Πολιτικη & Οικονομια

Ψηφοφόροι εν κενώ

Ο ενισχυμένος προσωποκεντρισμός στην πολιτική δεν είναι κάτι που επιτρέπεται (ή έχουμε την πολυτέλεια) να ξεπερνούμε επιφανειακά και αψήφιστα

Αριστοτέλης Σταμούλας
Αριστοτέλης Σταμούλας
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Δημοσκόπηση
© ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Η αυξανόμενη αδιευκρίνιστη ψήφος αποκαλύπτει βαθιά κρίση πολιτικής εκπροσώπησης και αποξένωση των πολιτών από τα κόμματα.

Με βάση τα αποτελέσματα των τελευταίων δημοσκοπήσεων του Μαΐου που είδαν το φως της δημοσιότητας, η αδιευκρίνιστη ψήφος των ερωτώμενων γυροφέρνει το 20%, ενώ αγγίζει σε μία περίπτωση έως και το 25%. Οι λεγόμενοι «αναποφάσιστοι», όσοι δηλαδή επιλέγουν κόμμα κυριολεκτικά τελευταία στιγμή πάνω από την κάλπη, ψηφίζουν «άκυρο» ή πολλές φορές απέχουν συλλήβδην από την εκλογική διαδικασία, συγκροτούν ίσως το πιο απαιτητικό, ανένταχτο και, άρα, συγκριτικά δυσκολότερο στην κομματική προσέγγιση τμήμα του εκλογικού σώματος.

Πρόκειται, κατά κύριο λόγο, για πολίτες κεντρώων αντιλήψεων που απωθούνται από ακραίες θέσεις και έλκονται από πρακτικές και ισορροπημένες λύσεις, δίνουν έμφαση στην επίτευξη απτών και μετρήσιμων αποτελεσμάτων χωρίς να διακατέχονται από άκαμπτες ιδεολογο-αναγκαστικές αγκυλώσεις, προσαρμόζουν τις εκλογικές τους προτιμήσεις μακριά από την εξαρτησιογόνα επίδραση πελατειακών σχέσεων, αλλά, επίσης, υποστηρίζουν την επωφελή σύνθεση ιδεών χωρίς στεγανά και παρωπίδες (π.χ. θεωρούν εξίσου σημαντική τη σοσιαλδημοκρατική προστασία του κοινωνικού κράτους και, ταυτόχρονα, τη φιλελεύθερη λειτουργία της αγοράς).

Η αδιευκρίνιστη ψήφος στην ιστορική εποχή του πανίσχυρου δικομματισμού και της έντονης πόλωσης του εκλογικού σώματος (1981-2009) δεν αντιπροσώπευε τρίτες ή κρυφές επιλογές σε τόσο μεγάλο βαθμό όσο τα τελευταία χρόνια, αλλά μία πραγματική αμφιταλάντευση μεταξύ των εναλλασσόμενων στην εξουσία ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ή την αποδοκιμασία της ασκούμενης πολιτικής από την εκάστοτε απερχόμενη κυβέρνηση με τη μορφή της «γκρίζας ζώνης», που τελικά σε συντριπτικό βαθμό συσπειρωνόταν στα δύο αυτά κόμματα την κρίσιμη ώρα της κάλπης.

Το γεγονός ότι σήμερα ένας στους τέσσερις συμπολίτες μας φαίνεται να δηλώνει πως τηρεί προς το παρόν αδιευκρίνιστη εκλογική στάση είναι εντυπωσιακό. Διότι μπορεί μεν ο δικομματισμός να βρίσκεται πια για τα καλά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, αλλά στη θέση του διατίθενται πλείστες άλλες εναλλακτικές -από τη δεξιότερη μέχρι την αριστερότερη άκρη του πολιτικού φάσματος- και, ακόμα περισσότερο, στο ήδη πλουραλιστικό ψηφιδωτό επιλογών έχουν προστεθεί εσχάτως οι υπό ίδρυση πολιτικοί σχηματισμοί της κ. Καρυστιανού και του κ. Τσίπρα, συμπληρώνοντας έτι περαιτέρω κάθε τυχόν ανέκφραστο ιδεολογικο-πολιτικό κενό και προσφέροντας επιπλέον διεξόδους διοχέτευσης της ψήφου προς πάσα δυνατή κατεύθυνση.

Το συγκεκριμένο γεγονός είναι εντυπωσιακό και για τον πρόσθετο λόγο ότι οι αναποφάσιστοι συμπολίτες μας δεν δείχνουν να παρακινούνται και να αλλάζουν την αδιευκρίνιστη στάση τους ούτε υπό τη δεδομένη δυναμική των σκανδάλων του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών, αλλά εξίσου και της σιδηροδρομικής τραγωδίας των Τεμπών, που μάλιστα γέννησε νέες κινηματικές πρωτοβουλίες· ίσως εξαιτίας του ευκαιριακού, ανεπαρκούς ή ιδιοτελούς τρόπου, με τον οποίο αυτές οι συγκυρίες αξιοποιήθηκαν από κάθε λογής ενδιαφερόμενους…

Αν ο λόγος είναι απλώς ότι μερικοί πολίτες αρνούνται να «ανοίξουν τα χαρτιά τους» πρόωρα, είναι θεμιτό και κατανοητό. Αν, επίσης, η αδιευκρίνιστη ψήφος είναι απλώς φωτογραφία της στιγμής, που δεν πρόκειται τελικά να μετουσιωθεί σε υψηλά ποσοστά αποχής την ημέρα των εκλογών, τότε πάλι καλά (αν και τα μεγέθη της αποχής από την είσοδο της χώρας στην υπερδεκαετή οικονομική κρίση και εντεύθεν, με ποσοστά σταθερά πάνω από 30% έως 47,17% στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου 2023, δεν συνηγορούν καθόλου υπέρ μίας τέτοιας αισιόδοξης προοπτικής).

Αλλιώς, ένα τέτοιο δημοκοπικό εύρημα θα πρέπει να προκαλεί σοβαρή ανησυχία, δεικνύοντας ότι ένα υπολογίσιμο κομμάτι πολιτών και, μάλιστα, όσοι τείνουν να εμφορούνται από μετριοπαθείς τάσεις, συμβιβαστικές διαθέσεις, λελογισμένους υπολογισμούς, προσήλωση στη θεσμική κανονικότητα και ορθολογικές αντιλήψεις (μακριά από τμήματα του πληθυσμού που είναι περισσότερο δεκτικά και ευεπίφορα σε καταγγελτικές ακρότητες, αντισυστημικές αφηγήσεις, εθνικοπατριωτικές κορώνες και θρησκόληπτους φανατισμούς) φαίνεται να αδυνατούν να βρουν λειτουργική ταύτιση και εκφραστική πληρότητα μέσα από κάποιο κόμμα που θα τους έπειθε ότι δύναται να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες τους. Όχι απαραίτητα ως κυβέρνηση, αλλά και από τη θέση της παραγωγικής αντιπολίτευσης.

Στην άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, η κατάσταση είναι άκρως απογοητευτική για τα ίδια τα κόμματα, εφόσον τα  διαφαινόμενα υψηλά ποσοστά της αδιευκρίνιστης ψήφου ισοδυναμούν εκ των πραγμάτων με σοβαρές ενδείξεις ότι τα πολιτικά τους αφηγήματα βρίσκονται σε σχετική ανακολουθία και χαρακτηριστική απόσταση από πολλούς ψηφοφόρους, οι οποίοι κατά περίπτωση είτε νιώθουν έντονα δυσαρεστημένοι από την αποδοτικότητα της κυβέρνησης και τους χειρισμούς της σε διάφορες σημαντικές προκλήσεις είτε έχουν απαυδήσει από την έλλειψη έμπνευσης, τη ρηχότητα και στασιμότητα του αντιπολιτευτικού λόγου είτε, ακόμα χειρότερα, έχουν σταματήσει να ελπίζουν σε κάτι πραγματικά νέο και ελπιδοφόρο.

Διανύοντας το «τελευταίο μίλι» της τρέχουσας διακυβέρνησης και οδεύοντας οσονούπω στις επόμενες εκλογές, η περί ης ο λόγος κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης, που είναι βαθύτερο φαινόμενο από την εξωτερίκευση μίας απλής δυσαρέσκειας, κλονίζει μία ούτως ή άλλως εύθραυστη σχέση ανάμεσα στο εκλογικό σώμα και το πολιτικό σύστημα, καλλιεργώντας την αίσθηση ότι το τελευταίο δεν αφουγκράζεται πλέον με ουσιαστικό και ειλικρινές ενδιαφέρον τα συμφέροντα, τις ανάγκες και τις αξίες του πρώτου.

Όταν αυτή η σχέση λειτουργεί ομαλά, οι πολίτες μπορεί πρόσκαιρα να διαφωνούν με κυβερνήσεις ή να γυρίζουν την πλάτη σε αντιπολιτεύσεις, αλλά στο βάθος εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το σύστημα τους ακούει. Όταν, όμως, αυτός ο δεσμός περνά κρίση και αποδυναμώνεται, τότε παράγονται φαινόμενα αδιαφορίας, αποστασιοποίησης και «τραυματισμένης» συλλογικής συμμετοχής απέναντι σε κόμματα που αποτυγχάνουν να επικοινωνήσουν αμφίδρομα με την κοινωνία και απέναντι σε μία πολιτική τάξη που λειτουργεί ως κλειστό σύστημα εξουσίας, αντί ως ανοιχτός δίαυλος μεταφοράς κοινωνικών αιτημάτων στο πολιτειακό επίπεδο.

Αν και ομολογουμένως δεν είναι καθόλου ευχάριστη, μία τέτοια συγκυρία δεν σημαίνει απαραίτητα απόρριψη της δημοκρατίας και των δημοκρατικών θεσμών, παρά ότι σε μία δεδομένη στιγμή το εκλογικό σώμα αναζητεί (ή δυσκολεύεται να βρει) διαφορετικούς τρόπους γνήσιας εκπροσώπησης και μεγαλύτερη ανταπόκριση στις κοινωνικές, οικονομικές και κάθε άλλης φύσης ανάγκες του.

Το πιο επικίνδυνο, ωστόσο, είναι ότι μέχρι την αποκατάσταση μίας τέτοιας διαρρηγμένης σχέσης, που νομοτελειακά κάποια στιγμή κάνει τον κύκλο της και επαναπροσδιορίζεται, δημιουργείται στο μεταξύ γόνιμο πεδίο δράσης σε αντισυστημικές και λαϊκίστικες δυνάμεις, συχνά με προσωποκεντρικές ατζέντες και εύηχα και πομπώδη, πλην νεφελώδη και γενικόλογα συνθήματα, που σε κάθε άλλη κατάσταση θα έπρεπε κανονικά να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη, επειδή δεν ξέρουμε (ή επειδή ξέρουμε) πού ακριβώς οδηγούν, τι εξυπηρετούν και τι συνέπειες επιφυλάσσουν.

Ο ενισχυμένος προσωποκεντρισμός στην πολιτική, απόρροια μίας σταδιακής μετατόπισης του τρόπου με τον οποίο νοείται η πολιτική αντιπροσώπευση από συλλογικές δομές σε ατομικές φιγούρες με την καταλυτική βοήθεια του μιντιακού περιβάλλοντος (ιδίως των κοινωνικών δικτύων), δεν είναι κάτι που επιτρέπεται (ή έχουμε την πολυτέλεια) να ξεπερνούμε επιφανειακά και αψήφιστα, υπό την έννοια ότι τη μετατρέπει από κατεξοχήν σύγκρουση ιδεών σε επικοινωνιακή διαχείριση εικόνας και από σημαίνουσα συλλογική εκπροσώπηση σε γυαλιστερό πολιτικό marketing χωρίς ουσία.

Και ίσως αυτό να είναι μία από τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης πολιτικής αντιπροσώπευσης που βιώνουμε και που, μάλλον, τα πρόσωπα του πολιτικού συστήματος παραβλέπουν ηθελημένα ή στρουθοκαμηλίζοντας: Ότι ο σύγχρονος ενεργός, ακηδεμόνευτος και σκεπτόμενος πολίτης της προσβάσιμης γνώσης, της παγκοσμιοποιημένης πληροφορίας και της κριτικής προσέγγισης των πραγμάτων δεν ανέχεται να είναι ένας καθοδηγούμενος «καταναλωτής» πολιτικών θεαμάτων και πλειοδοτικών υποσχέσεων ούτε αρκείται σε λαμπερά και χαρισματικά πρόσωπα, με ή χωρίς rebranding.

Αντιθέτως, για να κινητοποιηθεί, χρειάζεται ξανά την εποικοδομητική ορμή φρέσκων, πλην προσγειωμένων ιδεών, καλοσχεδιασμένων στρατηγικών οραμάτων και ρεαλιστικά εφαρμόσιμων προγραμμάτων με ορατά αποτελέσματα στη βελτίωση της καθημερινότητας, της δικής του και των παιδιών του. Και, φυσικά, έχει ανάγκη από πολιτικούς φορείς -κόμματα- που απροσχημάτιστα, με σοβαρότητα και πειστική ευθύτητα θα μπορούν να σηκώσουν το βάρος μίας τέτοιας αποστολής.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY