Η λαϊκή του Σαββάτου στην Καλαμάτα είναι κάτι παραπάνω από μια τοπική αγορά. Είναι αραδιασμένη σε πάγκους όλη η πιο νεωτεριστική φιλοσοφία περί γαστρονομίας
Αν δεν έχεις βρεθεί Σάββατο πρωί στη σκεπαστή λαϊκή της Καλαμάτας, πες πως δεν έχεις επισκεφτεί ποτέ την πόλη. Η Καλαμάτα που χρόνο με το χρόνο ομορφαίνει, έχει πολλούς άσους στο μανίκι της για να σε γοητεύσει, σε σημείο που κινδυνεύεις να την ερωτευτείς, να μπεις στον πειρασμό να αλλάξεις τόπο, μαζί και τη ζωή σου, για χάρη της. Έχει μια μεγαλειώδη παραλία στη σκιά του Ταΰγετου, εκεί όπου το κολύμπι αρνείται να σταματήσει με τα κρύα του χειμώνα, έχει τα παράξενα νεοκλασικά της, έχει το Κάστρο, μια παλιά γραφική πόλη, έχει Ιστορία, πολλές ανοιχτόκαρδες πλατείες και εξαιρετικό φαγητό.
Όλα αυτά, μπορεί να είναι και κάτι παραπάνω από αρκετά αν θελήσεις να τη βιώσεις σαν καρτ-ποστάλ, χωρίς να αγγίξεις την ψυχή της. Αν πάλι, θέλεις να ζωντανέψεις την εικόνα, να της βάλεις φωνή και συναίσθημα, αν θέλεις να γίνεις κομμάτι της έστω και για όσο κρατά το ωράριο μιας αγοράς, τότε θα πας στη λαϊκή του Σαββάτου.
Πάντα πίστευα ότι την ψυχή ενός τόπου την κλέβεις μόνο στα παζάρια του. Εκεί που θα ανακατευτείς με τους ντόπιους, στην πιο φασαριόζικη στιγμή μιας ημέρας, τότε που ο άνθρωπος γίνεται ένα με τη χλωρίδα, την πανίδα, το άρωμα, τη γεύση, την Αλήθεια της τροφής και της παραγωγής, τη νοστιμιά του καθημερινού τραπεζιού. Κάθε μέρος έχει την αγορά του και είτε τη λένε «λαϊκή» ή κάπως αλλιώς, παντού θα βρεις το ντόπιο, το ιδιαίτερο, το αγνό, το φρέσκο, το σπαρταριστό, το ο,τιδήποτε επιβεβαιώνει πως στην επαρχία σαφώς τρως καλύτερα και ποιοτικότερα. Τίποτα όμως, δεν συγκρίνεται με το σαββατιάτικο παζάρι της Καλαμάτας.
Το ραντεβού όλης της πόλης και των γύρω (πολλών) χωριών, κάτω από τη σκιά του Κάστρου. Στο σκεπαστό κομμάτι της αγοράς, οι μόνιμοι έμποροι, τα μαγαζιά με τα τυριά, το ντόπιο κρέας, τα ζυμαρικά, τα τουρσιά, τα παντός είδους μπακαλικά. Ολόγυρα και στην πίσω τεράστια αλάνα, οι πάγκοι των παραγωγών. Σ' αυτή την αγορά, δύσκολα θα βρεις τη μαζική παραγωγή, το τυποποιημένο, τη γυαλιστερή ντομάτα στο ίδιο φασόν μέγεθος, τη μελιτζάνα που άκαιρα και εκτός εποχής έχει φουσκώσει με χημικά.
Η πραμάτεια, μεταφράζει την απόλυτη αλήθεια της κάθε εποχής, λίγα και καλά, ό,τι παράγει ο καθένας, ας είναι και κακομούτσουνο-έχει νόστιμη και αγνή ψυχή. Πάγκοι που φωτογραφίζουν το μικρό χωραφάκι, που εδώ βγάζει λίγα σκόρδα, μερικές αγκινάρες και μαρουλάκια, λίγο παρακάτω, αβγουλάκια, άνηθο, μαϊντανό και κρεμμύδια. From farm to table λέγεται σήμερα αυτό, για τους παλιούς ήταν η αυτονόητη επιβίωση και η μόνη άποψη που είχαν για την καλλιέργεια της γης. Κάθε μποστάνι, χωρίς να το παραβιάσεις, βγάζει λίγα και καλά, κάθε χρόνο και κάτι άλλο. Για όσα δεν «προκόψουν» φέτος, θα φροντίσει ο γείτονας. Στον διπλανό πάγκο. Εδώ δεν υπάρχουν ταμπέλες που να διαλαλούν το «βιολογικό». Αυτές είναι λέξεις για τους Αθηναίους. Τη μικρή παραγωγή την «κόβεις» με το μάτι και αν το δικό σου δεν είναι εξασκημένο, πολλοί καλοθελητές ανάμεσα στο κοινό, θα σε πάρουν αγκαζέ να σου συστήσουν τον καλύτερο στο μαρούλι, στο μήλο ή το πορτοκάλι.
Πλάι στον ιδρώτα του αγρότη, τα άγρια δώρα του Θεού και του βουνού. Τα βότανα, η άγρια αγκινάρα, ο μάραθος, τα μανιτάρια, τα σπαράγγια, οι οβριές, οι αβρωνιές, το χαμομήλι, η αλμύρα, το κρίταμο. Πουθενά αλλού ο τροφοσυλλέκτης δεν κάνει τόσο έντονη την παρουσία του. Άλλη μια λέξη που δεν θα καταλάβει η κυριούλα που απλά «βγήκε στο βουνό για χόρτα» αλλά της έλαχε και ένα βαρβάτο φλισκούνι, να το πάρεις να το ξεράνεις, μαζί και μια αγκαλιά πάλλευκα λευκά κρινάκια για το βάζο.
Αγκαλιές από αγριολούλουδα, μαργαρίτες, φρέσκα σκόρδα με ανθάκια που μπαίνουν στο βάζο του σαλονιού αλλά και στο φαγητό και στη σαλάτα, μούσμουλα άγρια, ντομάτες «κατσαρές» στην πιο νόστιμη ποικιλία της περιοχής, λούπινα, πατάτες που δυο ώρες πριν ήταν ακόμη στο χώμα. Το φρέσκο ψάρι έχει κι αυτό τη γειτονιά του, πλάι του τα ντόπια ζυμαρικά, τα λαλάγγια, η σφέλα, το παστό. Και αβγά. Πολλά αβγά. Από κότες, χήνες, πάπιες, γάλους και όλα τα πτηνά της αυλής.
Εδώ τα ψώνια δεν καταλαβαίνουν από διεκπεραίωση, βάλε δυο κιλά πιπεριές, πόσο κάνουν, ευχαριστώ. Ο κάθε παραγωγός, που έχει το όνομά του, θα ρωτήσει το δικό σου και θα νοιώσει την ανάγκη να μοιραστεί μαζί σου τα νέα της κουμ-κουατιάς, πού φέτος πήγε καλά, σκαπουλάροντας τους παράξενους καιρούς και θα το θεωρήσει τιμή του να δοκιμάσεις το εκλεκτό εμπόρευμα πριν αγοράσεις γουρούνι στο σακί. Μέχρι να συντελεστεί η δοκιμή, έχεις κερδίσει μπόνους συνταγές για το κουμ-κουάτ αλλά και το μυστικό να μην πετάξεις τα κοτσάνια από τα άγρια σπαράγγια: να πώς θα τα κάνεις τουρσί.
Στο μεταξύ οι συνταγές και οι οδηγίες πέφτουν βροχή και από τους υπόλοιπους πελάτες του πάγκου, το no food waste στην πιο πρωτόγονη εκδοχή του, τότε που το έλεγαν «δεν πετάμε τίποτα». Χορταρικά, μυρωδικά και βοτάνια αλλά και φρούτα και λαχανικά που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ σου, δώρα της ανοιξιάτικης φύσης για χίλιες χρήσεις, εκεί συνειδητοποιείς πόσο φτωχό είναι το ρεπερτόριο της πόλης, οι συγκεκριμένες προθήκες με τα βασικά του σούπερ-μάρκετ.
Ποτέ μου δεν είχα φανταστεί πώς τα ολοτρύφερα βλαστάρια της λεμονιάς, που «πέταξαν χθες το βράδυ», μπορούν να μαγειρευτούν με το κρέας στην κατσαρόλα, σε ένα πρωτόγνωρο φρικασέ ή πώς γίνεται τραγανή κροκέτα ένα τοσοδούλι άγριο αγκιναράκι-μεζές για το τσίπουρο ή πως τα φύλλα της μουριάς τυλίγουν νοστιμότατα ντολμαδάκια. Ένα τεράστιο μάθημα φυτολογίας, καλλιέργειας, ανακύκλωσης, παράδοσης και μιας άλλης νοστιμιάς, που έρχεται από τα βάθη του χρόνου και από τη γενναιοδωρία της μεσσηνιακής γης, αρκεί να έρθεις εδώ χαλαρός και διψασμένος για καινούργιες γευστικές εμπειρίες, αφήνοντας πίσω την αγχωμένη αντίληψη της πρωτεύουσας για τα σαββατιάτικα ψώνια.
Όσο μεσημεριάζει, οι γύρω καφενέδες και τα μαγεριά γεμίζουν, οι σακούλες στοιβάζονται στα πεζοδρόμια, ισορροπούν ανάμεσα στις καρέκλες, η πόλη συναντιέται για τα μεσημεριάτικα τσίπουρα, τα ντάτσουν φορτώνουν σιγά-σιγά το δρόμο της επιστροφής μέσα σε μια οχλαγωγία που θυμίζει μεσαιωνικό παζάρι και όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον Νικήτα. Κομβικά τοποθετημένος στην είσοδο της αγοράς και με αβάδιστη, υπερυψωμένη θέα στο ποιός μπαίνει και ποιός βγαίνει, ο Νικήτας είναι το σουβλατζίδικο της αγοράς.
Δεν πάει καιρός που ο κυρ-Νικήτας αποχώρησε στα λιβάδια του ουρανού, σέρνοντας μαζί του σχεδόν έναν αιώνα ζωής. Η οικογένειά του, όμως, είναι εδώ, στη νέα εποχή, με μια κόσμια ανακαίνιση που ευτυχώς σεβάστηκε τον χαρακτήρα του μαγαζιού. Καλαμάκι στα κάρβουνα, σερβιρισμένο με καλαματιανό ελαιόλαδο, ψωμάκι, πατάτες, χωριάτικη. Ο ευτυχής επίλογος με θέα το ατελείωτο πηγαινέλα της αγοράς, τις φωνές, τα γυφτάκια, τις οικογένειες, τους σουλατσαδόρους, τους μικροπωλητές και αυτό το κάθε καρυδιάς καρύδι που σημαίνει αληθινή ζωή, πριν Σαββατιάσει ο κόσμος και γαληνέψει στη σιωπή της απογευματινής αργίας.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
To 2026 ήρθε μαζί με δεκάδες νέα στέκια
Κανέλα, κρέμα και ουρές στην πλατεία Αγίων Θεοδώρων για το νέο pastry spot που έχει ήδη γίνει talk of the town
11 εστιατόρια που ταιριάζουν ταμάμ στα κυριακάτικα τραπέζια
Πάπρικα, γκούλας και παραδοσιακές νοστιμιές δίπλα στα μπαρόκ ανάκτορα
Ψηφίστε και αναδείξτε τους νικητές. Τα αποτελέσματα θα δημοσιευτούν στο τέλος Ιανουαρίου 2026
Η αλληλεπίδραση με το προσωπικό δεν αφορά μόνο την παραγγελία και την πληρωμή
Για τους γείτονες μας, η καρμπονάρα δεν είναι απλώς ζυμαρικό
Στο σουβλατζίδικο που αγαπούν οι φίλοι μου και μετά παγωτό χωρίς ζάχαρη που δεν καταλαβαίνεις καθόλου ότι δεν έχει ζάχαρη
Κοντά τέσσερις τόνους από αυτά στέλνει σε όλη την Ελλάδα!
Ο παράδεισος του παστουρμά αλλά και αμέτρητες ακόμα λιχουδιές
«Χωρίς εσάς το Betty’s Bakery θα έμενε μια τρελή ιδέα»
Χριστούγεννα και είμαστε συνέχεια στους δρόμους
Μήπως φέτος θα κάνεις Χριστούγεννα στο ελληνικό Μαϊάμι;
Η απαραίτητη γαστρονομική στάση στο Βερολίνο
Το νέο Business Lunch Menu κάνει το διάσημο εστιατόριο προσιτό σε όλους
Μυστικά για το ψήσιμο, δοσολογίες και χρόνοι και μια υπερτέλεια συνταγή
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.