Visual Browsing
ΤΕΥΧΟΣ 642

Φωκίωνος Νέγρη

Ο δρόμος μου ή οι ταινίες που ονειρεύομαι

Η Τ. –του 3ου ορόφου– επιμένει πως τα φυλακισμένα νερά στοιχειώνουν τις ζωές όσων μένουν εκεί κοντά. Στο υπόγειο της πολυκατοικίας μας (Φωκίωνος Νέγρη 26, χτισμένη το 1952 στη θέση θεάτρου «Φαντασία») υπάρχει ένα καταφύγιο: προφυλάξεις που προέκυψαν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο· εκεί ακούς (και συχνά αναβλύζουν από τα θεμέλια) τα νερά του φυλακισμένου χειμάρρου που τον σκέπασαν στις αρχές του 20ού αιώνα – κανείς δεν είναι σίγουρος να πει ακριβώς γιατί. Ίσως για να αποφύγουν το άβολο «χώρισμα» της περιοχής στα δύο που απαιτούσε γεφυράκια, ίσως γιατί τα νερά προκαλούσαν τρόμο στη νέα πόλη που πάσχιζε να γίνει ευρωπαϊκή και πρωτεύουσα, ίσως γιατί τα ρέματα δεν ελέγχονται εύκολα. Έτσι σκεπάστηκαν βιαίως πάνω από 250 ποταμάκια στην Αθήνα κι η Φωκίωνος Νέγρη θα γινόταν, λέει, η «Βία Βένετο» της νέας πρωτεύουσας. 

Κι όλα αυτά τα «λέει» και «λένε» που κυκλοφορούν σχετικά με τη Φωκίωνος Νέγρη μού αρέσουν πολύ, είτε ισχύουν είτε όχι, γιατί τροφοδοτούν δημιουργικά τη μυθολογία αυτού του δρόμου. Όλοι με ρωτούν γιατί μένω σε μια περιοχή που –τελευταία– τη θεωρούν ένα είδος γκέτο σ’ αυτόν τον παρηκμασμένο  δρόμο που δεν κατάφερε να επανακτήσει τη φιλόδοξη και μεγαλοαστική αφετηρία του. 

Η εσωτερική μετανάστευση από την ελληνική ύπαιθρο στα τέλη του 20ού αιώνα δεν τον άλλαξε κι η Φωκίωνος Νέγρη κράτησε πεισματικά το μεγαλοαστικό χαρακτήρα της για χρόνια ώσπου οι μετανάστες άλλων χωρών και ηπείρων στις αρχές του 21ου αιώνα έφεραν ένα νέο υπέροχο πολύχρωμο χαρακτήρα και μια ανυπόστατη φήμη εγκληματικότητας. 
Εδώ στη Φωκίωνος Νέγρη ήρθα έφηβος κι εδώ κατοικώ ακόμα. Αλλά εδώ «κατοικούσα» και πριν, παιδί, μέσα από τις συχνές «αποδράσεις» μας από τη γειτονική πόλη όπου γεννήθηκα, τη Θήβα. 

Σχετικα
Μαγικές εικόνες από την Υπερσελήνη στην Αθήνα
Μαγικές εικόνες από την Υπερσελήνη στην Αθήνα

Ίσως είναι ο μόνος δρόμος (ή ένας από τους λίγους σ’ αυτή την πόλη) που σχεδιάστηκε από αρχιτέκτονες: γερμανικής παιδείας, λέει, γιατί οι αρχιτεκτονικές σπουδές στην Ελλάδα είχαν καθυστερήσει. Στην αρχή του δρόμου, στην Πατησίων, με θέα στην Ακρόπολη, έμενε ο γερμανολάτρης δικτάτορας πρωθυπουργός της εποχής. Κι ο δήμαρχος που το όνομά του πήρε τελικά ο δρόμος, όταν ολοκληρώθηκε.

Είχα σχεδόν ξεχάσει ότι ο παππούς μου επέβλεπε αυτά τα έργα γύρω στο ’30, διαμορφώνοντας τους κήπους της Φωκίωνος Νέγρη πάνω στο σκεπασμένο χείμαρρο (μήπως τελικά ήταν ποτάμι;). Είχε νοικιάσει, λέει, ένα δωμάτιο σε μονώροφο σπίτι στην αριστερή πλευρά του ποταμού-χειμάρρου, όσο κρατούσαν τα έργα. Το ’μαθα από την κυρία Α. που ’δωσε αυτό το σπίτι για αντιπαροχή, και τη συνάντησα γειτόνισσα στον 3ο όροφο, στο διαμέρισμα που νοίκιασα με άμεσες διαδικασίες για να στεγαστεί η ομάδα της πρώτης φιξιόν ταινίας που θα έκανα. 

Σχετικα
Η Αθήνα στην ελίτ του συνεδριακού τουρισμού
Η Αθήνα στην ελίτ του συνεδριακού τουρισμού

Η έρευνα της ομάδας του περιοδικού FLANEUR ήρθε απροσδόκητα και διάλεξε αυτό το δρόμο και «φώτισε» –σχεδόν αποκαλυπτικά– την ενήλικη ζωή μου κι έδωσε μια κατεύθυνση σε ένα αδιέξοδο που με ταλαιπωρεί τελευταία: Το δίλημμα και την αγωνία για το ποια θα ’ναι η επόμενη ταινία μου. Μ’ έκαναν να νιώσω την «υπόγεια» επιρροή του δρόμου αυτού στη ζωή μου. Κι αποφάσισα να πω την ιστορία αυτού του δρόμου σαν να είναι ιδέες για ταινίες που θα ήθελα να κάνω και που –έτσι κι αλλιώς– «κινηματογραφώ» καθημερινά με την κάμερα του κινητού μου για να ξεχαρμανιάζω. 

Από το Sotris στην Κουίντα

Εδώ, σ’ αυτό το δρόμο ξεκίνησα να κάνω τις ταινίες που αγαπώ και να ζω τη ζωή που ονειρευόμουνα κι οι ιστορίες αυτού του δρόμου στοιχειώνουν τις ιδέες που παλεύω να μορφοποιήσω σε σενάρια. Εδώ, σε ένα δρόμο κατασκευασμένο, που ό,τι κρύβει δεν το εξολοθρεύει: όπως τα σκεπασμένα νερά του υπόγειου χειμάρρου που συνεχίζει να κυλάει υπόγεια· όπως τους πρώτους ενοίκους του που τους πρόλαβα να πεθαίνουν υπέργηροι, πάντα σταθεροί στην «ιδεολογία» του «Φωκιωνεγρίτη»· και κυρίως διαπίστωσα με ποιους τρόπους δεν εξολοθρεύεται εύκολα το παρελθόν που ελλοχεύει μέσα στις απίστευτες παραλλαγές των διηγήσεων όσων είδαν να δημιουργείται αυτός ο δρόμος, το κέντρο μιας περιοχής που άλλαζε: της Κυψέλης. 

Στην αρχή έτρεχαν στα πλαϊνά του ορατά τα νερά του ποταμού που σκεπάστηκε· ύστερα κρύφτηκαν κι αυτά κι ο δρόμος έκλεινε τα απογεύματα για να βολτάρουν πάνω κάτω οι Αθηναίοι ακολουθώντας νοερά την κατεύθυνση των αυτοκινήτων. «Εδώ θα ζω όταν μεγαλώσω», δήλωνα στις παιδικές θερινές διακοπές που περνούσα σ’ αυτό το δρόμο εξαιτίας της θείας Αφροδίτης, τρώγοντας τις εξαιρετικές κασερόπιτες του κ. Ακτύπη και ψωνίζοντας κάτι αδιανόητο για την εποχή: ρούχα εισαγωγής, φερμένα κατευθείαν από το εξωτερικό, στο πρώτο «Σότρις»· όλα αυτά τα στοιχεία που μου επέτρεπαν να δηλώνω επιδεικτικά (και να πιστοποιώ) στην επαρχιακή πόλη που ζούσα τη μετεγκατάστασή μου οσονούπω. Όπως έκαναν οι περισσότεροι επαρχιώτες μεταπολεμικά με αποτέλεσμα η Αθήνα να είναι πλέον η μισή Ελλάδα.

Ο μαρμάρινος σκύλος που πέρασε, λέει, έναν τυφλό απέναντι κι έγινε άγαλμα δίπλα στην –κάποτε– λίμνη με τους κύκνους, σήμα κατατεθέν σε σκηνές σινεμασκόπ ταινιών του ’60, ήταν μια απόδειξη πως ο κινηματογραφικός βίος διαδραματιζόταν στη Φωκίωνος Νέγρη που γινόταν συχνά φυσικό σκηνικό και πως οι σταρ κατοικούσαν εκεί. Όταν ο μπαμπάς μου μας έφερνε τις Κυριακές με ταξί να φάμε στη «Θράκα» ή στον «Γρύλλο», στα πεζοδρόμια της Φωκίωνος Νέγρη, ονειρευόμουν πως έτσι θέλω να ζω, περιτριγυρισμένος από τα σύμβολα της ζωής που με αφορούσε και περιείχε μέσα της ταινίες. 

Κι έτσι με «κόλπο» έπεισα τους γονείς μου να μετακομίσω στην Αθήνα νωρίς. Στην αρχή ήρθα, μαθητής, σε ένα δρόμο δίπλα. Οι εγκατεστημένοι Φωκιωνεγρίτες δεν επέτρεπαν να εισχωρήσει κανείς εύκολα στο «άβατο» που είχαν στήσει: τα σπίτια προς ενοικίαση ήταν ελάχιστα. Αλλά καθώς το σχολικό μου ανεβοκατέβαινε κάθε πρωί και κάθε μεσημέρι ολόκληρη τη Φωκίωνος, την παρατηρούσα εξονυχιστικά· κατέγραφα κάθε λεπτομέρειά της. Το άγαλμα του Τόμπρου στο σιντριβάνι: μια γυναίκα που απενοχοποιεί τα στέρεα και ογκώδη κάτω άκρα στην, καταδυναστευμένη από αδύνατα μοντέλα, δεκαετία του ’60. Τις πρώτες κούκλες με κίνηση στα χέρια στις βιτρίνες των μπουτίκ – ξενόφερτες λέξεις που εισέβαλαν με φόρα στην πόλη. Το μπαρ «Κουίντα» που επέμενε να εισάγει τη νέα διασκέδαση στους Αθηναίους προσχωρώντας σε νέα μουσικά είδη. Επιτέλους ένα ιταλικό εστιατόριο –ίσως το δεύτερο της Αθήνας– με αληθινές ιταλικές γεύσεις, όχι παραποιημένες από την ντόπια κουζίνα. Υπαίθρια τραπέζια που μπορούσες να τρως κάτω από δέντρα μέσα σε μια πόλη που τσιμεντοποιούνταν ασφυκτικά.  Εφηβικές ροκ συναθροίσεις στο «Π» – έναν αυτοσχέδιο υπαίθριο πυρήνα ανταλλαγής ροκ μουσικής, κάτι σαν προάγγελο του  ίντερνετ και του Youtube. 

Κι όμως η δική μας Dolce Vita θα εξελισσόταν διαφορετικά από εκείνη, της Ρώμης. Η δεκαετία του ’80 ερχόταν με διαφορετικές απαιτήσεις. Ο δρόμος πάλιωνε με μια παρακμή αναπότρεπτη, και τα ζαχαροπλαστεία όπου κάναμε τα πρώτα εφηβικά dates άρχισαν να αδειάζουν και να κλείνουν. Μόνο το φωτογραφείο «Ελίτ» επέμενε να εκθέτει τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες των σταρ στη βιτρίνα του. Τότε είναι που σαρωτικοί δήμαρχοι άρχισαν να φαντασιώνονται τη Φωκίωνος Νέγρη αποκλειστικά πεζοδρόμο, προχειροφτιαγμένο, που όλο επανεξετάζονταν, ξηλωνόταν και ξαναφτιαχνόταν. Κι εμείς μεγαλώναμε. 

Ο δρόμος έμοιαζε να χάνεται στο «άβατο» ενός κόσμου που δεν ήξερε πώς να αλλάξει. Πάνω σε ένα μηχανάκι το ’σκαγα κάθε βράδυ από τη Φωκίωνος Νέγρη με προορισμό τις νέες must περιοχές της πόλης. Τότε ήταν που ένας σπουδαίος ηθοποιός, ο Λευτέρης Βογιατζής, διάλεξε την περιοχή –που ξέπεφτε– για να σκηνοθετήσει άγνωστα θεατρικά έργα σε ένα διαμέρισμα, στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας, όπου τελικά έστησε ένα δυναμικό θέατρο. Εκεί οριοθετήθηκε μια νέα «επανάσταση» μαζί με την απενοχοποίηση στο ελληνικό θέατρο. Οι ιστορίες του Λευτέρη γίνονταν η ζωή μας κι ένας τρόπος να διαχειριζόμαστε τα αδιέξοδά μας χωμένα στα αδιέξοδα των δρόμων της πόλης μας. 

Η ελληνική Τσινετσιτά

Στο τέλος του περασμένου αιώνα αποφάσισα να κάνω μια ταινία για σκοτοδίνες και για τον τρόπο που οι έρωτες της Αθήνας επηρεάζονται από τους περίπλοκους αρχιτεκτονικούς σχηματισμούς της: το «Black Out».  Κανείς παραγωγός δεν εμπιστευόταν ένα τέτοιο σχέδιο. Η παρηκμασμένη κι αναποφάσιστη (στο τι θα γίνει) Φωκίωνος Νέγρη –πεζόδρομος πια– έδωσε «στέγη» σε μια ομάδα αυτοσχέδιων παραγωγών που ξεκινήσαμε με τη φόρα της άγνοιας ένα παράτολμο σχέδιο. Παρακινητής η Χάνα Συγκούλα, που είδε σ’ αυτό τον δρόμο μια υπόγεια δύναμη, κρυμμένη, αντίστοιχη, έλεγε, μ’ αυτή του Βερολίνου λίγο πριν την ενοποίηση των Γερμανιών, το 1989, κι αποφάσισε να συμμετάσχει δυναμικά στην πρώτη ταινία ενός νέου έλληνα σκηνοθέτη. Ενώ όλοι στοιχημάτιζαν πως η ταινία δεν θα γίνει ποτέ, ο πεζόδρομος έγινε απρόσμενα το γραφείο μας κι από τότε δεν κατάφερα να φύγω ακόμα. 
Τα ξενύχτια της ομάδας έβρισκαν καταφύγιο τους χειμωνιάτικους μήνες στη Φαίδρα Νο 1, όπου άκουγες να χτυπάνε τα αυγά της ομελέτας που παράγγειλες, και το καλοκαίρι στα υπαίθρια τραπέζια της Φαίδρας Νο 2, εκεί που ο πεζόδρομος της Φωκίωνος Νέγρη έμοιαζε να σου προσφέρει δείπνο σε εξοχικό θέρετρο. Μια οικογένεια αδελφών από την Ήπειρο είχαν τις δύο γειτονικές Φαίδρες και σύντομα άρχισαν να μας διηγούνται ποιοι είχαν περάσει από τα μαγαζιά τους, πόσους σταρ του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου είχαν ταΐσει από το ’60 όταν ξενυχτούσαν εκεί μετά τα γυρίσματά τους. Τότε που η Φωκίωνος Νέγρη έμοιαζε με μια ιδιότυπη ελληνική Τσινετσιτά όπου κατοικούσαν ηθοποιοί, σκηνοθέτες κτλ.: τα μέλη μιας κινηματογραφικής κοινωνίας που αποδεκατίστηκε στη δεκαετία του ’70 με τον ερχομό του βίντεο που συνέπεσε συμπτωματικά με την πεζοδρόμηση της Φωκίωνος. Όλοι αυτοί οι «κινηματογραφιτζήδες» μετακόμισαν. Εκτός από μια τολμηρή σταρ της εποχής που δεν έφυγε ίσως γιατί έμεινε ανύπαντρη κι ο δρόμος είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε δρόμο φιλικό στους εργένηδες: την Άννα Καλουτά, ηθοποιό, τραγουδίστρια και χορεύτρια που μέχρι να πεθάνει στα 103 της, ντυμένη λαμπερά και πένθιμα με κατακόκκινο κραγιόν στα χείλη, έπινε τον καφέ της στο «Σπιτικό» λίγο πριν ξεκινήσει για την επόμενη κηδεία φίλου, συνάδελφου ή παλιού εραστή της. Πρόλαβε να τους ξεπροβοδίσει σχεδόν όλους τους παλιούς σταρ ενώ συγχρόνως αποκαθιστούσε τα παλιά κλέη του δρόμου έως τις αρχές του 21ου αιώνα βολτάροντας με το πανομοιότυπης ράτσας σαλονάτο, ολόλευκο, μικροσκοπικό σκυλάκι της – σύμβολο μιας εργένικης κινηματογραφικής ματαιοδοξίας που είναι αναγκαία για να κάνει κανείς ταινίες εκτός οργανωμένης βιομηχανίας και για να τολμήσει μεγαλόπνοα σχέδια. Το θέατρο που η ίδια έχτισε στην περιοχή χρεοκόπησε, έγινε κινηματογράφος και σήμερα είναι ένα τεράστιο σούπερ μάρκετ. Σε μια περιοχή που κάποτε μόνο τα θερινά υπαίθρια σινεμά της ξεπερνούσαν τα 140. Η αθηναϊκή Τσινετσιτά είχε δώσει τη θέση της σε μικρές θεατρικές σκηνές: 4 νέες σκηνές ξεπήδησαν στο σταυροδρόμι που ο Βογιατζής έστησε το δικό του, στην ίδια περιοχή που κάποτε πρωτοέστησε τη Μάντρα του ο Αττίκ. 

«Τραγουδάνε οι νέγροι στη Φωκίωνος Νέγρη»

Δεκαετίες μετά την άνθηση του ελληνικού κινηματογράφου που συνέπεσε με την πρώτη ακμή της Φωκίωνος Νέγρη, εμείς παλεύαμε για ένα νέο ανεξάρτητο σινεμά στον ίδιο δρόμο, σε μια χώρα που δεν κατάφερε ποτέ να κάνει τον κινηματογράφο βιομηχανία. Τότε άρχισα να νιώθω πως αυτός ο δρόμος μπορεί τελικά να φτιάχτηκε για να «στεγάσει» αυτό το ιδιότυπο αμάλγαμα από διαφορετικούς πολιτισμούς που μαζεύονται στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις και τις διαφορετικές «γλώσσες» που απαρτίζουν τον ελληνικό κινηματογράφο. 

Μια σειρά τυχαίων συμπτώσεων σε σχέση με το παρόν και το παρελθόν αυτού του δρόμου ξεκαθάριζαν μέσα μου τα δικά μου μπερδέματα σχετικά με το τι θα πει «κινηματογράφος» και τι θα πει «ζωή» και πώς ζει κανείς κάνοντας σινεμά σε μια χώρα σαν τη δική μας, σε μια γειτονιά που αποκλειόταν σιγά-σιγά όλο και πιο πολύ από την πρωτεύουσα που την περιέχει· μια γειτονιά με κέντρο της έναν φτιαχτό δρόμο που σκεπάζοντας έναν χείμαρρο την ένωσε με την Αθήνα, και τώρα μοιάζει να τη «χωρίζει» σαν να ’ναι ένα αυτόνομο κρατίδιο. Φταίνε, λέει, οι μετανάστες κι οι πρόσφυγες που άρχισαν να βρίσκουν καταφύγιο πέριξ της Φωκίωνος Νέγρη. Ο ερχομός τους στη γειτονιά μας ίσως οφείλεται στα πολλά και φτηνά υπόγεια, ίσως στην πληθώρα διαθέσιμων κατοικιών σε μια πυκνονοκατοικημένη περιοχή που ανταγωνίζεται το Πεκίνο στις στατιστικές και που οι πρώτοι κάτοικοί της το «’σκασαν» για τα προάστια στο τέλος του 20ού αιώνα, ίσως στο ότι η περιοχή με έναν δικό της τρόπο μοιάζει φιλική στον «ξένο», ίσως όμως τελικά και να οφείλεται στο λογοπαίγνιο που δημιούργησε τον σατυρικό στίχο του δημοφιλούς τραγουδιού «τραγουδάνε οι νέγροι στη Φωκίωνος Νέγρη...». 

Αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου

Όπως και νά ’χει ο δρόμος άρχισε να μετατρέπει τα παλιά ζαχαροπλαστεία του σε αλλεπάλληλες καφετέριες κι ο καφές (φραπές στην αρχή και φρέντο στη συνέχεια), όποια ώρα της μέρας, γίνεται μια δικαιολογία εξόδου και συναντήσεων μεταξύ του ντόπιου και του έγχρωμου εξωτικού στοιχείου που αυξάνει πέριξ του πεζοδρόμου. Κι όσο οι ανυπόστατες φήμες περί της επικινδυνότητας της περιοχής φουντώνουν, όσο οι νέοι «ξένοι» επανδρώνουν τη γειτονιά, όσο οι «γηγενείς» της περιοχής μετακομίζουν μαζικά στα νέα κέντρα στα προάστια της πόλης,  η επίδοξη Τσινετσιτά της Αθήνας, η Φωκίωνος Νέγρη, αρχίζει να στεγάζει ξανά κινηματογραφικά γυρίσματα: διαφημιστικά, κινηματογραφικές ταινίες που αναπάντεχα «σκίζουν» στο φοβισμένο ελληνικό box office, τηλεοπτικές σειρές, ντοκιμαντέρ, video clips κι ό,τι άλλο απαιτεί έτοιμα σκηνικά που δεν χρειάζονται κοστοβόρες παρεμβάσεις. Τα φτηνά σπίτια, τα παρατημένα διαμερίσματα, τα αρχιτεκτονικά ίχνη ενός μοντερνισμού που φρέναρε ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος γίνονται το σκηνικό για κάθε είδους παραγωγή σε μια γειτονιά που διεκδικεί ξανά τον τίτλο της Τσινετσιτά. 

Σε μια πόλη, όπου μέσα σε έναν αιώνα αύξησε τους –αρχικά– 20.000 κατοίκους της σε 5.000.000 χωρίς κανένα σχεδιασμό, όπου η δικτατορία του ’70 έδωσε το δικαίωμα σε μηχανικούς να χτίζουν σπίτια χωρίς αρχιτέκτονες, η Φωκίωνος Νέγρη και η πέριξ περιοχή της διεκδικούν τη θέση ενός δειγματοληπτικού «καταλόγου» εξαιρετικών κατοικιών που περιλαμβάνει όλα τα αρχιτεκτονικά είδη της πρωτεύουσας καλά σχεδιασμένα· εκεί μπορεί να συναντήσει κανείς τις πιο ενδιαφέρουσες στιλιστικές αναζητήσεις των αρχιτεκτόνων του μεσοπολέμου. Αυτά τα κτίρια στέκουν ακόμα –συνήθως παρατημένα αλλά ατόφια– και διεκδικούν –εκτός από σκηνικό ταινιών– ένα νέο μέλλον δυναμικό, όπως και η ίδια η πόλη. Τότε είναι που νέοι καλλιτέχνες αρχίζουν να εγκαθίστανται –δειλά αλλά σταθερά– στην περιοχή και αποφασίζουν πως θέλουν να ανιχνεύσουν το χαοτικό πολεοδομικό σχηματισμό της πόλης μας μέσα από τη μετάβαση μιας αστικοποιημένης πυκνοκατοικημένης περιοχής στο επόμενο κι απρογραμμάτιστο στάδιό της. Είναι η στιγμή που η κρίση παγιδεύει τη νεοελληνική κοινωνία ξανά με απειλές έξωθεν κι εντός, με παλινδρομήσεις και μπερδέματα και αδιέξοδα που αφορούν ντόπιους και μετανάστες-ντόπιους. 

Η ομάδα μας κάνει –πάλι με έδρα τη Φωκίωνος Νέγρη– μια άλλη ταινία, το «J.a.c.e.», για μπερδεμένους λιμπιντικά ορφανούς ελέφαντες: στα σύνδρομά τους ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας και την πόλη μας και την ιστορία του δρόμου μας. Το σενάριο μέσα από αληθινές ιστορίες αποτυπώνει πώς το πλαστό life style, στην αλλαγή της χιλιετίας, εμπορεύεται μετανάστες και πρόσφυγες. Η κρίση διακρίνεται έντονα στον πεζοδρόμο που ερημώνει παράλογα νωρίς τα βράδια, φαίνεται στα παγκάκια που γεμίζουν κόσμο που δεν έχει να πληρώσει έναν καφέ για να κάτσει στα τραπεζάκια, στο νέο «επάγγελμα» των ανθρώπων που ψάχνουν στα σκουπίδια για να εμπορευτούν ό,τι βρουν, στους άστεγους που αρχίζουν να εποικίζουν (για πρώτη φορά στην ιστορία της) τη Φωκίωνος Νέγρη. Η αγαπημένη μου ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη, που ’ρθε να μείνει στη γωνία του δρόμου, ανάμεσα στις μεγάλες σιωπές της, με ένα σπουδαίο κείμενο έστρεψε το βλέμμα μας πάνω σε εκείνους που εμπορεύονται τα σκουπίδια· τους εντοπίζει πρώτη, κι ύστερα στα καφέ του πεζοδρόμου ολοκληρώνει μια νέα μετάφραση του «Catcher in the rye» του Σάλιντζερ στα ελληνικά, σαν έναν τρόπο να αντισταθεί κανείς αμφισβητώντας καταρχήν. Νέα παιδιά για οικονομικούς λόγους επιστρέφουν από τα προάστια στα παρατημένα διαμερίσματα των γονιών τους στην περιοχή, σπίτια διαθέσιμα πουλιούνται και νοικιάζονται στη Φωκίωνος Νέγρη, ξένοι καλλιτέχνες σπιτώνονται σε ιδιότυπα καλλιτεχνικά residencies του δρόμου, και ξαφνικά γίνεται εύκολο να παρκάρει κανείς γύρω από τον πεζόδρομο – πράγμα που απαιτούσε συνήθως 20λεπτο. 

Κάπου εκεί μέτρησα 3 ταινίες, 3 ντοκιμαντέρ, 6 διαφημιστικά, 2 τηλεοπτικές σειρές να γυρίζονται ταυτόχρονα στο δρόμο και στη γειτονιά, τουλάχιστον 7 θέατρα να ανεβάζουν παραστάσεις και τους περιπατητικούς θεατές του «X apartments» του Fast Forward Festival να εναλλάσσονται ανά δύο σε παραστάσεις σε 8 διαμερίσματα της περιοχής με τελευταίο σταθμό το Άσυλο Ανιάτων, το –κάποτε– σπίτι του Γάλλου πρέσβη και του πρωθυπουργού στον 19o αιώνα κι έπειτα το πρώτο φιλανθρωπικό ίδρυμα της πόλης. Αν μπορούσα να αρχίσω αύριο την επόμενη ταινία μου ήρωας θα ’τανε ο Παναγιώτης, 45 χρόνια στο Άσυλο, καθηλωμένος σε μια αναπηρική πολυθρόνα με τα χέρια δεμένα, δίχως καθαρή ομιλία. Κάθε πρωί με μικρές άναρθρες κραυγές καταφέρνει μόνος να βρει τον «οδηγό» του που θα τον μεταφέρει από το Άσυλο στον πεζόδρομο για να πιει τον καφέ του. Με απίστευτη επικοινωνιακή επινοητικότητα υποδεικνύει ο ίδιος στον «οδηγό» του –που σπρώχνει το καρότσι του– από πού να περάσει αφού συνήθως είναι εμποδισμένη η προσπέλαση των αναπήρων. Του αρέσει να κάθεται απέναντι στα σιντριβάνια της Φωκίωνος Νέγρη και βρίσκει τρόπο να πλησιάσει το καλαμάκι του φρέντο με τα χείλη ενώ τα χέρια του παραμένουν δεμένα στην πολυθρόνα. Αυτή η ιδιότυπη φωκιωνεγρίτικη επινοητικότητα μετατρέπει τους καλοκαιρινούς μήνες τα σιντριβάνια αυτά σε πισίνες για τα παιδιά που δεν μπορούν να πάνε στη θάλασσα· ακόμα και στις πιο κοντινές παραλίες.

Το κέντρο του κόσμου

Έφηβοι-παιδιά μεταναστών 2ης γενιάς, που η ελληνική πολιτεία τούς αρνείται ιθαγένεια (το ίδιο κάνει κι η πατρίδα καταγωγής τους αφού μεγάλωσαν εδώ), διεκδικούν πια τη θέση τους στον πεζόδρομο σε μπαρ με ναργιλέδες κι εξωτικές μουσικές. Συχνά τα βράδια στήνουν 5λεπτους ηχηρούς εμφύλιους που ακούγονται σαν αιφνίδιες διαδηλώσεις στον πεζόδρομο. Φήμες λένε πως οι περίεργες ράτσες μεγαλόσωμων σκυλιών, που άρχισαν να κυκλοφορούν τελευταία στην περιοχή, παίρνουν μέρος σε κρυφές κυνομαχίες οργανωμένες από συμμορίες παιδιών που τα θεωρούμε παρίες και αόρατα αλλά αυτά μεγαλώνουν εδώ και μιλάνε ελληνικά. Τις Κυριακές οι οικογένειες από την Αφρική ντύνονται λαμπερά και κατεβαίνουν τον πεζόδρομο στήνοντας υπέροχες αυτοσχέδιες «παρελάσεις» που καταλήγουν σε μια μελωδική λειτουργία στην Καθολική εκκλησία στην οδό Επτανήσου. Σύλλογοι ντόπιων ψάχνουν τον τρόπο που θυμάται κανείς, που γίνεται λειτουργικός, που ξαναζωντανεύει το ρημαγμένο τόπο τους κι οργανώνουν συμμετοχικές δράσεις και υπαίθριες προβολές ταινιών στον πεζόδρομο, ανοιχτές στο κοινό. Ο Άστον Κούτσερ που ’μεινε, λέει, στην απέναντί μου πολυκατοικία, επιμένει με σχόλιά του (στο σάιτ ενοικιάσεων του διαμερίσματος που έμεινε) πως η Φωκίωνος Νέγρη είναι υπέροχες «διακοπές» στην πόλη: σε μια πόλη που δεν βρήκε ακόμα τον τρόπο να ’ναι πρωτεύουσα και φιλική αλλά σίγουρα είναι πάντα περιπετειώδης και ερωτική. Χρόνια το έψαχνα ώσπου το βρήκα να νοικιάζεται δίπλα στο σπίτι μου με είσοδο καλυμμένη από έναν μουσαμά: το υπόγειο σινεμά «Νέγκρο», διάσημο για τις αισθησιακές προβολές του και την αποθέωση του Γκουσγκούνη από θαυμαστές. Ο ένας του τοίχος κρύβει την κοίτη του κρυμμένου ποταμού. 

Όταν με ρωτούν γιατί μένω εδώ απαντάω με τη φράση του Χρήστου Βακαλόπουλου, που έλεγε πως η Κυψέλη είναι το κέντρο του κόσμου. Ο αρχιτέκτονας Νίκος Καββαδάς το εντόπισε αυτό το κέντρο, λέει, εκεί που το κρυμμένο ποτάμι συναντάει την Επτανήσου, ενδεχομένως τον μόνο δρόμο της πόλης που η αρχή του και το τέλος του ορίζονται από δύο μνημειακές εκκλησίες με σπάνιο Κόντογλου μέσα. Ίσως όμως όλα αυτά να είναι απλώς σουσουδίστικες δικαιολογίες για να μην ομολογήσω πως μένω στην Κυψέλη γιατί έχει ακόμα φτηνά σπίτια και γιατί σ’ αυτή την περιοχή δεν ξιπάζεται κανείς, ούτε ξεγελιέται πως είναι άλλος, και κυρίως δεν ξεχνά πως παραμένει ξένος κι επαρχιώτης στην πρωτεύουσα. 
Ίσως να φταίει αυτό το υπόγειο κρυφό ποτάμι (μήπως είναι χείμαρρος;) που οι ταινίες που κάνω τώρα ψάχνουν τους αόρατους κρυφούς αξιοσημείωτους αυτής της πόλης και τον τρόπο που οι ζωές τους γίνονται διαδραστικά παραδείγματα ζωής και πολιτικής αφύπνισης. Καθημερινά φωτογραφίζω απέναντι απ’ το σπίτι μου με το κινητό μου έναν –αιφνίδια– κομμένο κορμό ενός άρρωστου δέντρου περιμένοντας να δω πότε θα ξαναβγάλει φύτρες. Ίσως είναι η ανάγκη μου να νιώσω πως αυτά τα υπόγεια νερά συνεχίζουν να τροφοδοτούν και να καθορίζουν το δρόμο μας και πως είναι σαν να ζούμε σε μια παραλία ή πάνω σε ένα δρόμο-σχεδία που επιπλέει στο νερό και μαζί επιπλέουμε κι εμείς και τα σπίτια μας κι οι ζωές μας. 

Έτσι είναι οι ταινίες που ονειρεύομαι· κι αυτός είναι ο δρόμος μου. Κι αν κάτι με εμποδίσει να ξανακάνω ταινία, όπως τη φαντάστηκα, μέσα στο κινητό μου θα ’ναι κλειδωμένες οι ιδέες κι οι ταινίες που δεν έκανα αλλά που κάνω κάθε μέρα· οι πιο πολλές με αφορμή κι αφετηρία αυτό το δρόμο. 


Φωτό: Μενέλαος Καραμαγγιώλης

Δειτε επισης

Back to top

Προσεχως

A Rock Story
A Rock Story
Trii-Art Hub
21.02.2019
A Rock Story
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5