Εικαστικα

Το MOMA, το Κέντρο Πομπιντού και η M+ σχηματίζουν συμμαχία για την κοινή χρήση συλλογών

Τα τρία κορυφαία ιδρύματα ενώνουν τις συλλογές τους, εγκαινιάζοντας ένα νέο μοντέλο διεθνούς πολιτιστικής συνεργασίας

Athens Voice News
Newsroom
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Το MOMA, το Κέντρο Πομπιντού και η M+ σχηματίζουν συμμαχία για την κοινή χρήση συλλογών
Ο Christophe Cherix, διευθυντής του MoMA, η Suhanya Raffel, διευθύντρια του M+ και ο Laurent Le Bon, πρόεδρος του Κέντρου Πομπιντού © Centre Pompidou/Chau-Cuong Lê

Η συμφωνία προβλέπει μακροχρόνιους δανεισμούς, κοινές εκθέσεις, ανταλλαγές επιμελητών και μια ενιαία στρατηγική για το μέλλον της σύγχρονης τέχνης

Το πρωί της Παρασκευής στο Χονγκ Κονγκ, το M+, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης και το Κέντρο Πομπιντού στο Παρίσι ανακοίνωσαν μια πολιτιστική συνεργασία, πρωτοφανή ως προς το μέγεθός της. Στον πυρήνα αυτής της συνεργασίας βρίσκεται μια συμφωνία, βάσει της οποίας οι τρεις φορείς θα διαχειρίζονται τις αντίστοιχες συλλογές τους ως μία ενιαία, κοινή συλλογή, την επιμέλεια της οποίας θα αναλάβει εξειδικευμένο προσωπικό που έχει έδρα σε τρεις διαφορετικές ηπείρους.

«Αν τα καταφέρουμε», δήλωσε στο ARTnews ο Laurent Le Bon, πρόεδρος του Κέντρου Πομπιντού, στο πλαίσιο κοινής συνέντευξης τύπου στην οποία συμμετείχαν επίσης η διευθύντρια του μουσείου M+ του Χονγκ Κονγκ, Suhanya Raffel και ο διευθυντής του MoMA, Christophe Cherix, «θα είμαστε κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μερών μας, και νομίζω ότι αυτό είναι κάτι εντελώς καινούργιο».

Τα συνδυαστικά εκθέματα του MoMA και του Κέντρου Πομπιντού σημαίνουν ότι αυτή η νέα κοινή συλλογή θα αριθμεί εκατοντάδες χιλιάδες αντικείμενα. Η συλλογή του M+, ενός μουσείου που ιδρύθηκε πριν από έξι χρόνια, αριθμεί περίπου 8.000 αντικείμενα, με το μουσείο να διαθέτει μια κορυφαία συλλογή σύγχρονης κινεζικής τέχνης, μεγάλο μέρος της οποίας αποτελεί δωρεά του Ελβετού επιχειρηματία και πρώην διπλωμάτη Uli Sigg.

Το Κέντρο Πομπιντού στεγάζει το μεγαλύτερο μουσείο μοντέρνας τέχνης στην Ευρώπη (τα αποκτήματά του αποτελούν εθνική συλλογή που ανήκει στο γαλλικό κράτος). Το κοινό αναμένεται να είναι τεράστιο: με βάση τα τρέχοντα στοιχεία, τα μουσεία υπολογίζουν σε 10 εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως με φυσική παρουσία και 125 εκατομμύρια διαδικτυακούς επισκέπτες.

Η κοινή χρήση των συλλογών θα ξεκινήσει με διάφορες πρωτοβουλίες. Από τα τέλη του 2027, μια επιλογή σημαντικών έργων από τη συλλογή του M+ θα εκτίθεται - στο πλαίσιο μακροχρόνιου δανεισμού - στις αίθουσες του MoMA, ενώ το 2028 θα εγκαινιαστεί στο MoMA και μια μόνιμη αίθουσα αφιερωμένη στο Κέντρο Πομπιντού. Αντίστοιχα σχέδια βρίσκονται υπό επεξεργασία και για τα υπόλοιπα μουσεία. (Το Κέντρο Πομπιντού παραμένει επί του παρόντος κλειστό λόγω εργασιών αποκατάστασης, οι οποίες θα διαρκέσουν πέντε χρόνια, με την επαναλειτουργία του να έχει προγραμματιστεί για το 2030).

Στο πλαίσιο της συνεργασίας, τα συνεργαζόμενα ιδρύματα θα συνδιοργανώσουν κατά την επόμενη πενταετία μια έκθεση που θα διερευνά την περίπλοκη έννοια του «σύγχρονου». Η έκθεση θα περιλαμβάνει έργα και από τις τρεις συλλογές και θα παρουσιαστεί και στα τρία ιδρύματα. Παράλληλα, επιμελητές από το Κέντρο Πομπιντού και το M+ θα ενταχθούν στο πρόγραμμα C-MAP (Contemporary and Modern Art Perspectives – Προοπτικές της Σύγχρονης και Μοντέρνας Τέχνης) του MoMA, ένα διεπιστημονικό ερευνητικό πρόγραμμα που ιδρύθηκε το 2009 με στόχο τη μελέτη της ιστορίας της τέχνης εκτός της Βόρειας Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης.

Ως έναν βαθμό, η συνεργασία αυτή προκύπτει από προγενέστερες συνεργασίες μεταξύ του M+ και των άλλων δύο ιδρυμάτων. Τον Φεβρουάριο του 2025, το M+ και το MoMA υπέγραψαν μνημόνιο που αφορούσε την ανταλλαγή έργων από τις συλλογές τους, την κοινή έρευνα και τις ανταλλαγές επιμελητών. Νωρίτερα φέτος, το M+ και το Κέντρο Πομπιντού ανακοίνωσαν τη δική τους πολυετή στρατηγική συνεργασία, η οποία περιλαμβάνει σχέδια για τα εγκαίνια του ανακαινισμένου χώρου του Κέντρου Πομπιντού με μια έκθεση έργων και από τις δύο συλλογές, η οποία στη συνέχεια θα παρουσιαστεί και στο M+.

Σε συνέντευξή τους στο ARTnews στο Παρίσι, οι τρεις διευθυντές παραδέχθηκαν ότι η νέα πολιτιστική συμμαχία προέκυψε από προηγούμενες διμερείς συνεργασίες. Τόνισαν ωστόσο, ότι πηγάζει επίσης από τα κοινά χαρακτηριστικά των τριών ιδρυμάτων - όπως η διεπιστημονική προσέγγιση στη συλλογή έργων και η εστίαση στη σύγχρονη τέχνη - καθώς και από τη συνέχεια που διαμορφώνουν τα μουσεία αυτά: σχεδόν ένας αιώνας συλλογής σύγχρονης τέχνης, που ξεκινά με την ίδρυση του MoMA το 1929, συνεχίζεται με τα εγκαίνια του Κέντρου Πομπιντού το 1977 και φτάνει μέχρι το M+ το 2021. Η Raffel ανέφερε ότι το Κέντρο Πομπιντού υπήρξε «ένα από τα βασικά ιδρύματα» στα οποία στράφηκε το M+, το οποίο βοήθησε στον καθορισμό των αρχών για τη δημιουργία ενός τέτοιου ιδρύματος στην Ασία.

«Ο καθένας μας διαθέτει στοιχεία που είναι απολύτως μοναδικά σε παγκόσμιο επίπεδο», δήλωσε ο Cherix. «Ο πρωταρχικός μας ρόλος είναι, φυσικά, η διατήρηση των έργων. Πώς μπορούμε, όμως, να αξιοποιήσουμε αυτές τις συλλογές πιο ουσιαστικά, ώστε να αγγίξουν ανθρώπους πολύ πέρα ​​από τα τείχη των ιδρυμάτων μας;».

Η συνεργασία αυτή διαφέρει από παλαιότερα μοντέλα - όπως οι περιοδεύουσες εκθέσεις, οι συνδιοργανώσεις και οι συνεργασίες σε συγκεκριμένα έργα - καθώς αποτελεί μια μακροπρόθεσμη δέσμευση για τον από κοινού σχεδιασμό προγραμμάτων, ώστε να «έρθουν οι ομάδες μας πολύ πιο κοντά η μία στην άλλη».

Η νέα αυτή σύμπραξη στοχεύει επίσης στην αξιοποίηση των οικονομιών κλίμακας και στην ενίσχυση της βιωσιμότητας, για παράδειγμα όσον αφορά τη μεταφορά έργων. Η Raffel και ο Cherix επεσήμαναν ότι, αν τμήματα της συλλογής σύγχρονης κινεζικής τέχνης του M+ μεταφέρονταν στο MoMA για μεγάλα χρονικά διαστήματα, τα έργα αυτά όχι μόνο θα μπορούσαν να εκτεθούν εναλλάξ στις αίθουσες του MoMA, αλλά θα γίνονταν και πιο εύκολα προσβάσιμα σε άλλα μουσεία των Ηνωμένων Πολιτειών.

«Δεν μπορούμε απλώς να συνεχίσουμε να συλλέγουμε· γι' αυτό επιλέγουμε τον διαμοιρασμό», είπε η Raffel. Αυτό ανεβάζει τον πήχη για τις νέες αποκτήσεις: για να ενταχθεί ένα έργο στην κοινή συλλογή, θα πρέπει - όπως το έθεσε ο Cherix - «να μην έχει αντίστοιχό του» σε καμία από τις τρεις επιμέρους συλλογές.

«Ακόμη κι αν επιθυμούμε να είμαστε αφοσιωμένοι στην τέχνη της εποχής μας, καταλήγουμε να γινόμαστε μια ιστορική συλλογή», συνέχισε ο Cherix. «Πώς μπορούμε να το αλλάξουμε αυτό; Πιστεύω ότι αυτή η συμμαχία μάς παρέχει ακριβώς τη δυνατότητα να αποκτήσουμε έναν διαφορετικό προσανατολισμό και ένα όραμα στραμμένο προς το μέλλον».

Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερα μουσεία προχωρούν σε συνεργασίες με στόχο την κοινή χρήση συλλογών, τη συνένωση πόρων και τη διεύρυνση του κοινού τους. Η στρατηγική αυτή έχει εξελιχθεί: από τον παραδοσιακό βραχυπρόθεσμο δανεισμό έργων για εκθέσεις, έχει περάσει σε μοντέλα βαθύτερης σύμπραξης, τα οποία περιλαμβάνουν κοινές αποκτήσεις έργων, διαχείριση ιδιωτικών δωρεών από κοινού, δημιουργία περιφερειακών δικτύων και μακροπρόθεσμες διεθνείς ανταλλαγές.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Γιώργος Ρόρρης: Συνέντευξη του ζωγράφου στην ATHENS VOICE
Γιώργος Ρόρρης: «Ο Τέτσης παρακολουθούσε την εξέλιξή μου με σχεδόν πατρικό ενδιαφέρον»

Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους μιλάει στην ATHENS VOICE με αφορμή την έκθεση «Παναγιώτης Τέτσης – Γιώργος Ρόρρης. Φως και Χώμα» στην Πινακοθήκη Αβέρωφ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY