Κοσμος

Παγκόσμια αταξία και μικρομεσαία κράτη

Η πρόκληση της ελληνικής στρατηγικής ανθεκτικότητας

Παγκόσμια αταξία και μικρομεσαία κράτη
© Antoine Schibler / Unsplash

Το πέρασμα από τις περιοδικές «διακυμάνσεις» στη συνθήκη της μόνιμης αβεβαιότητας και το διεθνές σύστημα ως γεννήτρια κρίσεων

Η διεθνής πολιτική εισέρχεται σε μια ιστορική φάση κατά την οποία η αβεβαιότητα παύει να αποτελεί παρέκκλιση και μετατρέπεται σε δομικό χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος. Η μεταψυχροπολεμική τάξη, η οποία στηρίχθηκε σε έναν συνδυασμό αμερικανικής ηγεμονίας, θεσμικής πολυμέρειας και σχετικής κανονιστικής συναίνεσης, αποδομείται σταδιακά χωρίς να αντικαθίσταται από ένα νέο, συνεκτικό σύστημα κανόνων. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια περίοδος αυξημένης αστάθειας, αλλά η εγκαθίδρυση μιας συνθήκης παγκόσμιας αταξίας, όπου πολλαπλές κρίσεις τέμνονται, αλληλοτροφοδοτούνται και παράγουν ένα περιβάλλον μόνιμης απροσδιοριστίας.

Η διεθνής πολιτική δεν διέρχεται απλώς περίοδο εντάσεων, αλλά φάση δομικής μετάβασης από μια ατελή αλλά αναγνωρίσιμη «διεθνή τάξη» σε μια συνθήκη συστηματικής αταξίας. Το μεταψυχροπολεμικό πλαίσιο — ηγεμονική ισχύς, θεσμική αρχιτεκτονική, παγκοσμιοποιημένη οικονομία και η προσδοκία λειτουργικών κανόνων — αποδομείται χωρίς να αντικαθίσταται από νέα συνεκτική σταθερότητα. Η «παγκόσμια αταξία» δεν σημαίνει απουσία κανόνων, αλλά κανονικοποίηση της αστάθειας: αλληλένδετες κρίσεις, μη γραμμικές σχέσεις αιτίου–αποτελέσματος και μετατόπιση της πολιτικής από την πρόληψη στη διαρκή αντίδραση.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ισχύς επανέρχεται στο προσκήνιο ως βασικός μηχανισμός ρύθμισης των διεθνών σχέσεων. Η μονομερής χρήση στρατιωτικής βίας, η αναθεωρητική συμπεριφορά κρατών και η συστηματική εργαλειοποίηση κρίσιμων πεδίων –ενέργειας, πληροφορίας, τεχνολογίας, εφοδιαστικών αλυσίδων– υπονομεύουν τη συλλογική ασφάλεια και διαβρώνουν την έννοια της διεθνούς νομιμότητας. Το διεθνές δίκαιο δεν καταργείται· εξακολουθεί να επικαλείται, αλλά εφαρμόζεται επιλεκτικά, με αποτέλεσμα να χάνει τον κανονιστικό του χαρακτήρα και να μετατρέπεται σε εργαλείο ρητορικής νομιμοποίησης. Η προβλεψιμότητα υποχωρεί και η κρίση παύει να είναι εξαίρεση, μετατρεπόμενη σε μόνιμη συνθήκη του συστήματος.

Η παγκόσμια αταξία δεν εκδηλώνεται μόνο με στρατιωτικούς όρους. Ο σύγχρονος ανταγωνισμός είναι υβριδικός και πολυεπίπεδος. Η ενέργεια χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης μέσω τιμών, ροών και υποδομών. Η πληροφορία μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης μέσω παραπληροφόρησης, πόλωσης και υπονόμευσης της εμπιστοσύνης. Η τεχνολογία, από την τεχνητή νοημοσύνη έως την κυβερνοασφάλεια και τον έλεγχο δεδομένων, αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα. Σε αυτό το πλαίσιο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος κερδίζει μια σύγκρουση, αλλά ποιος μπορεί να διατηρεί αντοχές, επιλογές και συνοχή υπό διαρκή πίεση.

Το ποιοτικό πέρασμα από τις περιοδικές «διακυμάνσεις» στη συνθήκη της μόνιμης, δομικής αβεβαιότητας έχει καθοριστικές συνέπειες για τη στρατηγική σκέψη και πρακτική. Όταν το διεθνές σύστημα παύει να σταθεροποιείται και λειτουργεί ως συνεχής γεννήτρια κρίσεων, η αποκλειστική επένδυση στη διαχείριση κρίσεων μετατρέπεται σε παθητική στάση· τα κράτη που περιορίζονται στο crisis management δεν διαμορφώνουν εξελίξεις, αλλά αναγκάζονται να τις ακολουθούν, με διαρκή απώλεια πρωτοβουλίας.

Για τα μικρομεσαία κράτη, το περιβάλλον αυτό είναι ιδιαίτερα επισφαλές. Από τη μία πλευρά, αποδυναμώνεται η προστατευτική λειτουργία της κανονιστικής διεθνούς τάξης, καθώς οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά και υπό το βάρος συσχετισμών ισχύος. Από την άλλη, αυξάνεται δραστικά η σημασία της στρατηγικής ικανότητας: της οικοδόμησης αξιόπιστων συμμαχιών, της ενίσχυσης της θεσμικής και κοινωνικής ανθεκτικότητας και της δυνατότητας να διατηρούνται επιλογές σε συνθήκες πίεσης και αβεβαιότητας.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μία από τις πλέον «συμπιεσμένες» και ασταθείς γεωπολιτικές ζώνες της Ευρώπης, στο σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, των Βαλκανίων και της ευρύτερης περιμέτρου της Μαύρης Θάλασσας. Η θέση αυτή σημαίνει ότι η διεθνής αταξία δεν παραμένει αφηρημένη ή μακρινή, αλλά μεταφράζεται άμεσα σε αυξημένες πιέσεις ασφάλειας και αποτροπής, σε διαρκείς μεταβολές των περιφερειακών ισορροπιών, σε ενεργειακές και μεταναστευτικές προκλήσεις, καθώς και σε ενισχυμένη έκθεση σε υβριδικές απειλές.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται μια κρίσιμη και συχνά υποτιμημένη διάσταση της εθνικής ασφάλειας: η εσωτερική ανθεκτικότητα. Η παγκόσμια αταξία, ωστόσο, δεν παράγει μόνο εξωτερικές απειλές. Παράγει και ισχυρές εσωτερικές πιέσεις. Η ακρίβεια, η ενεργειακή ανασφάλεια, η εργασιακή επισφάλεια και η διάχυτη αίσθηση απώλειας ελέγχου υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή. Σε αυτό το περιβάλλον, η παραπληροφόρηση και η συναισθηματική υπεραπλούστευση δεν λειτουργούν απλώς ως επικοινωνιακά φαινόμενα, αλλά ως πολιτικοί καταλύτες δυσπιστίας και πόλωσης. Η κρίση μεταφέρεται από το πεδίο της εξωτερικής πολιτικής στο εσωτερικό της δημοκρατίας.

Η θεσμική κόπωση που παρατηρείται στην Ελλάδα – και ευρύτερα στην Ευρώπη – δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς σε λαϊκισμό ή κοινωνική «αχαριστία». Αντανακλά ένα βαθύ χάσμα μεταξύ πολιτικών αποφάσεων και κοινωνικής εμπειρίας. Όταν οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι κρίσιμες επιλογές λαμβάνονται σε επίπεδα που δεν ελέγχουν ούτε κατανοούν, η δημοκρατική νομιμοποίηση διαβρώνεται. Αυτό το κενό δεν καλύπτεται με περισσότερη επικοινωνία, αλλά με ουσιαστική πολιτική που επανασυνδέει τη στρατηγική με την καθημερινότητα.

Σε συνθήκες υβριδικού ανταγωνισμού, η εθνική ισχύς δεν αποτιμάται αποκλειστικά με όρους στρατιωτικών δυνατοτήτων ή εξοπλισμών. Κρίσιμος «σκληρός» παράγοντας ισχύος καθίσταται η εσωτερική ανθεκτικότητα: η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, η κοινωνική συνοχή, η λειτουργική δημόσια σφαίρα, η παραγωγική και ενεργειακή αντοχή, καθώς και η ικανότητα του κράτους να συντονίζει πολιτικές και να πείθει την κοινωνία. Ένα κράτος που εμφανίζει εσωτερική ευθραυστότητα μετατρέπεται αναπόφευκτα σε εξωτερικά ευάλωτο, όχι λόγω έλλειψης βούλησης, αλλά επειδή στερείται της κοινωνικής και θεσμικής βάσης που απαιτείται για τη στήριξη μακροπρόθεσμων στρατηγικών επιλογών.

Σε αυτό το πλαίσιο, η δημοκρατική νομιμοποίηση αναδεικνύεται σε θεμελιώδες στρατηγικό προαπαιτούμενο. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απομονωμένο πεδίο «ειδικών», αποσυνδεδεμένο από την κοινωνική εμπειρία, ιδίως όταν οι κοινωνίες καλούνται να απορροφήσουν οικονομικό, ενεργειακό, ψυχολογικό ή και αξιακό κόστος. Ελλείψει νομιμοποίησης, οι στρατηγικές επιλογές καθίστανται ευάλωτες σε αντι-συστημικές αφηγήσεις, η πόλωση υπονομεύει τη συνέπεια της πολιτικής και η διεθνής αξιοπιστία πλήττεται, καθώς οι εταίροι αντιλαμβάνονται εσωτερική αστάθεια. Η νομιμοποίηση, συνεπώς, δεν είναι προϊόν επικοινωνιακής διαχείρισης, αλλά αποτέλεσμα πολιτικής πρακτικής που γεφυρώνει αποφάσεις και κοινωνική πραγματικότητα.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζει η ενημέρωση και η λειτουργία της δημόσιας σφαίρας, η οποία σε ένα περιβάλλον πληροφοριακού ανταγωνισμού συνιστά πεδίο ασφάλειας. Όταν η είδηση συγχέεται με τη γνώμη, η ένταση υπερισχύει της τεκμηρίωσης και ο δημόσιος λόγος κατακερματίζεται σε απομονωμένες «φυλές» πληροφόρησης, η κοινωνία χάνει την ικανότητα συγκρότησης κοινής κατανόησης. Χωρίς αυτήν, δεν μπορεί να υπάρξει συλλογική στρατηγική. Η επένδυση στην ποιοτική ενημέρωση και στον ειδησεογραφικό γραμματισμό δεν αποτελεί πολιτιστική πολυτέλεια, αλλά κρίσιμο στοιχείο εθνικής ανθεκτικότητας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα δεν διαθέτει την πολυτέλεια της γεωπολιτικής «απόστασης». Λειτουργεί ως κράτος πρώτης γραμμής απέναντι στις συνέπειες της διεθνούς αταξίας, ακόμη και όταν δεν αποτελεί τον βασικό πρωταγωνιστή των κρίσεων που τη γεννούν. Αυτό καθιστά τη στρατηγική πρόβλεψη, την ανθεκτικότητα και τη διαρκή προσαρμογή όχι επιλογές πολιτικής άνεσης, αλλά δομικές προϋποθέσεις εθνικής ασφάλειας και σταθερότητας.

Κι όμως, η κυρίαρχη πολιτική προσέγγιση παραμένει σε μεγάλο βαθμό αντιδραστική. Η έμφαση δίνεται στη διαχείριση κρίσεων, στην αποτροπή του χειρότερου σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα και στη διαχείριση της επικοινωνίας. Αυτή η λογική, αν και συχνά αναγκαία, δεν συνιστά στρατηγική. Η διαρκής ετοιμότητα για κρίση δεν υποκαθιστά τη μακροπρόθεσμη πολιτική σκέψη. Αντιθέτως, εγκλωβίζει τη χώρα σε έναν φαύλο κύκλο προσωρινών λύσεων, απώλειας πρωτοβουλίας και θεσμικής φθοράς, όπου η πολιτική περιορίζεται στη διαχείριση συνεπειών αντί στη διαμόρφωση πλαισίου.

Η διαχείριση κρίσεων αποτελεί αναγκαία και αναπόφευκτη λειτουργία κάθε σύγχρονου κράτους. Όταν, όμως, αναγορεύεται σε κυρίαρχο υπόδειγμα διακυβέρνησης, παράγει συγκεκριμένες και σωρευτικές παθογένειες. Ο πολιτικός ορίζοντας συρρικνώνεται στο βραχυπρόθεσμο «σβήσιμο πυρκαγιών», η χώρα χάνει την πρωτοβουλία των κινήσεων και εγκλωβίζεται στο πεδίο που ορίζουν άλλοι δρώντες, ενώ οι θεσμοί υφίστανται φθορά, καθώς καλούνται να λειτουργούν διαρκώς σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Παράλληλα, η έμφαση μετατοπίζεται από τον ουσιαστικό έλεγχο στην επικοινωνιακή του αναπαράσταση, με την «εικόνα διαχείρισης» να υποκαθιστά τη στρατηγική ουσία.

Η στρατηγική, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με τη διαχείριση κρίσεων· η τελευταία είναι τακτική, ενώ η πρώτη αφορά τη μακρά διάρκεια. Στρατηγική σημαίνει την ικανότητα να ορίζονται προτεραιότητες, να δημιουργούνται και να διατηρούνται επιλογές, να οικοδομούνται αντοχές και να μετατρέπεται η αβεβαιότητα σε πεδίο οργανωμένης διαχείρισης κινδύνου. Δεν προϋποθέτει την πρόβλεψη του μέλλοντος, αλλά την αποτελεσματική λειτουργία χωρίς βεβαιότητες, μέσα από θεσμοθετημένες εθνικές προτεραιότητες, μόνιμους μηχανισμούς στρατηγικής ανάλυσης, δυνατότητα ταχείας προσαρμογής χωρίς αυτοσχεδιασμό και ισχυρή θεσμική μνήμη. Με αυτή την έννοια, η στρατηγική συνιστά την τέχνη της δομημένης ελευθερίας: ελευθερία κινήσεων που εδράζεται σε κανόνες, θεσμούς και βάθος χρόνου.

Παράλληλα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα σαφές έλλειμμα στη δημόσια διπλωματία της. Η δημόσια διπλωματία της Ελλάδας έχει παρουσιάσει βελτιώσεις τα τελευταία χρόνια, ωστόσο συχνά παραμένει εγκλωβισμένη σε μια αμυντική λογική αντι-αφήγησης: απάντηση σε προκλήσεις, διάψευση ισχυρισμών και διαχείριση εντυπώσεων. Η πρακτική αυτή είναι αναγκαία, αλλά δεν επαρκεί σε ένα περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού αφηγημάτων, όπου ισχύει ένας βασικός κανόνας: όποιος απλώς απαντά, δεν ορίζει την ατζέντα. Αυτό που απαιτείται είναι ένα θετικό, συνεκτικό και μακράς πνοής αφήγημα που να παρουσιάζει την Ελλάδα ως πυλώνα θεσμικής σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, ως κόμβο πράσινης ενέργειας και διασυνδεσιμότητας, ως χώρο γνώσης, εκπαίδευσης, πολιτισμού και καινοτομίας, και ως αξιόπιστο εταίρο που παράγει δημόσια αγαθά, όπως ασφάλεια, διάλογο και συνεργασίες. Η προσέγγιση αυτή δεν συνιστά «branding», αλλά διαδικασία στρατηγικής συσσώρευσης αξιοπιστίας.

Η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας στρατηγικής προϋποθέτει, ωστόσο, θεσμική συνέχεια και διάρκεια, στοιχεία που συχνά υπονομεύονται από τον βραχυπρόθεσμο ορίζοντα των εκλογικών κύκλων. Η στρατηγική απαιτεί χρόνο για να αποδώσει και, ως εκ τούτου, η Ελλάδα χρειάζεται μηχανισμούς που να διασφαλίζουν τη συνέχεια των βασικών εθνικών προτεραιοτήτων, τη διατήρηση θεσμικής μνήμης, τη συστηματική αξιολόγηση πολιτικών και μια ελάχιστη διακομματική συναίνεση σε κρίσιμα πεδία, όπως η άμυνα, η ενέργεια, η παιδεία, η ψηφιακή ασφάλεια και το δημογραφικό. Χωρίς αυτή τη διάρκεια, η στρατηγική κινδυνεύει να περιοριστεί σε ρητορικό σύνθημα· με αυτήν, μετατρέπεται σε ουσιαστική κρατική ικανότητα.

Η μετάβαση από το crisis management στον στρατηγικό σχεδιασμό δεν αποτελεί αφηρημένη ή θεωρητική επιλογή, αλλά συνεπάγεται συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις. Απαιτεί έναν εθνικό ορίζοντα δεκαετίας με σαφώς ορισμένες προτεραιότητες και μετρήσιμους δείκτες σε τομείς όπως η ενέργεια, η άμυνα, η ψηφιακή ασφάλεια, το δημογραφικό και η παιδεία· θεσμοθετημένες και μόνιμες δομές στρατηγικής ανάλυσης και αξιολόγησης κινδύνων· συστηματική επένδυση στην εσωτερική ανθεκτικότητα μέσω της ενίσχυσης της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, της στοχευμένης κοινωνικής πολιτικής και της προστασίας κρίσιμων υποδομών· καθώς και ολοκληρωμένη προσέγγιση στην πληροφοριακή ασφάλεια, με στήριξη της ποιοτικής ενημέρωσης, προγράμματα media literacy και ενίσχυση της κυβερνοανθεκτικότητας. Η ευελιξία, τέλος, είναι αναγκαία, αλλά μόνο όταν στηρίζεται σε έναν σταθερό στρατηγικό πυρήνα που διασφαλίζει τη συνοχή της πολιτικής μέσα στον χρόνο.

Παγκόσμια αταξία και μικρομεσαία κράτη

Η παγκόσμια αταξία μεταβάλλει ριζικά τους όρους υπό τους οποίους δρουν τα μικρομεσαία κράτη. Σε ένα διεθνές σύστημα όπου η προβλεψιμότητα μειώνεται, οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά και η ισχύς επανέρχεται ως κεντρικός ρυθμιστικός παράγοντας, τα κράτη που δεν διαθέτουν στρατιωτικό, οικονομικό ή δημογραφικό βάρος μεγάλης κλίμακας δεν μπορούν να βασιστούν ούτε στη λογική της αυτόματης προστασίας από το διεθνές δίκαιο ούτε στη διαχείριση κρίσεων ως μόνιμο υποκατάστατο στρατηγικής. Για τα μικρομεσαία κράτη, η απουσία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού δεν συνεπάγεται απλώς απώλεια επιρροής, αλλά αυξημένο κίνδυνο περιθωριοποίησης, εξαναγκασμού και απορρόφησης πιέσεων που διαμορφώνονται αλλού.

Σε αυτό το περιβάλλον, η στρατηγική ανθεκτικότητα λειτουργεί ως ο βασικός πολλαπλασιαστής ισχύος των μικρομεσαίων κρατών. Η θεσμική συνέχεια, η συνέπεια της εξωτερικής πολιτικής, η αξιοπιστία των δεσμεύσεων και η εσωτερική συνοχή αποκτούν βαρύτητα δυσανάλογη του μεγέθους τους. Ένα μικρομεσαίο κράτος που διαθέτει σαφείς εθνικές προτεραιότητες, λειτουργικούς μηχανισμούς στρατηγικής ανάλυσης και ικανότητα συντονισμού πολιτικών καθίσταται προβλέψιμος και αξιόπιστος εταίρος. Με αυτόν τον τρόπο, δεν περιορίζεται στο να αναζητά προστασία, αλλά μπορεί να παράγει σταθερότητα, να προσφέρει δημόσια αγαθά και να ενσωματώνεται ενεργά σε σχήματα συνεργασίας, αυξάνοντας τον βαθμό στρατηγικής του αυτονομίας.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη: τα μικρομεσαία κράτη που επενδύουν αποκλειστικά στην ευελιξία χωρίς στρατηγικό πυρήνα καταλήγουν συχνά σε διαρκή προσαρμογή χωρίς κατεύθυνση, εκτεθειμένα σε εξωτερικές μετατοπίσεις ισχύος. Αντίθετα, εκείνα που επενδύουν στη θεσμική μνήμη, στη δημοκρατική νομιμοποίηση και στην ποιότητα του δημόσιου λόγου αποκτούν την ικανότητα να αντέχουν κόστος, να διαχειρίζονται πιέσεις και να αποφεύγουν στρατηγικούς εγκλωβισμούς. Η εσωτερική ανθεκτικότητα, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι «ήπια» παράμετρος, αλλά σκληρός συντελεστής εξωτερικής ισχύος.

Υπό αυτό το πρίσμα, το διακύβευμα για την Ελλάδα και για τα μικρομεσαία κράτη πρώτης γραμμής δεν είναι η επιστροφή σε μια διεθνή τάξη που παρήλθε, αλλά η ικανότητα λειτουργίας σε ένα σύστημα χωρίς σταθερές. Η επιλογή ανάμεσα στη διαρκή διαχείριση κρίσεων και στη συγκρότηση στρατηγικής ανθεκτικότητας αποκτά υπαρξιακό χαρακτήρα. Σε έναν κόσμο όπου οι εξελίξεις επιταχύνονται και οι βεβαιότητες διαβρώνονται, τα μικρομεσαία κράτη που θα επιβιώσουν και θα διατηρήσουν χώρο ελιγμών δεν θα είναι εκείνα που «προέβλεψαν σωστά», αλλά εκείνα που επένδυσαν εγκαίρως σε θεσμούς, γνώση, κοινωνική συνοχή και στρατηγική διάρκεια.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY