- CITY GUIDE
- PODCAST
-
11°
Merde! Ένα μιούζικαλ με κέφι, σκηνικές εντάσεις και ευρηματικά στοιχεία
H παράσταση οφείλει τα μέγιστα στους πολύ καλούς ηθοποιούς της
Κριτική για την παράσταση «Merde!» του Suyako (Βασίλη Μαγουλιώτη) που συν-σκηνοθετεί με τον Γιώργο Κουτλή στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Μιούζικαλ με στοιχεία επιθεώρησης, φαρσοκωμωδία, έργο που αναζητά το τέλος του – καθώς το τέλος συστηματικά αναβάλλεται. Όλα αυτά μαζί είναι το έργο «Merde!» του Suyako (Βασίλη Μαγουλιώτη), το οποίο συν-σκηνοθετεί με τον Γιώργο Κουτλή, συμπεριλαμβάνοντας όλους τους γνωστούς συντελεστές της επιτυχημένης ομάδας.
Ο Νίκος, ένας θεατρικός μεγαλοπαραγωγός που κατηγορείται για βιασμό· ο Αλέξανδρος, ο σπουδασμένος στο Λονδίνο μάνατζερ γιος του, που αναλαμβάνει το Θέατρο Μπούκα έως ότου ο πατήρ ξελασπώσει από τις κατηγορίες· ο Ιωάννης, ένας φιλόδοξος «ποιοτικός» σκηνοθέτης, δύστροπος χάριν της υψηλής τέχνης που υπηρετεί, ο οποίος σχεδιάζει να ανεβάσει μια πρωτοποριακή σύνθεση αρχαιοελληνικών τραγωδιών, αναζητώντας παραγωγό και ηθοποιούς· ο Ηλίας, ένας καθιερωμένος κωμικός ηθοποιός που θριαμβεύει για σειρά ετών με τον «Μπακαλόγατο» στο Θέατρο Μπούκα –αφότου «εκλάπη» από το θέατρο ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος–, αλλά τώρα επιθυμεί διακαώς να παίξει δράμα· μια φιλόδοξη νεαρή ηθοποιός, που έχει μαθητεύσει σε νέες μεθόδους υποκριτικής, η οποία θα προσληφθεί πάραυτα, καθώς μια άλλη, προηγουμένως, που ενθουσίασε κατά την οντισιόν, συζήτησε αμέσως και το χρηματικό, θέμα που εξαγρίωσε τον σκηνοθέτη· ένας καπάτσος φίλος του σκηνοθέτη, που θα πείσει τον νεαρό παραγωγό να ανεβάσει την παράστασή του, και η αδελφή του, την οποία θα συστήσει για βοηθό σκηνοθέτη και θα καταλήξει πρωταγωνίστρια.
Όλοι αυτοί, εμπλεκόμενοι και διαπλεκόμενοι, αποτελούν τα πρόσωπα του έργου, το οποίο περισσότερο καταθέτει καταστάσεις από τα ενδότερα του θεάτρου παρά αποβλέπει στο να διηγηθεί μια ιστορία. Μήπως, άλλωστε, ένα θέατρο με αρχή, μέση και τέλος δεν είναι αυτό που καταδικάζει εξαρχής και ο Ιωάννης; «Merde!» λοιπόν, για την επιτυχία του νέου εγχειρήματος, όπως λένε οι Γάλλοι αντί για «καλή επιτυχία», φράση που οφείλεται σε παλαιότερους καιρούς, όταν οι σταθμευένες έξω από τα θέατρα άμαξες με άλογα, που γέμιζαν τον τόπο με τα κόπρανά τους, δήλωναν και την πληρότητά τους.
Υπό αυτή την οπτική, της αναζήτησης ενός γεμάτου θεάτρου –σε βαθμό που ακόμη και οι προσκλήσεις σε κριτικούς να δίνονται με το δελτίο–, κωμικό ενδιαφέρον δεν έχουν μόνο οι εξωτερικές καταστάσεις που σχολιάζονται κατά την πορεία, αλλά και οι αδήλωτες, μη εύκολα εντοπιζόμενες από τους μη μυημένους θεατές. Έτσι, ο σκηνοθέτης Ιωάννης του απολαυστικού Γιάννη Νιάρρου, με τις φωνητικές ακροβασίες, τις εξεζητημένες στην υπερβολή τους εκφράσεις και στάσεις του σώματος ή τη νευρική κινησιολογία και τον εγκρατή ενθουσιασμό, «συμφύρει» διάφορους σύγχρονους γνωστούς σκηνοθέτες, με μια καλοπροαίρετη κωμικότητα: με το χαρακτηριστικό ντύσιμο με τις μπότες και την καμπαρτίνα, με τον τρόπο που κινεί το στόμα όταν μιλάει απαξιωτικά προβάλλοντας τα δόντια, με τις αυστηρές, τέλος, απαιτήσεις του για την εφαρμογή της συγκεκριμένης υποκριτικής μεθόδου, που απαιτεί από τους ηθοποιούς του και τη γεωμετρημένη εικόνα της σκηνής στην παρ’ ολίγον παράστασή του.
«Αθώο» θύμα του ο κωμικός πρωταγωνιστής Ηλίας, που μπλέκει ηθελημένα στην πρωτοποριακή αποδομημένη σύνθεση τραγικών σκηνών, μπερδεμένος, ανίδεος, διαβάζοντας τον «Κιθαιρώνα» ως «Κριθαιρώνα», τον «βρώμιο» ως «βρόμικο», ενώ κραυγάζει τραγικά «φέυ» αντί για «φευ». Ο Ηλίας Μουλάς δίνει το δικό του υποκριτικό ρεσιτάλ αφέλειας, διασυρμού και απογοήτευσης έως ότου αναγνωριστεί ως τραγικός ηθοποιός από το εμφανιζόμενο φάντασμα του Καρόλου Κουν, με την τεράστια μάσκα και την εξαίρετη μελωδική φωνή του Αποστόλη Ψυχράμη και, επιτέλους, δικαιωθεί.
Ο Νίκος Καραθάνος, ως παραγωγός, αμετανόητος βιαστής, με τη μακριά λευκή κοτσίδα, κάνει μια από τις καλύτερες εμφανίσεις του, τραχύς, στα όρια της χυδαιότητας και τραγικωμικότητας, αποδεικνυόμενος «απέθαντος». Ως φιλόδοξος γιος, δίπλα του, ο εκφραστικός Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος από καλόβουλος μεταστρέφεται σε στυγνό παραγωγό, επιζητώντας την αποδοχή του πατρός και βαδίζοντας άτσαλα στον δρόμο που χάραξε εκείνος, προσπαθώντας να επιτεθεί στη βοηθό σκηνοθέτη, που στο μεταξύ αναλαμβάνει τον γυναικείο ρόλο, και ερμηνεύει με ωραία σκηνική παρουσία η Μαριαλένα Ηλία.
Την αιρετική πρωταγωνίστρια αλλά και άλλα πρόσωπα, όπως την «κριτικό» που ορμά στη σκηνή με την αστυνομία θεάματος, ουρλιάζοντας κατά της παράστασης (του Ιωάννη; του Suyako;), ερμηνεύει η πάντα πληθωρική Λυδία Τζανουδάκη, ενώ τον διαμεσολαβητή της παράστασης και φίλο του Ιωάννη, ως ψύχραιμα αποστασιοποιημένος και κατευναστικός, ο Βασίλης Μαγουλιώτης, ο οποίος, ως συγγραφέας, μετά την έφοδο της κριτικού, κάθεται κατάχαμα και ψάχνει ώστε να γράψει το τέλος που θα μπορούσε να έχει η παράσταση, ένα τέλος που δεν θα έρθει ποτέ – παρά μόνο με το σβήσιμο των φώτων. Μια κάποια λύση και αυτή μπροστά στο αδιέξοδο της απουσίας έμπνευσης. Άραγε αρκεί; Σημαντική η συμβολή στα τραγούδια και στην έναρξη του έργου του Χρήστου Πούλου-Ρένεση, με συνέργεια των Τζανουδάκη και Ψυχράμη.
Το σκηνικό από σκαλωσιές του Πάρι Μέξη δημιουργεί επίπεδα και διαφορετικούς σκηνικούς τόπους (γραφείο παραγωγού, μπαρ), αφήνοντας ελεύθερη τη σκηνή, ενώ από κάτω δίνει χώρο για τους επί σκηνής μουσικούς. Τον σημαντικότερο ρόλο, ωστόσο, για την όλη παράσταση έπαιξαν οι εξαιρετικοί φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, που δημιουργούσαν τις διαφορετικές ατμόσφαιρες. Παίζοντας και με τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των προσώπων στις κατά μόνας εμφανίσεις τους ή και με το θέατρο μέσα στο θέατρο με ενδιαφέρουσες φωτιστικές γεωμετρίες. Επιτυχημένα τα κοστούμια της Εύας Γουλάκου, με ευρηματικά τα των σκηνών της τραγωδίας.
Την κίνηση ανέλαβε ο πάντα ευφυής Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, ενώ η μουσική είναι του Γιάννη Νιάρρου και του Γιάννη Παπαδόπουλου. Και εδώ υπάρχει μια σοβαρή ένσταση. Η μουσική συνοδεύει έντονα σχεδόν ολόκληρη την παράσταση, πέφτοντας πάνω στον λόγο, ο οποίος, σε συνδυασμό με τον όχι πάντα καλό ήχο που παράγεται από τις ψείρες, καθιστά, τουλάχιστον σε κάποια σημεία, την παρακολούθηση των λεγομένων αδύνατη. Μια τέτοια μεγάλη παραγωγή θα πρέπει να έχει φροντίσει για την άψογη ακουστική της παράστασης σε όλο το θέατρο, οι δε ψείρες να είναι ρυθμισμένες σε τέτοια ένταση ώστε να μην αλλοιώνουν τις φωνές και να καθιστούν ευκρινείς ακόμη και τους ψιθύρους.
Σε γενικές γραμμές, η παράσταση οφείλει τα μέγιστα στους πολύ καλούς ηθοποιούς της, οι οποίοι και εγκλωβίζουν το βλέμμα με την ερμηνεία τους, ακόμη κι όταν δεν ακούγονται. Το έργο, ωστόσο, τραβάει αρκετά, σε άνευ λόγου διάρκεια, ρίχνοντας στην αποδομημένη του υπόθεση διαρκώς νέα στοιχεία, τα οποία μένουν απλώς παρατεταγμένα, μόνο και μόνο για να κατατεθούν.
Ας σημειωθεί ότι με την ίδια θεματική, που αφορά τα ενδότερα του θεάτρου, τις οντισιόν και τις σκηνοθετικές φιλοδοξίες, είχαν, κάποιες δεκαετίες πριν, ασχοληθεί νεανικές ομάδες με ευχάριστα κωμικά αποτελέσματα, χωρίς βέβαια τις δυνατότητες που δίνει μια μεγάλη παραγωγή, αλλά με συγκεκριμένη δραματουργικά στόχευση. Θα έλεγα ότι και η παρούσα παράσταση, που σκηνοθέτησαν ο Γιώργος Κουτλής και ο συγγραφέας της Βασίλης Μαγουλιώτης με αναμφισβήτητο κέφι, σκηνικές εντάσεις και ευρηματικά στοιχεία, θα χρειαζόταν μια επιπλέον δραματουργική επεξεργασία για ένα στοχευμένο και περισσότερο συμπαγές αποτέλεσμα.
INFO
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιώργος Κουτλής & Βασίλης Μαγουλιώτης
- ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Μαριαλένα Ηλία, Νίκος Καραθάνος, Βασίλης Μαγουλιώτης, Ηλίας Μουλάς, Γιάννης Νιάρρος, Χρήστος Πούλος-Ρένεσης, Λυδία Τζανουδάκη, Κώστας Φιλίππογλου, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος, Αποστόλης Ψυχράμης. Μουσικοί επί σκηνής: Γιάννης Παπαδόπουλος (πιάνο-πλήκτρα), Δημήτρης Κλωνής (drums), Κώστας Πατσιώτης (κοντραμπάσο)
- ΘΕΑΤΡΟ: Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η κρίση της Αμερικής της δεκαετίας του 1920 με μια σύγχρονη ματιά
Μια βράβευση για τα «συμβολικά ταξίδια του στα αρχέτυπα του ανθρώπου»
Από τον «Ιβανόφ» του Τσέχοφ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, έως το «Ψέμα του μυαλού» του Σέπαρντ, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη
Ο αντιστάρ µεταµορφώνεται ξανά πρωταγωνιστώντας στη µυθική «Λόλα», που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου στο Παλλάς
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Κουμεντάκης και ο Θεόδωρος Κουρεντζής ενώνουν τις δυνάμεις τους σε μια μεγάλη παραγωγή με 50 περφόρμερ επί σκηνής
Το κείμενο υπογράφει η Ευτυχία Κ. Αργυροπούλου σε λυρική ποιητική μορφή
«Η Ίμο μοιάζει με σίφουνα στον τρόπο που υπάρχει στη σχέση της με τον Μπεν»
Ο Σάββας Στρούμπος σκηνοθετεί ένα από τα πιο «προκλητικά» θεατρικά κείμενα του 20ού αιώνα
Ο «Θάνατος παλληκαριού», που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1891, παρουσιάζει τα ήθη και τα έθιμα μιας εποχής μέσα από την ιστορία του κεντρικού ήρωα
Λίγο πριν την πρεμιέρα της παράστασης στο θέατρο Τέχνης μπήκαμε στις πρόβες και μιλήσαμε με τους συντελεστές
Πέρυσι συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από την ίδρυση του ιστορικού θεάτρου
Δύο έφηβοι στο χείλος του γκρεμού. Ένας φόνος που θα αλλάξει τα πάντα. Ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή στα Χάιλαντς της Σκωτίας
Από το «Σκίτσο 3» της Πειραματικής Σκηνής μέχρι την «Ηλέκτρα εντός» του Πορεία
Η Athens Voice εξασφάλισε μέρος από το ανέκδοτο φωτογραφικό αρχείο που ανήκει στην ανιψιά του συγγραφέα, Έλλη Αρτέμη-Ταχτσή, και βλέπει για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας
Το ανεκτίμητο έργο του συγγραφέα που διακωμωδούσε τις αδυναμίες των ανθρώπων
Μια μουσική παράσταση της bijoux de kant για την αισθητική της ερωτικής επιθυμίας
Μιλήσαμε με τη σκηνοθέτρια για το έργο του Στίβεν Κινγκ που παίζεται στο θέατρο Άνεσις
Ο Αστέριος Πελτέκης διασκευάζει το ομώνυμο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή για τη χρυσή εποχή των σκυλάδικων
Η ηθοποιός υποδύεται μαζί με τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές της παράστασης τη ζωή και το έργο της Ανί Ερνό στην παράσταση «Τα Χρόνια»
Είδαμε την παράσταση σε σκηνοθεσία Κώστα Σπυρόπουλου και φτιάξαμε… συκώτι
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.