Life in Athens

Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος και η Αθήνα που άργησε να αγαπηθεί

Με αφορμή τα 1000 τεύχη της ATHENS VOICE, ο Παναγής Παναγιωτόπουλος εξετάζει πώς άλλαξε η εικόνα της Αθήνας τις τελευταίες δεκαετίες

23660472_945802692242346_639465225_o.jpg
Παναγής Παναγιωτόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 1000
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Η Αθήνα του Παναγή Παναγιωτόπουλου
Η Αθήνα του Παναγή Παναγιωτόπουλου

Μια γενεαλογία της αθηναϊκής κρίσης: Η Αθήνα του Παναγή Παναγιωτόπουλου

Η ιστορία της σύγχρονης Αθήνας είναι και η ιστορία των αναπαραστάσεών της, των προβολών και των επενδύσεων που γίνονται πάνω της. Κι αυτό δεν είναι ξεκομμένο από την πραγματικότητα της πόλης και από τα βιώματα των ανθρώπων της. Λόγω της αστικής πυκνότητας και αυτής της ασταμάτητης αντανάκλασης που προκαλεί η σύγχρονη πόλη –ο Γερμανός κοινωνιολόγος Γκέοργκ Ζίμελ έχει, σε αυτό το σημείο, κατανοήσει εξαιρετικά τη δυναμική του δομημένου μητροπολιτικού περιβάλλοντος πάνω στον συλλογικό ψυχισμό ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα–, οι εντυπώσεις για την πόλη μας, η συνείδηση που αναπτύσσουν γι’ αυτήν οι επισκέπτες, ο τρόπος που αυτοσκηνοθετείται, οι αναδράσεις προηγούμενων περιγραφών της εμπειρίας –και εσχάτως, με την κουλτούρα της πλατφόρμας, του Google Maps και των αξιολογήσεων, η άμεση συσχέτιση του δικού μας in situ βιώματος με τη γνώμη που άφησαν άλλοι για ένα σημείο, ένα τοπόσημο ή ένα κατάστημα–, όλα αυτά συμπλέκονται και ενίοτε ενοποιούνται.

Η αφαίρεση του λόγου και η εμπειρία του βιώματος δεν απέχουν στην πόλη τόσο πολύ– ειδικά στην Αθήνα, όπου η πυκνή δόμηση και η απουσία βλεμματικής διαφυγής πυκνώνουν τον χρόνο και πολλαπλασιάζουν την αίσθηση. Έτσι, χωρίς να μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η καταγραφή της ζωής, των κοινωνικών σχέσεων και των ανταγωνισμών ανάγεται στον τρόπο που δομείται η αίσθηση της πόλης, μπορούμε σίγουρα να πούμε ότι η τελευταία είναι αναπόσπαστο και θεμελιώδες στοιχείο τους. Αυτό που είναι η Αθήνα προσδιορίζεται, περισσότερο ίσως απ’ ό,τι σε άλλες μεγάλες πόλεις του κόσμου, από τις προβολές και τις επενδύσεις που γίνονται πάνω της, και ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, τα αστικά τους συναισθήματα, διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από το πώς μιλάμε γι’ αυτήν: εμείς οι κάτοικοι, οι επισκέπτες, μα και όσοι αναφέρονται σ’ αυτήν. Κι αυτό έχει βεβαίως τη βαθιά και δεσμευτική ιστορική του ρίζα. Η Αθήνα, πόλη μοναδικής εμβέλειας στην αρχαιότητα, επανεφευρέθηκε τον 19ο αιώνα για να φιλοξενήσει τις προσδοκίες για την εθνική αναγέννηση, τις ευρωπαϊκές προβολές για τον δυτικό πολιτισμό και, προοδευτικά, να υποδεχτεί και να δομήσει τον σύγχρονο ελληνικό βίο. Δεν χρειάζεται όμως να πάμε τόσο πίσω για να εντοπίσουμε διακυμάνσεις και ενδιαφέροντα στοιχεία σ’ αυτά τα συναισθήματα για την Αθήνα και για να αξιολογήσουμε τον τρόπο που αυτά επηρεάζουν την εμπειρία της πόλης. Αρκεί να το θυμόμαστε, ώστε να μη νομίζουμε, για παράδειγμα, ότι ο τρόπος με τον οποίο σήμερα ο τουρισμός και το βλέμμα των ξένων επηρεάζουν τη διαμόρφωση της πόλης είναι κάτι καινοφανές.

Μπορούμε λοιπόν να απομονώσουμε μια μεταπολιτευτική ιστορία της αυτοεικόνας της Αθήνας και του τρόπου με τον οποίο η πόλη ενσωματώνει το βλέμμα, το οποίο διαμορφώνει ένα οπτικό φάσμα που αντανακλά εθνικές και παγκόσμιες ιδεολογίες για την πόλη, την ανάπτυξη, τις κοινωνικές σχέσεις και, εντέλει, την ίδια τη δημοκρατία.

Μεταπολίτευση: Άνθηση και άρνηση

Η Αθήνα της μεταπολίτευσης έχει καταληφθεί από την πολιτική υλοποίηση των κοινωνικών και ατομικών οραμάτων της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης. Η δημοκρατία του 1974-1975 είναι η στιγμή κατά την οποία τα οράματα του κόσμου της εργασίας, του σύμπαντος της ιδέας της ατομικής προόδου και του ειρηνικού συναισθήματος μιας ανάπτυξης με δυτικά, φιλελεύθερα, ευρωπαϊκά και καταναλωτικά πρότυπα ευθυγραμμίζονται με το πολίτευμα της αυθεντικής αντιπροσώπευσης, την κυριαρχία μιας εκκοσμικευμένης, δηλαδή αβασίλευτης, εξουσίας, τη μέριμνα για δικαιοσύνη, την άρση του αντικομμουνισμού και την επικράτηση των φιλελεύθερων αρχών του κράτους δικαίου. Αυτά που ενσάρκωνε η αθηναϊκή ζωή της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης και δεν έβρισκαν την πολιτική και δημοκρατική τους ανταπόκριση συναντούν τη θεσμική τους έκφραση. Η δημοκρατία του 1974 είναι η πιο ακριβής προβολή ενός αστικού, δημοκρατικού και εκσυγχρονιστικού πάθους, που χτίστηκε μαζί με την αθηναϊκή πολυκατοικία του Μεσοπολέμου, τη νυχτερινή ζωή της Φωκίωνος, τις λαϊκές κινητοποιήσεις κατά του αυταρχισμού, τη γεύση δυτικής καταναλωτικής πολυτέλειας των Χριστουγέννων, τα πρώτα δημοκρατικά φλερτ στις ακτές του ΕΟΤ, τον χλιδάτο χιπισμό που δανείζονταν οι ανώτερες κοσμοπολίτικες τάξεις από τους τουρίστες – εξευγενίζοντάς τον σε στιλ και σεξουαλικό υπαινιγμό.

Οι θεσμοί και το βίωμα μπορεί να ευθυγραμμίστηκαν επιτέλους τότε, όμως η ιδεολογία και ο νέος πολιτισμικός καθωσπρεπισμός που κυριάρχησε μαζί και δίπλα σε αυτά είχαν άλλη γνώμη για την πόλη. Θα χρειαζόταν να ανασυγκροτηθεί ολόκληρη η πολιτισμική ιστορία της Μεταπολίτευσης για να συλλάβουμε με ακρίβεια τους μηχανισμούς αυτής της ασυμφωνίας· μπορεί κανείς όμως να σταθεί σε μια πολύ αδρή περιγραφή τους. Τι συνέβη λοιπόν γύρω από την Αθήνα τις πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες, σε επίπεδο ιδεών και τρόπων να μιλάς για την πόλη;

Ενώ ολοκληρωνόταν η μητροπολιτική ανάπτυξη και η Αθήνα είχε μετατραπεί σε ιδανική κοιτίδα της δημοκρατικής άνθησης, ενός ευ ζην που, έπειτα από πολλές δεκαετίες οικονομικών και θεσμικών ανισοτήτων, άρχισε να κυκλοφορεί ανάμεσα σε ολοένα και πλατύτερες μάζες των μεσαίων στρωμάτων, ο λόγος για την πόλη, βασιζόμενος σε παλιότερα συντηρητικά ιδεολογήματα, άρχισε να γίνεται συγκεκριμένος και σαφής. Και, κυρίως, έγινε αρνητικός. Η σύγχρονη πόλη στιγματίστηκε ως πηγή των κοινωνικών δεινών, τόπος αλλοτρίωσης, έκφραση της απώλειας του εαυτού μας – εθνικού, προσωπικού, καταγωγικού, ταξικού. Τσιμέντο, πυκνότητα, ανωνυμία, αφιλόξενη πολυκατοικία, μοναδοποίηση και μαζικότητα, καταναλωτισμός και, κατόπιν, νέφος, μόλυνση και κακός τρόπος ζωής: αυτά είναι τα περιγραφικά κλειδιά που θα ανακυκλώνονται για πολλές δεκαετίες στη δημοσιογραφία, στον λόγο των διανοουμένων, στις ενεργές περιμέτρους της σύγχρονης τέχνης και, κυρίως, στην έκθεση ιδεών.

Η Αθήνα ως τόπος δυσφορίας

Η Αθήνα, πρώτος και κύριος στόχος της αντιαστικής ρητορικής, περιγράφεται ως τόπος της κακής ζωής και της αποξένωσης. Σε πλήρη αντίθεση με τη βιωμένη εμπειρία μιας αρκετά αναπτυγμένης διαταξικότητας, κυρίως στον κάθετο άξονα της κοινωνικής συνύπαρξης που εκπροσωπεί η πολυκατοικία, στον λόγο για την πόλη μέχρι και το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αι. προβάλλονται ποικίλες εκδοχές κοινωνικού συντηρητισμού και το άτυπο ιδεολογικό φαντασιακό ενός αδήλωτου αλλά ισχυρότατου αρχαϊσμού. Ο πολιτισμικός λαϊκισμός που επικράτησε στις κρατικές πολιτικές του ΠΑΣΟΚ –σε απόλυτο συνδυασμό με την εγκατάλειψη μεγάλων αστικών έργων και την, απαραίτητη βεβαίως, ενίσχυση της περιφέρειας στον τομέα των δημόσιων υποδομών– εντύπωσε με χαρακτηριστικό τρόπο αυτή την ιδεολογία. Μα τούτη δεν ήταν αποκλειστικά πασοκική· τουναντίον. Είχε την αγάπη της υπαίθρου και της παραδοσιακής τάξης που επικρατεί σ’ αυτήν ως δεξιά κληρονομιά, και τη νεόκτιστη στη Μεταπολίτευση προτίμηση της Αριστεράς για την υπαίθρια οργάνωση του αγώνα, όπως δοξάστηκε από την αγροτική παράμετρο του ΕΑΜ και της Αντίστασης τη δεκαετία του ’40 και τον αντίλαλο του Εμφυλίου στις βορειοδυτικές μας οροσειρές. Ο δεξιός συντηρητισμός της ενάρετης ζωής της επαρχίας και η αριστερή παλινδρόμηση σ’ ένα προαναπτυξιακό ιδανικό που εκλείπει στην πόλη αλλά επιβιώνει στο φαντασιακό της υπαίθρου ήρθαν να συγκατοικήσουν σ’ ένα κοινό μέτωπο κατά της Αθήνας.

Διαμερίσματα-κλουβιά από μπετόν με αποξενωμένους γείτονες: εδώ συνέπιπταν όλοι, ικανοποιώντας και τα υποχρεωτικά μοτίβα της έκθεσης ιδεών, που πάσχιζε να εμφυσήσει αντιπροοδευτικά, αντιτεχνολογικά και αντιαστικά ιδεολογήματα. Μοναχική ήταν η θέση σημαντικών αρχιτεκτόνων –και αρκετών εικαστικών με αυθεντική αγάπη για την ωμότητα του χτισμένου τοπίου– που δεν υποτάχθηκαν στην κοινοτοπία της ρητορικής εχθρότητας προς την πόλη και στην επιτηδευμένη μεταπολιτευτική ανακάλυψη των αρετών της υπαίθρου. Ο βαθύς μοντερνισμός που υπήρχε στον κλάδο τους, η γνώση του μοντέρνου αστικού φαινομένου και οι πρακτικές ευαισθησίες για το πώς στεγάζεται και ζει ένας πληθυσμός τούς έδιναν άλλες δυνατότητες κατανόησης της αθηναϊκής ζωής και της κοινωνικής της ιστορίας. Βέβαια, ο χώρος της αρχιτεκτονικής δεν θα έχει ενιαία αντιμετώπιση του αστικού και αθηναϊκού φαινομένου και στο εσωτερικό του θα αναπτυχθούν και φωνές ενός, οπωσδήποτε λόγιου και συγκροτημένου, αρνητισμού για τη σύγχρονη ζωή και κατοικία.

Η εξιδανίκευση κάθε νεοκλασικής κληρονομιάς και η συχνή αναβάθμισή της έναντι όχι μόνο της μεταπολεμικής πολυκατοικίας αλλά και των μεσοπολεμικών της προγόνων, η κριτική στην αντιπαροχή και την απουσία δημόσιων χώρων στην Αθήνα, η φετιχιστική προσέγγιση του καραμανλικού ξηλώματος του τραμ είναι ορισμένα δείγματα νοσταλγικής απόρριψης του παρόντος μιας πόλης που έσφυζε από ζωή και στην οποία, για τα μέτρα της ελληνικής ιστορίας, συνέβαινε μια πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική κοσμογονία: η γέννηση μιας δημοκρατικής και πολυπληθούς μεσαίας τάξης. Την ίδια στιγμή ο λόγος των ξένων για την Αθήνα είναι ανύπαρκτος· η χώρα τότε επενδύεται από έναν ήπιο εξωτισμό πολιτικής προέλευσης που καταλήγει στην ηλιόλουστη παραλία. Λίγα τα λόγια για την Αθήνα – σίγουρα, πάντως, όφειλε να είναι απλώς σταθμός και όχι προορισμός.

Από την απαξίωση στον εξωτισμό

Αν στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης η αντίφαση ανάμεσα στον αντιαθηναϊκό λόγο και τη βιωμένη και καταφατική αθηναϊκή εμπειρία είναι ισχυρή, το πεδίο της ρητορικής και της εμπειρίας θα αρχίσουν να συγκλίνουν, τουλάχιστον από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 και μετά. Τα ανώτερα μεσαία στρώματα, οι πιο ενδυναμωμένες στα χρόνια της Μεταπολίτευσης ομάδες του αθηναϊκού πληθυσμού, θα αρχίσουν να εγκαταλείπουν τις κλασικές γειτονιές της πρωτεύουσας προς αναζήτηση κοινωνικού κύρους, καθαρότερης ατμόσφαιρας, πιο σύγχρονων και μεγαλύτερων σπιτιών, σε παλιά και νέα προάστια. Το φαινόμενο αυτό θα ενταθεί τις επόμενες δεκαετίες, με αποτέλεσμα τη χαλάρωση του κοινωνικού δεσμού στην πόλη και τη χωρική αποτύπωση νέων κοινωνικών ανισοτήτων. Οξύνεται περαιτέρω με την υλοποίηση των μεγάλων ολυμπιακών έργων και τη δημιουργία του μεγάλου οικονομικού και οικιστικού πόλου των Μεσογείων, στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του νέου αιώνα. Και καθώς η πόλη αδειάζει, η παλιά πόλη –πόσο ενδιαφέρον ότι μπορούμε πλέον να αποκαλούμε έτσι το κέντρο της Αθήνας–, η αντιαστική περιγραφή υποχωρεί προς όφελος ενός νέου εξωτισμού. Η απόπειρα για ένα ήπιο gentrification του Κεραμεικού θα αποτύχει όμως: εξωτισμός για φαγητό, όχι για ύπνο και κοινωνική εικόνα.

Αυτός ο εξωτισμός, στα σπάργανα τότε στα διανοούμενα στρώματα, αλλά απογειωμένος από τους ξένους στο μέλλον, θα βρει το υλικό του τον Δεκέμβριο του 2008, μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και τη μακρά νεανική εξέγερση που ανανοηματοδότησε την Αθήνα – και όχι μόνον. Οι εικόνες του πυκνού αθηναϊκού ιστού, διάστικτου από φωτιές, οι κινούμενες εξεγερμένες μάζες στους δρόμους, τα πράσινα λέιζερ και οι καπνοί των δακρυγόνων μαγνήτισαν το δυτικό βλέμμα. Ανάμεικτα συναισθήματα και ετερόκλητες πολιτικές προβολές, η τραγικότητα της δολοφονίας ενός νέου, τα αδιέξοδα του σύγχρονου καπιταλισμού, η αιώνια ελπίδα κάποιων ότι οι φτωχοί επιτέλους θα ξεσηκωθούν –που κοινωνιολογικά διαψευδόταν από τη σύνθεση των εξεγερμένων– και άλλα πολλά έφτιαχναν την πρώτη εικονολογία μιας νέας Αθήνας. Κι ενός νέου εξωτισμού. Ταυτόχρονα, η προαστιοποίηση της ζωής και η ανάπτυξη περιφερειακών αγορών και τόπων ζωής σε όλο το λεκανοπέδιο και πέραν αυτού συνεχίζονταν αθόρυβα, αδιάκοπα.

Η εικονολογία της νέας Αθήνας θα αποκτήσει παγκοσμιότητα τα χρόνια της χρεοκοπίας και των πολλαπλών κοινωνικών και πολιτικών κρίσεων που δοκίμασαν τη χώρα. Ο εγχώριος λόγος κατά της πόλης έχει ουσιαστικά υποχωρήσει· στην πραγματικότητα, ο χρόνος των εικόνων καταστροφής της πόλης (και της χώρας) συμπίπτει τόσο με την άρση του εσωτερικού αρνητισμού της Μεταπολίτευσης όσο και με τη σκηνοθεσία της Αθήνας ως τόπου του διεθνούς αντισυστημικού φαντασιακού. Η Αθήνα της κοινωνικής και πολιτικής βίας, της καταστροφής, της φτώχειας, του εξτρεμισμού αλλά και των μαζικών εξεγερσιακών ροπών έγινε μια άτυπη πρωτεύουσα του κόσμου. Ως υποχρεωτικός προορισμός των νέων επαναστατών, μπήκε στη χορεία των παγκόσμιων μητροπόλεων και λατρεύθηκε μέσα από τον διάλογο παλιών και νέων ερειπίων. Ένας καλλιτεχνικός και εννοιολογικός λόγος, συχνά πολιτικοποιημένος, αποθέωνε την πάλαι ποτέ μουντή πρωτεύουσα μιας κοινότοπης μεσογειακής και ευρωπαϊκής χώρας.

Ο εξωτισμός αυτός δεν έμεινε στη φθορά του δομημένου χώρου και στην επαναδιαπραγμάτευση της «αρχαίας σκουριάς» του. Μπήκε σε όσμωση με όλες τις νεοκαπιταλιστικές και νομαδικές λειτουργίες των παγκοσμιοποιημένων ελίτ. Γειτονιές που κανείς δεν πρόσεχε έγιναν παγκόσμια τοπόσημα εναλλακτικής κατανάλωσης, για παράδειγμα· η πόλη υποδέχθηκε όλους τους γκραφιτάδες του ντουνιά και το Airbnb, πριν ακόμη κλείσει ο κύκλος της κρίσης, έδωσε ξανά ζωή στα ημιλιπόθυμα διαμερίσματα. Εκείνα που κάποιοι κάποτε εγκατέλειπαν για να κατοικήσουν βόρεια, νότια, ανατολικά και, εν γένει, στο επέκεινα των γειτονιών της μεταπολεμικής ανάπτυξης και της μεταπολιτευτικής δημοκρατικής καθημερινότητας. Η πολυκατοικία, μέσα από το γνωστό βλέμμα των ξένων –εκείνο που μας επιστρέφει αξιοδοτημένο αυτό που είχαμε αφήσει να κείται χάμω – αποκαταστάθηκε. Μελετήθηκε, εκτιμήθηκε και νοσταλγήθηκε, αφού όλη αυτή η αθηναϊκή αποθέωση, που εισχώρησε και στον εθνικό λόγο για πρώτη φορά, συνέπεσε με τη διαρκή κρίση της πόλης: την ένταση της βίας, την αύξηση της ταξικότητας, τον διαχωρισμό των περιοχών και των χρήσεών τους, τη δημιουργία μεταναστευτικών και άλλων ταυτοτικών γκέτο.

Η πόλη σήμερα: Ανάμεσα στην αγορά και τη ζωή

Σήμερα η συνθήκη αυτή έχει παγιωθεί. Η στιλιζαρισμένη προς το εναλλακτικό εμπορευματοποίηση της αθηναϊκής εμπειρίας κατέστησε τη μητρόπολή μας, εκτός από τόπο λατρείας παλαιών και νέων ερειπίων, και τόπο επένδυσης στη γη και πολυτελούς μεσογειακής αξιοποίησης του πεδίου. Η αποδοχή των ξένων έχει κορυφωθεί και μαζί της η αυτοεικόνα των Αθηναίων για το μεσογειακό τους Βερολίνο ή το ευρωπαϊκό τους demi-Dubai· έτσι σίγασε η παλιά συντηρητική δυσφορία για την πόλη. Η ίδια, όμως, η ζωή σ’ αυτήν υποχωρεί ως προς το εύρος των ανταλλαγών, την κοινή εμπειρία, τη διαπλαστική υφή της κοινωνικότητας. Μια πόλη που επικρίθηκε στα χρόνια της ευημερίας της και που αγαπήθηκε στη βαθιά της κρίση.

Μεγάλη η συζήτηση που ανοίγει, αν γίνουν δεκτά τόσο το συμπέρασμα αυτό όσο και η γενεαλογία που προηγήθηκε. Ας σκεφτούμε όμως πρώτοι εμείς έναν δρόμο αμφισβήτησης ή, καλύτερα, μετριασμού της απαισιόδοξης οπτικής μας. Η επέκταση και εξάπλωση του μετρό και η ουσιώδης παραγωγικότητά του μπορούν να αντισταθμίσουν εν μέρει τα ελλείμματα κοινωνικότητας που προκαλεί η κρίση-αποθέωση της πόλης. Η μικροϊδιοκτησία παραμένει ισχυρή· το Ι.Χ., που τόσο πολεμιέται, μαζί με τα μηχανάκια, εξακολουθούν να λειτουργούν ως μέσα παραγωγής μιας μικροκαπιταλιστικής ανάπτυξης και να προσφέρουν ενέργεια, δυναμική και τυχαιότητα στην πόλη. Η δε τουριστική ανάπτυξη σώζει, έστω μέσω κοινωνικών αλλοιώσεων, τον οικιστικό πλούτο και αυξάνει, πέρα από το εθνικό εισόδημα, και τον κοσμοπολιτισμό μας.

Η πόλη δεν έχει πεθάνει, δεν έχει γίνει ακόμη ένα μουσείο εναλλακτικής ή/και πολυτελούς ζωής. Έχει ακόμη λίγο χώρο για τις ενδιάμεσες εμπειρίες και συνθήκες. Ίσως και λίγο χρόνο.

→ Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Amalia Hotel Athens
Amalia Hotel Athens: Αθηναϊκή κομψότητα, σύγχρονη φιλοξενία

Με προνομιακή τοποθεσία και άμεση πρόσβαση στα σημαντικότερα αξιοθέατα, τις εμπορικές περιοχές και τα μέσα μεταφοράς, προσφέρει ιδανική βάση τόσο για ταξιδιώτες αναψυχής όσο και για επαγγελματικές μετακινήσεις.

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY