Πολιτικη & Οικονομια

Τέμπη: Ζούμε σ’ ένα όνειρο που τρίζει

Η κυβέρνηση θα έπρεπε να κάνει τη δική της αμερόληπτη έρευνα, αναζητώντας τον λόγο που έβαλε τα δύο τρένα σε τροχιά θανάτου

27207-103923.jpg
Λεωνίδας Καστανάς
ΤΕΥΧΟΣ 911
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
ΕΡΕΥΝΕΣ ΤΩΝ ΣΩΣΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΡΓΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ ΣΤΟ ΠΟΛΥΝΕΚΡΟ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ ΣΤΑ ΤΕΜΠΗ
© ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΤΖΕΚΑΣ/EUROKINISSI

Οι πολιτικές και οι ποινικές ευθύνες για το δυστύχημα στα Τέμπη. Η στάση της κυβέρνησης και η μικροπολική αξιοποίηση της υπόθεσης από την αντιπολίτευση

Τις πρώτες ημέρες μετά τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι η βασική κυβερνητική γραμμή ήταν ότι έφταιγαν η κλιματική αλλαγή και οι κάτοικοι που «είχαν χτίσει μέσα στο δάσος». Όσο και αν έψαχνε ο Τόσκας δεν έβρισκε να έχει κάνει λάθος πουθενά. Οι πρώτες κυλιόμενες δημοσκοπήσεις των κομμάτων μαρτυρούσαν ότι το κυβερνητικό αφήγημα είχε αποδοχή από την κοινή γνώμη, οι πολίτες «αγόραζαν» αυτή τη δικαιολογία. Προϊόντος του χρόνου όμως τα πράγματα άλλαζαν. Όσο η κοινωνία μάθαινε σε βάθος τι παίχτηκε στο Μάτι, καταλάβαινε τι ήταν η κρατική μηχανή της εποχής εκείνης αλλά και ποια η ποιότητα και το ηθικό πλεονέκτημα των ανθρώπων των «ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ» που τη διαχειρίζονταν. Και γι’ αυτό απέσυρε σταδιακά την εμπιστοσύνη της από αυτούς μέχρι που γύρισε οριστικά τη σελίδα της χώρας. Η τραγωδία εκείνη είχε παίξει καταλυτικό ρόλο στο εκλογικό αποτέλεσμα και δικαίως. 

Η τραγωδία των Τεμπών ήταν ένα φρικτό δυστύχημα άλλης ποιότητας και υφής που είχε όμως παρόμοια μήτρα. Προκλήθηκε από ένα εξωφρενικό ανθρώπινο λάθος στο περιβάλλον ενός κρατικού οργανισμού. Μπόρεσε να παράγει ένα τεράστιο καταστροφικό αποτέλεσμα επειδή το επέτρεψε η δομική κρατική ανικανότητα και αδιαφορία. Και πάλι προϊόντος του χρόνου, η κοινωνία συνειδητοποίησε ότι ένας σταθμάρχης μπορεί να στείλει δύο τρένα σε μετωπική σύγκρουση, χωρίς κανείς να αντιληφθεί το λάθος. Χωρίς να υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας, ανθρώπινες ή ηλεκτρονικές. Τη νύχτα εκείνη δεν βρέθηκε κανείς να σταματήσει τα τρένα, παρ' όλο που θεωρητικά τα πρωτόκολλα πρόβλεπαν την παρουσία περισσοτέρων του ενός πιστοποιημένων στελεχών  στο πόστο διαχείρισης της κυκλοφορίας. Το γεγονός αυτό σοκάρει και από μόνο του, χωρίς το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο 57 συμπολιτών μας.

Το ποιοι έχουν και ποιες ποινικές ευθύνες θα το βρει το δικαστήριο της Ελληνικής Δημοκρατίας και όχι τα «λαϊκά δικαστήρια» των ΜΚΔ ή της αντιπολίτευσης. Αλλά η λεγόμενη πολιτική ευθύνη ανήκει στην κυβέρνηση.

Προφανώς και προέχει η ατομική ευθύνη των αυτουργών, την οποία πολλοί προσπαθούν να βγάλουν από το κάδρο, αλλά υπάρχει και η συγκεκριμένη κρατική υπηρεσία που είχε εναποθέσει την τύχη των επιβατών και της κρατικής περιουσίας σε ανίκανους και ανεύθυνους υπαλλήλους. Εκ του αποτελέσματος, οι σιδηροδρομικές συγκοινωνίες δεν ήταν ασφαλείς και τόσο ο ΟΣΕ, όσο και η ΡΑΣ αλλά και η πολιτική ηγεσία του οικείου υπουργείου είναι υπόλογοι. Προφανώς και δεν ήταν ο υπουργός στη θέση του σταθμάρχη, αλλά τελικά αυτός έχει τη διοικητική ευθύνη των υπηρεσιών που εποπτεύει. Και πάλι εκ του αποτελέσματος απεδείχθη καταστροφικά ανίκανος. Το ποιοι έχουν και ποιες ποινικές ευθύνες θα το βρει το δικαστήριο της Ελληνικής Δημοκρατίας και όχι τα «λαϊκά δικαστήρια» των ΜΚΔ ή της αντιπολίτευσης. Αλλά η λεγόμενη πολιτική ευθύνη ανήκει στην κυβέρνηση.

Η έκφραση «πολιτική ευθύνη» στα ελληνικά δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Συνήθως παραπέμπει στο πολιτικό κόστος. Και από αυτό αρχίζει, αλλά και σε αυτό τελειώνει το πολιτικό πανηγύρι που ζούμε αυτές τις ημέρες. Η μεν κυβέρνηση προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει το δικό της κόστος, η δε αντιπολίτευση να το μεγιστοποιήσει. Ειδικά όταν βρισκόμαστε 70 ημέρες πριν από τις ευρωεκλογές. Στον πολιτικό ανταγωνισμό όλα τα όπλα είναι θεμιτά, δεν υπάρχουν χτυπήματα πάνω ή κάτω από τη μέση. Στο ίδιο πανηγύρι εμφανίζονται εκδοτικά και μιντιακά συγκροτήματα, αλλά και επιχειρηματικά συμφέροντα που πάντοτε έχουν λόγους να μπαίνουν στον χορό. Έτσι οι συζητήσεις στη Βουλή μετατρέπονται σε ένα medley υπερβολών, θεωριών συνωμοσίας, ανοησιών, παραμυθιών, κραυγών που φυσικά δεν στοχεύουν στην αποκάλυψη καμιάς αλήθειας αλλά στη δημιουργία εντυπώσεων προς άγρα ψήφων. Για αυτό, και ευτυχώς, η κοινή γνώμη παρακολουθεί από ανόρεκτα έως αδιάφορα την κάθε κοινοβουλευτική συζήτηση.

Θέλει η αντιπολίτευση να διαλευκανθεί η υπόθεση των Τεμπών;

Η υπερπολιτικοποίηση που επιχειρεί, σε αυτόν τον δεύτερο κύκλο, σύσσωμη η αντιπολίτευση έχει στραμμένο τον φακό στις πολιτικές ευθύνες της κυβέρνησης σε μια τελευταία προσπάθεια να φθείρει τα δημοσκοπικά ποσοστά της ΝΔ και να μειώσει την επίδοσή της στις επικείμενες εκλογές. Η εικόνα που θέλει να μείνει στην κοινή γνώμη είναι ότι τα Τέμπη είναι πρωτίστως κυβερνητικό έγκλημα και ο τελευταίος που φταίει είναι ο σταθμάρχης. Στην ουσία δεν θέλει να διαλευκανθεί η υπόθεση και να αποδοθούν συγκεκριμένες ευθύνες, σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Διότι πώς αλλιώς θα μπορεί να αξιοποιεί μικροπολιτικά την τραγική αυτή υπόθεση στο διηνεκές; Ουδόλως την ενδιαφέρει η αλήθεια. Δεν την ενδιαφέρει ούτε καν η ευθύνη των κρατικών οργανισμών μια και η λατρεία της για το ανίκανο κράτος είναι διαχρονική. Αν πετύχει τους στόχους της δεν θα μειώσει απλώς τους ευρωβουλευτές του αντιπάλου αλλά θα αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση και αν βοηθήσουν και άλλα ανάλογα γεγονότα στο μέλλον (π.χ. θερινές πυρκαγιές) θα οδηγήσει κάποια στιγμή τη χώρα σε πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Στις οποίες ελπίζει σε κάτι καλύτερο. 

Η κυβέρνηση είχε την ψευδαίσθηση ότι αφήνοντας τα πράγματα στον αυτόματο πιλότο η υπόθεση θα ξεχαστεί και αφού δεν την πλήρωσε ακριβά στις πρόσφατες εκλογές έχει περάσει για πάντα τον επικίνδυνο κάβο

Από την απέναντι πλευρά, η κυβέρνηση είχε την ψευδαίσθηση ότι αφήνοντας τα πράγματα στον αυτόματο πιλότο η υπόθεση θα ξεχαστεί και αφού δεν την πλήρωσε ακριβά στις πρόσφατες εκλογές έχει περάσει για πάντα τον επικίνδυνο κάβο. Αλλά τόσο η επιμονή των συγγενών των θυμάτων, όσο και η αντιπολίτευση με τη βοήθεια μερίδας του τύπου, δεν της έκαναν τη χάρη. Το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα μέσω της πρότασης δυσπιστίας, οι θεωρίες συνωμοσίας εκτοξεύτηκαν και την αιφνιδίασαν. Προφανώς και δεν απεδείχθη τίποτα αλλά η φασαρία που γίνεται και με τον τρόπο που η αντιπολίτευση ξέρει να την κάνει, ενδεχομένως να της επιφέρουν δημοσκοπικό πλήγμα. Ειδικά σε μια εποχή που έβλεπε μια μικρή σχετικά μείωση των ποσοστών της. Περιττό να πούμε ότι αν το δικαστήριο δεν καταλογίσει ποινικές ευθύνες σε πολιτικά πρόσωπα, δηλαδή αν δεν πάει φυλακή πολιτικός, η αντιπολίτευση δεν θα δεχθεί την ετυμηγορία   και θα αρχίσει ένας νέος κύκλος τοξικού κλίματος. Στην Ελλάδα ζούμε.

Η κυβέρνηση θα έπρεπε να αναζητήσει άμεσα τις αιτίες του δυστυχήματος

Το συγκεκριμένο πρόβλημα έχει πρωτίστως θεσμική, τεχνική και διοικητική διάσταση. Η πολιτική είναι δευτερεύουσα αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενδιαφέρει τον πολιτικό κόσμο που έχει μάτια μόνο για το πολιτικό κόστος. Η κυβέρνηση θα έπρεπε να κάνει τη δική της κατά το δυνατόν αμερόληπτη έρευνα και να αναζητήσει άμεσα τις αιτίες του δυστυχήματος. Να βρει τι δεν πήγαινε καλά στο συγκεκριμένο τομέα, ποιες ήταν οι δικές της παραλείψεις ή λανθασμένες επιλογές, τι νόμιζε ότι ήταν ασφαλές που τελικά δεν ήταν και ποια πρόσωπα που διόρισε στις σχετικές θέσεις δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Ακόμα και αν τα τρένα σταματούσαν την τελευταία στιγμή, θα ήταν υποχρεωμένη να αναζητήσει τι τα έβαλε σε τροχιά θανάτου. Όχι μόνο για το πολιτικό κόστος αλλά για τη δική της αυτογνωσία.  Για την γνώση και τον πλήρη έλεγχο ενός κρατικού υποσυστήματος που ως φάνηκε ούτε γνώριζε επαρκώς αλλά ούτε  ήλεγχε. Δεν συμβαίνουν κάθε μέρα τέτοιες καταστροφές.

Αν η κυβέρνηση ενημέρωνε εγκαίρως την ελληνική κοινωνία απαντώντας σε όλα τα ερωτήματα και καταρρίπτοντας τις θεωρίες συνωμοσίας των λαϊκιστών θα είχε κάνει ένα μεγάλο βήμα προς την εξυγίανση του κράτους και την τόνωση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος

Η κυβερνητική διερεύνηση και η άμεση ενδελεχής ενημέρωση του κοινού είναι μια υποχρέωση τελείως ανεξάρτητη από την όποια έρευνα της Βουλής ή του δικαστηρίου. Και θα έπρεπε να είχε γίνει. Αυτή είναι η πραγματική ανάληψη πολιτικής ευθύνης. Να μελετήσεις το πρόβλημα και να πεις τη δική σου τεκμηριωμένη άποψη και φυσικά να παραδεχτείς τις όποιες δικές σου ευθύνες. Διότι όσα ξέρουν οι εντός, ούτε τα φαντάζονται οι εκτός. Δεν αρκούν οι ομιλίες στη Βουλή εν μέσω αντεγκλήσεων οι οποίες συνήθως δεν πείθουν κανέναν. Ούτε οι σοβαρές ή μη δικαιολογίες για την όποια σύμβαση 717. Πρέπει να βγεις να πεις πώς και γιατί βρέθηκε αυτός ο σταθμάρχης στη συγκεκριμένη θέση μόνος του τη μοιραία νύχτα. Και να πείσεις τους πολίτες ότι δεν θα ξαναβρεθεί κάποιος παρόμοιος σε ανάλογη θέση, ποτέ και πουθενά.

Αν η κυβέρνηση ενημέρωνε εγκαίρως την ελληνική κοινωνία απαντώντας σε όλα τα ερωτήματα και καταρρίπτοντας τις θεωρίες συνωμοσίας των λαϊκιστών θα είχε κάνει ένα μεγάλο βήμα προς την εξυγίανση του κράτους και την τόνωση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος. Θα ήταν μια αλλαγή υποδείγματος. Και από την έρευνα θα μπορούσε να δικαιολογήσει ή όχι την επανεκλογή του υπουργού που ήταν υπεύθυνος εκείνη τη μοιραία νύχτα. Η σιωπή της εκλήφθηκε ως στάση ενοχική αλλά και ως δείγμα αδιαφορίας. Και η παρουσία του μοιραίου υπουργού στα ψηφοδέλτιά της ως οίηση. Και δεν της αξίζει, διότι σε πολλούς τομείς ήταν και είναι μια καλή κυβέρνηση με ευρύτατη αποδοχή. Και στο φινάλε, δεν έχουμε καλύτερη.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ