- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Εκτός από τις λίγο πολύ γνωστές λειτουργίες του, το διάβασμα βιβλίων στα χρόνια της κρίσης εμπεριέχει και μια παρηγορητική διάσταση. Καλύπτει κενά, κατανικά την πλήξη, λυτρώνει από τη μοναξιά, αποδιώχνει πειρασμούς που το βαλάντιό μας ενδέχεται να μην μπορεί πια να ικανοποιήσει. Και, ως συνήθως, μπορεί να μας οδηγήσει στην αριστοτέλεια έννοια της κάθαρσης μέσα από δύο βασικές οδούς, που ιδεατά μπορεί και να συμπλέουν: Την ταύτιση (όταν τα πάθη των ηρώων είναι αναγνώσιμα από την εμπειρία μας) και τη λυτρωτική φυγή (όταν μας αποκαλύπτονται νέοι κόσμοι, ήθη ή καταστάσεις).
Καθώς η ανεργία καλπάζει, οι νέοι πτυχιούχοι έχουν περίπου παραιτηθεί από οποιαδήποτε πιθανότητα να δουλέψουν κάποια στιγμή στο ορατό μέλλον, και οι συνταξιούχοι τείνουν να γίνουν η πολυπληθέστερη πληθυσμιακή ομάδα, ο άφθονος ελεύθερος χρόνος καταπλακώνει τους συμπολίτες μας. Όσοι δεν διαβάζουν είναι στα μάτια μου οι άτυχοι - αυτοί που προσπαθούν να γεμίσουν τον άπλετο χρόνο τους με συνήθως ψευδή υποκατάστατα. Αντίθετα, μακάριοι οι διαβάζοντες, αυτοί που έχουν ήδη μια βιβλιοθήκη, αυτοί που η επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο δεν τους είναι ξένη ως δραστηριότητα, και που έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν μέσα από τον εκδοτικό πληθωρισμό. Αυτό το τελευταίο δεν υπήρξε διόλου αυτονόητο, ειδικά στο φαρ ουέστ της ελληνικής αγοράς (άλλοι θα ‘λεγαν «τη φούσκα»), όπου η θεωρία «αφήστε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν» κυριάρχησε στις δεκαετίες της πλαστής ευημερίας και της άκοπης ανάπτυξης. Στα ράφια κεντρικών βιβλιοπωλείων -και όχι μόνο του βιβλιοχαρτοπωλείου της γειτονιάς- έβλεπες δίπλα δίπλα τον Τολστόι και τα ροζ μπεστ σέλλερ, τον Προυστ και αστυνομικά της πλάκας. Οι εκδοτικές στρατηγικές δεν βοήθησαν προς την κατεύθυνση της πλοήγησης των επίδοξων αναγνωστών, της κατάταξης, της αξιολόγησης, της ταξινόμησης. Το κακό βιβλίο εκτόπιζε το καλό. Παρόμοια εξώφυλλα με πίνακες του Ρέμπραντ ή του Μπος έντυναν μέτρια βιβλία με άσχετο θέμα. Η εξεζητημένη αισθητική επισκίαζε το περιεχόμενο. Τα οπισθόφυλλα προωθούσαν το προϊόν με παρόμοιους τρόπους. Οι διαφημιστικές καμπάνιες έβαζαν δίπλα σε κλασικά βιβλία της παγκόσμιας και εγχώριας λογοτεχνίας προϊόντα τουλάχιστον αδοκίμαστα ως προς την αντοχή τους στο χρόνο. Και οι κριτικοί ακολουθούσαν ασθμαίνοντες, συχνά απρόθυμοι ή και ανίκανοι να ονοματίσουν το αριστούργημα ή να απορρίψουν το ευτελές.
Ακούω ήδη τις ενστάσεις: και τι πειράζει; δημοκρατία έχουμε, θα πουν πολλοί. Σωστά ή μάλλον ακριβώς: Ο εκδοτικός λαϊκισμός υπήρξε η καθ’ ημάς εκδοχή της δημοκρατίας, κάτι που κανέναν δεν βοήθησε στη μακρά διάρκεια. Το όποιο καλό γούστο δεν διατηρήθηκε, η έλλειψη αισθητικής (και παιδείας) του τυπικά εγγράμματου πληθυσμού δεν ωθήθηκε προς κάποιους δοκιμασμένους δρόμους. Μπορεί πρόσκαιρα τα μπεστ σέλερ να ξελάσπωσαν ή και να πλούτισαν εκδότες, ακόμη και κάποιους συγγραφείς, μεσομακροπρόθεσμα όμως απομάκρυναν το παλιό αναγνωστικό κοινό και αποθάρρυναν το εν δυνάμει νέο. Το βιβλίο μεταβλήθηκε σε αξεσουάρ ή συνοδευτικό της παραλίας. Ο εκδοτικός εξισωτισμός αποθάρρυνε συχνά τους ίδιους τους καλούς συγγραφείς που είδαν να εκτοπίζονται από τα ράφια και να αδυνατίζει η δυνατότητά τους να βιοπορισθούν από το γράψιμο. Έφεραν σύγχυση και ενίοτε αποπροσανατολισμό στο κριτικό λειτούργημα (ας μην φοβόμαστε τον όρο). Ενθάρρυναν την πολυσθένεια, με αποτέλεσμα ο ίδιος άνθρωπος να είναι ταυτόχρονα βιβλιοπώλης, συγγραφέας, κριτικός, επιμελητής/διορθωτής κειμένων, μπλόγκερ, καθηγητής δημιουργικής γραφής, σύμβουλος εκδόσεων και μεταφραστής, ώστε κούτσα κούτσα να βιοπορισθεί, σε ένα φαύλο κύκλο ποιοτικής πτώσης όλων των πιο πάνω λειτουργιών (σε άλλες κοινωνίες θεωρούνται αυτόνομα και διακριτά επαγγέλματα).
Και σήμερα; Η πτώχευση ήρθε φυσιολογικά όπως συμβαίνει με κάθε φούσκα. Ιστορικά βιβλιοπωλεία έκλεισαν, προσωπικό απολύθηκε, ο κύκλος εργασιών συρρικνώθηκε, ακόμη και το περιλάλητο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου μεταβλήθηκε σε παράρτημα κάποιου οργανισμού με ασαφείς αρμοδιότητες. Το χειρότερο είναι ότι ο βασικός συντελεστής της βιβλιοπαραγωγής, οι ίδιοι οι συγγραφείς, δεν ζουν πια από το προϊόν της εργασίας τους. Καταξιωμένοι γραφιάδες περιφέρονται από οίκο σε οίκο παρακαλώντας να εκδοθούν, ζητιανεύουν κάνα βιβλίο για να ενημερωθούν ή υπογράφουν επαχθή συμβόλαια όπου το πρώτο ευρώ εισπράττεται εάν και όποτε πουληθούν τα πρώτα χίλια κομμάτια (δηλαδή, κατά τους εκδότες, ποτέ). Σ’ ό,τι αφορά την ποίηση, γίνεται πια σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν ιδίοις αναλώμασι.
Ας είναι. Μ’ αυτούς και μ’ άλλους τρόπους (π.χ. μετακύλιση κόστους μέσω χρεών) το κόστος έχει συμπιεσθεί δραματικά, η αγορά παραμένει λίγο πολύ ζωντανή και οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι ανοιχτοί. Αυτό είναι κατά τεκμήριο καλό, κυρίως σε ό,τι αφορά την ξενόγλωσση λογοτεχνία, που άλλωστε υπερέχει και ποιοτικά για έναν απλό λόγο: εκεί οι τίτλοι είναι ήδη επιλεγμένοι από χίλιες δυο σκληρές δοκιμασίες: Συνήθως πρόκειται για βραβευμένους συγγραφείς, για γνωστά ονόματα, για μπεστσελερίστες, για κλασικά βιβλία ως προς τα οποία οι μεγάλες αγορές, οι κριτικές επιτροπές και η διεθνής βιβλιοφιλική κοινότητα έχουν ήδη αποφανθεί. Δεν λείπουν φυσικά και τα μετριότατα ξένα βιβλία, τα κακομεταφρασμένα και οι λεγόμενες «πατάτες», δηλαδή βιβλία των 1.000 σελίδων που επιβάλλουν την παρουσία τους με τον όγκο και τις ευφυείς εκδοτικές στρατηγικές. Έτσι κι αλλιώς η ξενόγλωσση παραγωγή -με προεξάρχουσα την «αγγλόσφαιρα» που επιβάλλει πρότυπα, είδη και ήθη- είναι σταθερά υπερτιμημένη σε σχέση με την ελληνική, που είτε λόγω προγραμματικής συγγραφικής (θεματικής) εσωστρέφειας είτε λόγω της περιθωριακής ανάδελφης γλώσσας μας είτε λόγω ανυπαρξίας στρατηγικής από το αρμόδιο υπουργείο είτε λόγω λαϊκιστικών/εξισωτικών επιλογών, παράγεται σχεδόν αποκλειστικά για το εντόπιο κοινό. Και παρά το ότι η μέση ποιότητα των ελληνικών βιβλίων μάλλον φθίνει στα χρόνια της κρίσης, υπάρχουν και διαμάντια που θα άξιζε να υπερβούν τα στενά σύνορά μας.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά πορευόμαστε όλοι. Το βέβαιο είναι ότι σε μια χώρα με εκατομμύρια πτυχιούχους (το υψηλότερο ποσοστό παγκοσμίως), με την υψηλότερη ανεργία της ιστορίας, με άπειρα μεταπτυχιακά και διδακτορικά και διά βίου μάθηση κ.ο.κ. θα παράγεται και άφθονος γραπτός λόγος, έστω και απλήρωτος. Έτσι κι αλλιώς από την ίδρυση του νέου κράτους είχαμε περισσότερες λ.χ. εφημερίδες και ποιητικές συλλογές από όλη την τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το σύνδρομο του «παντογνώστη ταξιτζή» είναι τόσο παλιό όσο και ο… Σουρής. Περισσότεροι έλληνες γράφουν σήμερα παρά διαβάζουν, σχολίαζε πρόσφατα η έμπειρη περί τα ελληνικά πράγματα Κλαιρ Σαρνέ (σύζυγος του κριτικού Δημήτρη Ραυτόπουλου). Μπορεί αυτό να μην ακούγεται και τόσο υγιές από την άποψη της παραγωγικής αλυσίδας (της ευρύτερης οικονομίας, εννοώ) αλλά είναι σίγουρα θεραπευτικό από ψυχαναλυτική σκοπιά. Πρόσκαιρα τουλάχιστον. Γιατί αργότερα, άνθρωποι που εκδίδονται ιδίοις αναλώμασι (κυρίως από τον χώρο της ποίησης που γνωρίζει μια νέα άνθιση) ή που δεν έχουν περάσει μια έλλογη διαδικασία μύησης, κινδυνεύουν να περιπέσουν σε κατάθλιψη όταν το πόνημά τους δεν πουλήσει ούτε ένα αντίτυπο.
Καλή τύχη σε όλους μας. Επιστρέφω άμεσα στο διάβασμα.
Τροποποιημένη εκδοχή κειμένου που πρωτοδημοσιεύθηκε στο από το Α.Π.Ε. / περ. ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ, Φεβ. 2017
ΠΡΟΣΦΑΤΑ
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η παιδική και νεανική λογοτεχνία εξακολουθεί να αποτελεί ένα εξαιρετικά γόνιμο πεδίο επιστημονικής διερεύνησης
Μια μεγάλη συζήτηση με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα «Το κακό που δεν υπάρχει» (μετάφραση Δήμητρα Δότση, 336 σελίδες, Εκδόσεις Utopia)
Ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ και ο Αντρέα Μπαγιάνι γράφουν για την άνοια των γονιών τους
«Μόνο με την επίκληση της νομιμότητας δεν θα έχει κανείς μέλλον», λέει ο Αντώνης Κλάψης στην ATHENS VOICE
Ήρθε στη Θεσσαλονίκη καλεσμένος του Φεστιβάλ ΛΕΑ για να παρουσιάσει το μυθιστόρημά του «Και οι επτά ήταν υπέροχοι»
Πανελλαδική έρευνα αποκαλύπτει τις συνήθειες, τα κίνητρα και τις νέες τάσεις των Ελλήνων αναγνωστών
Το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα μεταφέρεται στη σκηνή σε διασκευή του Βαγγέλη Κωνσταντινίδη και μουσική του Δημήτρη Κοντόπουλου
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Loggia
Το μυθιστόρημα «Εκεί εκεί» του Tommy Orange (μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) κυκλοφορεί στις 19 Ιουνίου
Μια συλλογή διηγημάτων που δεν θα σε αφήσει να ησυχάσεις ούτε λεπτό
Μια νουβέλα γραμμένη σαν μια σχοινοτενής ευχή με τη μορφή νουβέλας: μακάρι ένα παιδί να στραφεί νωρίς μέσα του και να αναρωτηθεί βαθιά και ουσιαστικά ποια είμαι, πού πάω, τι θέλω, γιατί το θέλω
Μια συνέντευξη με τον δρα Θεόδωρο Παπακώστα με αφορμή το νέο του βιβλίο, «Πόση Μεγάλη Ελλάδα θέλετε; — Ναι!» (344 σελίδες, Εκδόσεις Key Books)
Ο Ρουμάνος ποιητής αποτυπώνει την αγωνία μιας ταυτότητας που διαρκώς αμφισβητείται
Μεγαλώνοντας στη Μόσχα στις αρχές του αιώνα και γνωρίζοντας τον μεγάλο συνθέτη Σκριάμπιν
Το βιβλίο «Θεραπευτικές Ιστορίες-Τετράδιο Ασκήσεων Ποιητικού Λόγου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος (Αθήνα, 2026)
Ένα βιβλίο παιδαγωγικής του Διαφωτισμού που επηρέασε την εκπαίδευση στη Δύση
Μετά από δύο δεκαετίες στην εξουσία, ο Ερντογάν έχει αλλάξει την Τουρκία - κι όπως λέει ο ιστορικός Στέφαν Ίρινγκ, δεν έχει πια τρόπο να φύγει
Πώς γίνεται ένα πραγματικό δημοσιογραφικό ρεπορτάζ;
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.