Βιβλιο

Sans voir της Ελένης Γκίκα: Κατάδυση στο προσωπικό αρχείο της μνήμης

Η συγγραφέας προσπαθεί να κατανοήσει πώς επιλέγουμε αυτούς που αγαπάμε και αν είναι ο έρωτας μονόδρομος, χρέος ή ποινή, τι είναι πεπρωμένο, και πώς λειτουργεί ο κύκλος του εθισμού

Εύα Στάμου
Εύα Στάμου
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
«sans voir» της Ελένης Γκίκα, εκδόσεις Αρμός

Το βιβλίο «sans voir» της Ελένης Γκίκα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός

Ακολουθώντας τη σημαντική παράδοση της autofiction, όπου ο αναγνώστης δύσκολα διακρίνει σε ποιο βαθμό η ιστορία είναι πραγματική ή επινοημένη, η Ελένη Γκίκα μας παραδίδει ένα μυθιστόρημα για την ανατομία μιας παθιασμένης σχέσης που αντέχει στο χρόνο, ένα αφήγημα μνήμης, έρωτα και πένθους.

Καταθέτοντας τα βιώματά της με την αμεσότητα και την ειλικρίνεια που θα ευχόταν ο κάθε ψυχαναλυτής για τους θεραπευόμενούς του, η συγγραφέας αναλύει τη μυθολογία του εαυτού της, επιχειρώντας μια κατάδυση στο προσωπικό της αρχείο.

Δίχως να ενδιαφέρεται τόσο για την ακριβή ακολουθία των γεγονότων όσο για την αναγνωστική ένταση που δημιουργείται από την εστίαση σε στιγμές που έχουν σημασία, η Ελένη Γκίκα προσπαθεί να κατανοήσει πώς επιλέγουμε αυτούς που αγαπάμε και αν είναι ο έρωτας μονόδρομος, χρέος ή ποινή, τι είναι πεπρωμένο, καθώς και πώς λειτουργεί ο κύκλος του εθισμού - στο αλκοόλ, στον έρωτα, στον άλλο.

Χρησιμοποιώντας ως ερμηνευτικό εργαλείο της τη λογοτεχνία προσεγγίζει τα ίδια γεγονότα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, σα να στέκεται πότε πιο κοντά πότε πιο μακριά, ρυθμίζοντας τον ευρυγώνιο φακό της ώστε να εστιάζει στα περιστατικά της πρώτης συνάντησης με τον εραστή της, της πρότασης γάμου, και του τραυματικού γεγονότος που είχε βιώσει όταν ήταν ακόμα μικρό κορίτσι περπατώντας στη γειτονιά της με την κούκλα στο χέρι, εξασφαλίζοντας για τον αναγνώστη μια σειρά εντυπωσιακών λήψεων.

Προκειμένου να ανακαλύψει τη δική της ταυτότητα, η ηρωίδα συνειδητοποιεί πως πρέπει να αναλύσει και να κατανοήσει την ταυτότητα των ανθρώπου που έχει σημαδέψει τη ζωής της ανεξίτηλα, του μεγάλου έρωτά της, του Σπύρου.

Με ύφος εξομολογητικό, γραφή λυρική, και συγκινητική ειλικρίνεια, η συγγραφέας θα παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι συνειδητοποίησης που είναι αδύνατον να τον αφήσει ανεπηρέαστο, χωρίς να συλλογιστεί και εκείνος τους δικούς του έρωτες, τις εμμονές, τους εθισμούς, τα φαντάσματα της παιδικής ηλικίας και αγαπημένους του που έχουν πια χαθεί.

Ο έρωτας των δύο πρωταγωνιστών ακολουθεί την πορεία του, το ίδιο και ο κύκλος του δικού του εθισμού στο ποτό. Δεν αντέχουν στιγμή ο ένας μακριά από τον άλλο μα χωρίς να έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τον εαυτό τους, αφήνονται σε έναν ατέρμονο κύκλο που επαναλαμβάνεται με αποτέλεσμα η συναισθηματική εγγύτητα και το πάθος να ακολουθούνται από μεγάλα διαστήματα συναισθηματικής απόσυρσης ή φυσικής απομάκρυνσης, καθαρά για λόγους αυτοπροστασίας και επιβίωσης. Στη συνέχεια το παιχνίδι ξεκινά από την αρχή και οι παίχτες αρπάζονται ο ένας από τον άλλο αβλεπί, λες και δεν έχουν επιλογή, σαν να μην υπάρχουν ο ένας χωρίς τον άλλο. Sans voir από τη μία κορύφωση στην άλλη και μέχρι την τελική τους κατάρρευση.

Περνούν καλοκαίρια και χειμώνες και εκείνη πότε βρίσκεται μαζί του, παρά την παράκληση των δικών της να μην τον ακολουθήσει στην καταστροφή,  πότε μόνη, πάντα όμως με τη δική του σκέψη. Αργότερα, στον χειμώνα της ζωής της,  βυθισμένη σε μια υπερβατική πνευματική διάθεση, θα μοιράζεται τις μέρες της πάλι με εκείνον, δηλαδή με την εικόνα του που μοιάζει να ζωντανεύει στο νου της μέσα από τις κοινές τους μνήμες.

Απομονωμένη από όλους, η συγγραφέας αναζητά στήριγμα στη λογοτεχνία που λειτουργεί ιαματικά καθώς μέσα από τα λογοτεχνικά έργα που αγαπούσε εκείνος αλλά και μέσα από τα δικά της κείμενα, αναβιώνει τα όσα έζησαν και αφήνεται φαντασιακά σε όσα δεν είχαν την ευκαιρία να ζήσουν. Όπως θεωρώ ότι θα λειτουργήσει ιαματικά το Sans voir και για τους αναγνώστες που υποψιάζομαι ότι θα διακόπτουν συχνά την ανάγνωση από διάθεση περισυλλογής για τις δικές τους επιλογές και τα δικά τους τραύματα.

«Στρείδι που δεν έχει πληγωθεί, δεν παράγει μαργαριτάρια» επισημαίνει σε κάποιο σημείο του βιβλίου η Ελένη Γκίκα, «το μαργαριτάρι είναι μια επουλωμένη πληγή». Την ίδια αίσθηση προκαλεί και το Sans Voir, πως πρόκειται για μια πληγή πλέον επουλωμένη, ένα λογοτεχνικό μαργαριτάρι που διαβάζεται απνευστί και η ανάγνωσή του είναι ικανή να προκαλέσει τον στοχασμό μα και τη βαθιά συγκίνηση.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Εκδόσεις Utopia: «Αθέατος Βίος» του Νικολό Αμανίτι | «Το κακό που δεν υπάρχει» της Τζούλια Καμινίτο
«Αθέατος Βίος» και «Το κακό που δεν υπάρχει»: δύο μυθιστορήματα για όσα κρύβουμε από τον κόσμο – και από τον εαυτό μας

Ο Νικολό Αμανίτι εξετάζει τη δύναμη της δημόσιας εικόνας και τις συνέπειες της έκθεσης, ενώ η Τζούλια Καμινίτο στρέφει το βλέμμα στις αόρατες πληγές που διαμορφώνουν έναν άνθρωπο πολύ πριν αποκτήσει τη δική του φωνή

«Ταξίδι στη Νυρεμβέργη» του Χέρμαν Έσσε, εκδόσεις Διόπτρα
«Ταξίδι στη Νυρεμβέργη» του Χέρμαν Έσσε: Το ταξιδιωτικό βιβλίο ενός απρόθυμου ταξιδευτή

Ο γερμανός συγγραφέας αφηγείται τη στιγμή που αποφάσισε να γίνει ποιητής, μιλά για την τέχνη της αφήγησης, τα πρότυπα για τους χαρακτήρες του, τη ζωγραφική.

Βασίλης Καραποστόλης
Βασίλης Καραποστόλης: «Όταν παύουν τα αισθήματα, πληθαίνουν οι παραισθήσεις»

Με αφορμή το νέο του βιβλίο, «Η ανάγκη της εμψύχωσης», ο ομότιμος καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας μιλά για τη σύγχρονη εποχή της ψυχικής κόπωσης και της εσωτερικής παραίτησης.

Ξένια Κούρτογλου
Ξένια Κούρτογλου: «Όταν περνάμε το τούνελ, νιώθουμε ότι δεν υπάρχει φως. Κι όμως, υπάρχει»

Με αφορμή το νέο της βιβλίο, «Το τούνελ», η Ξένια Κούρτογλου μιλά για τις απώλειες, τους χωρισμούς, τις ανατροπές της ζωής και την ψυχική ανθεκτικότητα, που μας βοηθά να ξανασταθούμε στα πόδια μας.

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY