Βιβλιο

«Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι»: Εδώ αρχίζει το πολλά υποσχόμενο ταξίδι του Κωνσταντίνου Δομηνίκ στον κόσμο της λογοτεχνίας

Διαβάσαμε το εντυπωσιακό ντεμπούτο ενός νεαρού δεξιοτέχνη της μικρής φόρμας

karathanos.jpg
Δημήτρης Καραθάνος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
«Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι»: 18 ιστορίες λαογραφικού τρόμου στη συλλογή διηγημάτων του Κωνσταντίνου-Δομηνίκ Πιπίλη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ενύπνιο.
O συγγραφέας Κωνσταντίνος-Δομηνίκ Πιπίλης και το εξώφυλλο της συλλογής διηγημάτων «Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι», βασισμένο στην «Αιώρηση των μαγισσών» του Γκόγια

Κωνσταντίνος-Δομηνίκ Πιπίλης: 18 ιστορίες λαογραφικού τρόμου στη συλλογή διηγημάτων «Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ενύπνιο.  

Εκείνα τα τοπία που σου φαίνονται γνωστά μέσα σε ένα όνειρο που επαναλαμβάνεται· εκείνος ο χώρος που νομίζεις ότι τον έχεις κατοικήσει, αλλά χωρίς ποτέ να ξέρεις πότε και πού· εκείνοι οι ελικοειδείς ψυχολογικοί διάδρομοι που μοιάζουν με εσωτερικά στρώματα κοχυλιού και τους οποίους πάντοτε επιθυμούσες να εξερευνήσεις, αρκεί κάποιος να σου κρατούσε το χέρι: Αυτές είναι η επικράτειες στις οποίες εδρεύει η λογοτεχνία του Κωνσταντίνου Δομηνίκ, ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα που αδιαφορεί για κάθε κοινότυπη αφηγηματική σύμβαση αντιπροτείνοντας με τη βεβαιότητα βετεράνου ένα σύμπαν πλασμένο από τις δικές του, ολοκαίνουργιες όσο και δημιουργικά φιλόδοξες εικόνες. Τι λες κι εσύ, θα βυθιστούμε απόψε ξανά στην κοσμογονία του ισχνού, πλην όμως μεστού και κομψεπίκομψου «Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι»;

Γεννημένος το 1988 στο Βερολίνο, κάτοικος Κατερίνης και στενά συνδεδεμένος με την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Μηλιά Πιερίας, από τα παιδικά του χρόνια ο Κωνσταντίνος Δομηνίκ είχε βουτήξει στο πηγάδι της ανάγνωσης, στον σχεδόν εξαϋλωμένο από τα πολλαπλά διαβάσματα «Τομ Σόγιερ», στον Θερβάντες και στον Καζαντζάκη, αυτό που τον ενδιέφερε περισσότερο από όλα ωστόσο ήταν το παιχνίδι των σκιών του Παπαδιαμάντη και του Άρθουρ Μάχεν, από τα πρώτα του γραψίματα αποπειράθηκε να δώσει μορφή μέσα από προσωπικά βιώματα και αφηγήσεις τρίτων στα μυστικιστικά τοπία της αρχέγονης φύσης και στα σημεία εκείνα του ορίζοντα όπου η λογοτεχνία του φανταστικού και το ανατριχιαστικό μεγαλείο του γοτθικού μυθιστορήματος συναντούν τη γλωσσική ιδιαιτερότητα του παπαδιαμαντικού έργου. Στο υποβλητικό κομπολόι των δεκαοκτώ ιστοριών του «Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι», ο νεαρός συγγραφέας αποδεικνύει ότι δεν θα έπρεπε να διαβάζεται σαν άθροισμα των επιρροών του, αλλά ως αυτό που πραγματικά είναι: Ένας δεινός αφηγητής άγριας φαντασίας που θα σε στοιχειώσει με την αυτόφωτη μαστοριά του.

Ταυτόχρονα παραστατικό και αφαιρετικό, το ύφος των διηγημάτων του Κωνσταντίνου Δομηνίκ κρατά την πόρτα ορθάνοιχτη στον κόσμο των χρωμάτων, των αρωμάτων, των αισθήσεων, των παραισθήσεων και των δαιμονίων της φύσης, ενώ παράλληλα διέπεται από μια λατρεία της γκρίζας σκέψης και έναν υπαρξιακό πυρετό που αναζητά απαντήσεις στη ζώνη του υπερφυσικού που κρύβεται μεταξύ ουρανού και γης. Ο φόβος ως πλάσμα με υλική υπόσταση, «κτήνος μυστήριο και λύκος αφρισμένος», ένα πακέτο Gauloises μοιρασμένο ανάμεσα σε δύο φίλους στο οστεοφυλάκιο ενός νεκροταφείου που κάνει τα δικά του, σμήνη από καρακάξες να προαναγγέλλουν θανάτους με τις φτερωτές τους μαύρες βεντάλιες, χαροκαμένες μάνες οι οποίες βγαίνουν για να προϋπαντήσουν φαντάσματα καβαλημένα σε Kawasaki που μαρσάρουν τη νύχτα της Υπαπαντής, νεραδόπετρες, φιδοπαίδια, δρακολούλουδα, άγια και ανόσια σε ένα πανέμορφο σύμπλεγμα ψιθύρων και τρεμάμενων σκιών που χορεύουν στις σελίδες.

Κωνσταντίνος-Δομηνίκ Πιπίλης, «Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι

Πρόκειται για διηγηματογραφία που έχει κάτι από τα σκηνικά του εξπρεσιονιστικού κινηματογράφου, από τις ελεγειακές καμπύλες της μουσικής των Handsome Family, ενώ ταυτόχρονα πατάει σε μια φολκ ελληνικότητα γαλουχημένη στη Μηλιά, τη Λεπτοκαρυά, την Πέτρα, τα χωριά και τα μοναστήρια της Πιερίας, τα υψίπεδα και τους αγριότοπους του Ολύμπου. Απόλυτα ταιριαστό με την τελετουργική ατμόσφαιρα του περιεχομένου, το εξώφυλλο του βιβλίου δανείζεται το μοτίβο του από τον πίνακα «Αιώρηση των μαγισσών» του Φρανθίσκο Γκόγια από το 1797. Όσο για τον τίτλο, προέρχεται από το παραμύθι με τους καλικάντζαρους που προσπαθούν να κόψουν το δέντρο της ζωής.

Πώς όμως περιγράφει ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Δομηνίκ τη δουλειά και τα όποια αυτοβιογραφικά ψήγματα των διηγημάτων του; «Πρόκειται για ιστορίες βγαλμένες από μνήμες δικές μου ή τρίτων, ενώ άλλες είναι εξ’ ολοκλήρου ανεμόστροφες. Κυνηγάς, στριμώχνεις το πρωτεύων, ακατέργαστο υλικό σου κι ύστερα αρχίζεις να το επεξεργάζεσαι, να το μεταπλάθεις, άλλοτε να το τσαπίζεις κι άλλοτε να το πελεκάς, μέχρι να φανερωθεί ο διαυγής πυρήνας του. Το αχνιστό ψαχνό∙ που είναι, εντέλει, και η προσωπική αλήθεια του συγγραφέα. Έχουμε να κάνουμε, δηλαδή, ξεκάθαρα, με μια αλχημική διαδικασία. Επομένως, το να αποπειραθεί κανείς να διαχωρίσει την πραγματικότητα από το μύθο, φαντάζει, εκ των πραγμάτων, άνοστο, ενδεχομένως και προδοτικό. Σκοπός είναι το αντίθετο: Να μπορεί κανείς, δηλαδή, μέσω της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα, να λάβει την άμβρωτη ψίχα. Να αγγίξει το απροσμέτρητο, την ψυχή του κόσμου. Ή έστω, να μπορεί να δει τα πράγματα λοξά, μέσα από άλλα, ανάποδα πηγάδια».

Αντί επιλόγου, πάρτε μια γεύση από «Το Σαρακότσι», προκειμένου να δοκιμάσετε τη δύναμη της πρόζας ενός συγγραφέα ο οποίος ευχόμαστε να μας απασχολεί τακτικά στο μέλλον: «Κάθε νύχτα που ανεβαίνω κακαδιασμένος, τρύπιος να συγχρωτιστώ με τα φαντάσματα, αναλογίζομαι το πώς έμπλεξα και παλεύω μια ζωή με τα κρύφια και με τ’ άδηλα. Αλλά πάντα συμπεραίνω, πως ίσως φταίει που με τρομάζει τόσο η θανατερή ροή των πραγμάτων».

Κωνσταντίνος-Δομηνίκ Πιπίλης, «Ώπα-ώπα, μπλάτιμοι», διηγήματα, σελίδες 74, εκδόσεις Ενύπνιο.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ