών συλλογικών θεωρήσεων περί του δημόσιου χώρου και, ακόμα περισσότερο, η γενικευμένη εικόνα υποβάθμισής του με ευθύνη του ίδιου του κράτους (κακή κατασκευαστική ποιότητα, πλημμελής συντήρηση ή πλήρης εγκατάλειψη δημόσιων υποδομών) χαμήλωσαν πολύ τον πήχη της εκτίμησης των πολιτών και, στη θέση της, ενίσχυσαν τον ατομικισμό, προτεραιοποίησαν την προσωπική ευκολία και καλλιέργησαν τη νοοτροπία της προσωπικής βολής.

Επιπροσθέτως, η αίσθηση ατιμωρησίας και ανοχής απέναντι σε μικρές και μεγάλες κακοποιητικές συμπεριφορές σε βάρος του δημόσιου χώρου, που ήταν διάχυτη σε προηγούμενες δεκαετίες, ανήγαγε την κανονικοποίηση της παραβατικότητας σε πολιτισμικό πρότυπο και καθιερωμένη κοινωνική νόρμα, δημιουργώντας μιμητικές συμπεριφορές που, υπό το πέπλο της ανωνυμίας που εξ ορισμού προσφέρει η δημόσια σφαίρα, απλώς βρήκαν γόνιμο έδαφος να πολλαπλασιαστούν και να ριζώσουν.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, παρά τις προσπάθειες δημιουργίας νέων συνθηκών και σχηματισμού διαφορετικών αντιλήψεων σε σχέση με το παρελθόν, η ανάπτυξη κουλτούρας προστασίας και σεβασμού του κοινού χώρου στην Ελλάδα παραμένει ακόμα ελλειμματική υπόθεση, αν και με όρους ποιότητας της δημοκρατίας (στη χώρα που τη γέννησε) και λειτουργικής καθημερινής συμβίωσης (στη χώρα που την έχει τόσο ανάγκη) θα μπορούσε να είναι ιδανικά αυτονόητη και κοινωνικά αναμενόμενη.

Διότι δεν είναι μόνο ότι, όταν ο δημόσιος χώρος γίνεται αντικείμενο σεβασμού και παραμένει πραγματικά κοινόχρηστος και ανοιχτά προσβάσιμος, ενισχύονται αξίες όπως η κοινωνική συνοχή, η ισότητα και η ενεργός συμμετοχή των πολιτών, αλλά και ότι η τήρηση ορισμένων βασικών εθιμικών κανόνων συμπεριφοράς, διαμορφωμένων μέσω της μακροχρόνιας και επαναλαμβανόμενης εφαρμογής ενός ευνόητου κοινωνικού συμβολαίου, θα κατέληγε σχεδόν με βεβαιότητα σε ένα έστω στοιχειώδες ενδιαφέρον για την ποιότητα των μεταξύ μας σχέσεων και στη δημιουργία αισθημάτων εκτίμησης του χώρου, στον οποίο αυτές αναπτύσσονται, ακόμα και χωρίς την ανάγκη κάτι τέτοιο να συνιστά μία έξωθεν —νομοθετικά επιβεβλημένη— υποχρέωση.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY