Κοινωνια

­­­­Οράματα ενός εφικτού μέλλοντος

Οι φωτογραφίες του Γιώργη Γερόλυμπου, η Καλαμωτή της Χίου και η άλλη Ελλάδα

romanos-gerodimos.jpg
Ρωμανός Γεροδήμος
ΤΕΥΧΟΣ 991
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Καλαμωτή της Χίου
© Γιώργης Γερόλυμπος

Μια αλληγορία για τη μάχη ανάμεσα στις δύο Ελλάδες με αφορμή το φωτογραφικό λεύκωμα του Γιώργη Γερόλυμπου για την Καλαμωτή της Χίου

Ο πατέρας μου ήταν άθεος. Χωρίς φανατισμό και με το πνεύμα ενός αντισυμβατικού, βαθιά φιλελεύθερου ανθρώπου, του οποίου η ζωή ήταν δομημένη σε αρχές αυτοδιάθεσης του νου και του σώματος, που ανήκαν σε μια άλλη Ελλάδα. Η αθεΐα του ούτε ήταν θέμα συζήτησης ούτε είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις στη ζωή μας.

Μια αλληγορία για τη μάχη ανάμεσα στις δύο Ελλάδες 

Με μία εξαίρεση: Ο πατέρας μου απεχθανόταν με πάθος τα έθιμα ταφής (και εκταφής) που κυριαρχούν στην Ελλάδα: από το μελόδραμα των τεθλιμμένων συγγενών μέχρι την εμφάνιση ξεχασμένων «φίλων» που ήρθαν για τον χαβαλέ, και από τα θυμιατά και τους ψαλμούς της ορθοδοξίας, το σπρωξίδι και τις φωνές πάνω απ’ τον τάφο, μέχρι το τραυματικό για όλους γκραν γκινιόλ της εκταφής τρία χρόνια μετά την κηδεία (μια γκροτέσκα διαδικασία, που, τουλάχιστον σε τέτοιον βαθμό, απ’ όσο γνωρίζω, λαμβάνει χώρα μόνο στα Βαλκάνια).

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ο πατέρας μου προσπαθούσε να μας πείσει, όταν φτάσει εκείνη η ώρα, να κλέψουμε τη σορό του από το γραφείο τελετών και να τη θάψουμε στα κρυφά σε σημείο της επιλογής του, κοντά στο (τωρινό) ΟΑΚΑ, εκεί που πέρασε άπειρες ώρες της ζωής του περπατώντας. Η επιθυμία του ήταν τόσο έντονη, ώστε το μόνο που μας σταματούσε απ’ το να του το υποσχεθούμε να μην είναι τόσο οι σουρεαλιστικές σκηνές «Τρελού γουίκεντ στου Μπέρνι» που θα ακολουθούσαν, αλλά το ότι, κάνοντας τις επιθυμίες του πραγματικότητα, θα διαπράτταμε μια ευρεία γκάμα από πταίσματα, πλημμελήματα και, σχεδόν σίγουρα, κακουργήματα.

Καλαμωτή της Χίου
© Γιώργης Γερόλυμπος

Σταδιακά, γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 2000, η «λύση ΟΑΚΑ» έδωσε τη θέση της σε σενάρια φυγάδευσης της σορού στο εξωτερικό, ούτως ώστε να ακολουθήσει αποτέφρωση οπουδήποτε στη δυτική Ευρώπη. Με την πάροδο των χρόνων και με την επιδείνωση της υγείας του, το ζήτημα της αποτέφρωσης μετατράπηκε σε εμμονή, απολύτως κατανοητή για έναν άνθρωπο που αφενός μεν είχε συνηθίσει να έχει τον απόλυτο έλεγχο στα πάντα (πόσο μάλλον στο ίδιο του το σώμα), αφετέρου δε έβλεπε το τέλος να πλησιάζει. Στα μέσα της δεκαετίας του 2010, το ζήτημα αυτό κυριαρχούσε πλέον σε κάθε τηλεφώνημα ή συζήτησή μας. Έπειτα από μια εκδρομή στην αγγλική επαρχία κι αφού είδε στον αυτοκινητόδρομο μια πινακίδα για αποτεφρωτήριο κάπου σε ένα άσχετο χωριό στη μέση του Κεντ, το χωριό αυτό έγινε για κείνον η Γη της Επαγγελίας.

Και εκεί, στα μέσα του 2019, κάτι συνέβη. Κάτι άλλαξε. Την ημέρα που δημοσιεύτηκαν οι φωτογραφίες του Γιώργη Γερόλυμπου από το νεότευκτο, πεντακάθαρο, μοντέρνο, αξιοπρεπές και πρώτο στην χώρα Κέντρο Αποτέφρωσης Νεκρών στη Ριτσώνα τις έστειλα στον πατέρα μου. Ανακούφιση. Η σχεδόν υπαρξιακής σημασίας αγωνία ενός ανθρώπου διαλύθηκε αυτόματα, και κάπως έτσι ησυχάσαμε όλοι μας. Ο πατέρας μου δεν επισκέφτηκε ποτέ όσο ζούσε το ΚΑΝ, αλλά έζησε την υπόλοιπη ζωή του με το παρηγορητικό όραμα μιας άλλης Ελλάδας, που ήταν όχι απλώς εφικτή, αλλά υπαρκτή. Εκεί τον αποχαιρετήσαμε το 2023.

Αναφέρω αυτή την ιστορία ως μια αλληγορία για τη μάχη ανάμεσα στις δύο Ελλάδες: στην Ελλάδα ενός μίζερου παρόντος/παρελθόντος και ενός φαινομενικά ουτοπικού, αλλά στην πραγματικότητα απολύτως εφικτού παρόντος/μέλλοντος. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν πραγματικά πάρα πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα που συνειδητά επιλέγουν να υπηρετήσουν την πρώτη· απλώς, είτε λόγω απογοήτευσης και κυνισμού, είτε λόγω φόβου για το νέο, καταλήγουν με τη στάση τους, σαν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία αποτυχίας, να υπονομεύουν αυτό το εφικτό μέλλον. Το ΚΑΝ στη Ριτσώνα αγκαλιάστηκε από χιλιάδες συμπολίτες μας απ’ όλη τη χώρα, με αποτέλεσμα πλέον να δυσκολεύεται κανείς να βρει κενή ώρα.

Όπως τόσες άλλες κοινωνικές αλλαγές, μεγάλα έργα ή καινοτομίες που για δεκαετίες αναβάλλονταν και έβρισκαν εμπόδια –είτε λόγω αντίστασης από συγκεκριμένα συμφέροντα, είτε λόγω υποτιθέμενου πολιτικού κόστους, είτε ενός παράλογου φόβου για κάποια κοινωνική ή ηθική κατάρρευση– όταν το νέο επιτέλους εμφανίστηκε μπροστά μας, η κοινωνία το οικειοποιήθηκε αμέσως και με λαχτάρα.

Αυτή την Ελλάδα, που ναι μεν έχει επίγνωση της ιστορίας, αλλά κοιτάζει μπροστά με αξιοπρέπεια και αισιοδοξία, εντοπίζει και φωτογραφίζει ο Γιώργης Γερόλυμπος· ο πιο σπουδαίος εν ζωή φωτογράφος του ελληνικού τοπίου.

Το φωτογραφικό λεύκωμα του Γιώργη Γερόλυμπου για την Καλαμωτή της Χίου

Αυτό κάνει τώρα και σε ένα πραγματικά πρωτότυπο και σημαντικό πρότζεκτ του Ιδρύματος Παναγιώτη και Έφης Μιχελή: ένα λεύκωμα για το μεσαιωνικό χωριό της Καλαμωτής στη Χίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μέλισσα. Χωρισμένο σε τέσσερις ενότητες – μια χαρτογράφηση του τόπου «από ψηλά» με drone, όψεις των πανέμορφων δρόμων του οικισμού, πορτρέτα των ανθρώπων της Καλαμωτής, και φωτογραφίες «από χαμηλά» μέσα στο δάσος με τα μαστιχόδεντρα.

Καλαμωτή της Χίου
© Γιώργης Γερόλυμπος

Οι κατόψεις της Καλαμωτής μάς υπενθυμίζουν τις δυτικοευρωπαϊκές ρίζες της κοινότητας – αυτή την άλλη Ελλάδα που δεν συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει δίπλα μας. Οι φωτογραφίες από τα πέτρινα σοκάκια σε κάνουν να θες να την επισκεφτείς. Οι λήψεις των δέντρων είναι σχεδόν μεταφυσικές. Ωστόσο, η αγαπημένη μου ενότητα ήταν οι φωτογραφίες των κατοίκων: άνθρωποι της διπλανής πόρτας, λαμπεροί ο καθένας με τον τρόπο του, αξιοπρεπείς, χαρούμενοι, περήφανοι, διαφορετικοί μεταξύ τους. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που είδα ανθρώπους της υπαίθρου να εμφανίζονται χαρούμενοι. (Σε αυτό το σημείο της παγκόσμιας ιστορίας που βρισκόμαστε, δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που είδα χαρούμενους ανθρώπους γενικώς).

Το εισαγωγικό δοκίμιο του πρώην δημάρχου Μανώλη Βουρνούς μας παρέχει το πολύτιμο και κατατοπιστικό ιστορικό πλαίσιο: την πορεία του νησιού και του χωριού μέσα από θριάμβους (το 1822 η Χίος είχε 120.000 κατοίκους, όταν η Αθήνα είχε 5.000) και καταστροφές (σεισμούς, σφαγές, εγκατάλειψη), αλλά και μια πολύ εμπεριστατωμένη ανάλυση για τους λόγους που τώρα πολλά κτίρια κινδυνεύουν να καταρρεύσουν: τον «εξ αδιαιρέτου» (σε βαθμό παράλυσης) κατακερματισμό της ιδιοκτησίας, την απουσία ομογενών (κάποιοι εκ των οποίων δεν γνωρίζουν καν ότι τους ανήκουν ακίνητα στην Καλαμωτή) και την εφήμερη εμφάνιση κερδοσκόπων που δεν νοιάζονται για τη βιωσιμότητα του τόπου.

Η Καλαμωτή είναι ένα case study για όλα τα μεγάλα ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι πόλεις και τα χωριά όχι μόνο στην Ελλάδα –την ακαμψία του κληρονομικού δικαίου και της γραφειοκρατίας, τη σπανιότητα της φαντασίας και του επιχειρηματικού πνεύματος για την ανάδειξη και βιώσιμη εκμετάλλευση της πολιτιστικής κληρονομιάς– αλλά και στην Ευρώπη. Η ανθρωπογεωγραφία της Καλαμωτής περιλαμβάνει μέλη της κοινότητας που είναι πρώτης ή δεύτερης γενιάς μετανάστες, ψηφιακούς νομάδες και Ευρωπαίους συνταξιούχους. Τα ίδια ερωτήματα που καλείται να απαντήσει η Ευρώπη, για το τι σημαίνει να είσαι Ευρωπαίος σήμερα, ως πού τραβάς τα όρια του εντός και του εκτός, τι ευθύνες και δικαιώματα δίνεις στους πολίτες, πώς χαράσσεις μια στρατηγική βιώσιμης ανάπτυξης της περιφέρειας ώστε να μην καταλήξεις να είσαι μουσείο ή θεματικό πάρκο για Κινέζους τουρίστες· τα ίδια ακριβώς ερωτήματα αναδεικνύει η περίπτωση της Καλαμωτής και το λεύκωμα του Ιδρύματος Μιχελή.

Καλαμωτή της Χίου
© Γιώργης Γερόλυμπος

* * *

Η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με τις φωτογραφίες του Γερόλυμπου ήταν στα τέλη του 2013, όταν κάπου στο Facebook έπεσα πάνω σε μια εικόνα της Αθήνας από ψηλά – μια υπέροχη φωτογραφία του αθηναϊκού skyline μετά τη δύση του ήλιου, με τη φωτισμένη Βασιλίσσης Σοφίας να διασχίζει διαγώνια το τοπίο, τον Λυκαβηττό στο δεξί άκρο, τον φωτισμένο Παρθενώνα ίσα που να φαίνεται στο βάθος (από μόνο του μια δήλωση με σημασία), και τον Σαρωνικό να γαληνεύει υπό το ροζ/μοβ φως του δειλινού.

Αυτή η φωτογραφία έμπαινε στην επιφάνεια εργασίας του λάπτοπ μου κάθε φορά που ήμουν στο εξωτερικό και μου έλειπε η πόλη μου, γιατί –όπως συνολικά το έργο του Γερόλυμπου– παρουσιάζει μια πόλη και μια χώρα σύγχρονη, όμορφη, χωρίς αρχαιολατρεία ή εθνικισμό ή μεμψιμοιρία, εξωτισμό και αυτολύπηση, αλλά με ενέργεια και ήρεμη αυτοπεποίθηση. Με άλλα λόγια, μια χώρα του 21ου αιώνα, για την οποία όχι απλώς ένιωθα περήφανος, αλλά στην οποία –και αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό– ένιωθα ότι υπάρχει χώρος και για μένα, και για ανθρώπους σαν εμένα, όπου δηλαδή θέλω να ανήκω ως πολίτης του 21ου αιώνα. 

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Doomscrolling
Ο ελεύθερος xρόνος ως reel

Όσα κάποτε αποτελούσαν απλά «χόμπι» ασκούνται πια ολοένα και περισσότερο σε επίπεδο ημι-επαγγελματικό, τόσο ώστε η έκθεσή τους στα social να έχει κάποια αξία σε σχέση με τον ανταγωνισμό

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY