Κοινωνια

Ένα παράλογο και απάνθρωπο σύστημα απέναντι στις επιζώσες σεξουαλικής βίας

Ζώντας τον βιασμό ξανά και ξανά

areti-georgili.jpg
Αρετή Γεωργιλή
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ενδοοικογενειακή βία: Ζώντας τον βιασμό ξανά και ξανά
© Andreia Cunha / Unsplash

Προτάσεις για την προστασία των επιζωσών σεξουαλικής βίας

Παρακολουθώ αυτή την περίοδο την ακροαματική διαδικασία για δύο υποθέσεις σεξουαλικής βίας — στη μία, μάλιστα, ο φερόμενος βιαστής κατηγορείται για σειρά βιασμών απέναντι σε γυναίκες-μαθήτριές του, ανήλικες και ενήλικες. Αυτό που διαπίστωσα και διαπιστώνω, κάθε φορά που βρίσκομαι στην οδυνηρή θέση να παρίσταμαι σε τέτοιες υποθέσεις, είναι ο απίστευτα απάνθρωπος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι επιζώσες και οι οικογένειές τους — κάτι που εντέλει καταλήγει σε αυτό που ονομάζεται δευτερογενής θυματοποίηση.

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Σημαίνει ότι, στον βωμό της προστασίας τού καθ’ όλα σεβαστού τεκμηρίου αθωότητας του φερόμενου δράστη, θυσιάζεται το τεκμήριο αλήθειας και η αξιοπιστία της επιζώσας.

Οι επιζώσες έρχονται αντιμέτωπες με ένα παράλογο και απάνθρωπο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης που απαιτεί από αυτές να ξεχάσουν ό,τι έχουν υποστεί μια και δυο και τρεις και άπειρες φορές σε μερικές περιπτώσεις, να ξεχάσουν το τραύμα τους και να ανακαλέσουν στο δικαστήριο, όσες φορές και αν χρειαστεί, με ανατριχιαστικές λεπτόμερειες κάθε στιγμή, κάθε πράξη, κάθε λέξη, κάθε δευτερόλεπτο του βιασμού τους. Δηλαδή, τα καλεί να ζήσουν ξανά και ξανά τον βιασμό τους, για όσες φορές θελήσει το προεδρείο, ο/η εισαγγελέας, οι συνήγοροι υπεράσπισης και κατηγορίας. Στο όνομα της διαδικασίας και της απόσπασης της λεπτομέρειας, αγνοείται η προστασία της επιζώσας και της οικογένειάς της, αγνοούνται οι επιπτώσεις του βιασμού στην ψυχολογική κατάσταση, στη συμπεριφορά, αλλά και στην επικοινωνία των περιστατικών από την επιζώσα και τους οικείους της.

Είναι λογικό μια γυναίκα που έχει περάσει τέτοιο σοκ να θέλει να σβήσει από τη μνήμη της καθετί που της θυμίζει τι έχει συμβεί. Λόγια, τηλεφωνήματα, μηνύματα, χρονικά ορόσημα, ακόμη και το ίδιο το πρόσωπο του δράστη μερικές φορές, όπως πολλές φορές και σωστά διαπιστώνουν και οι ειδικά ορισμένοι ψυχολόγοι από το δικαστήριο. Μια γυναίκα που λέει, «Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε έγινε αυτό», ή: «Το έσβησα γιατί ήθελα να το αφήσω πίσω μου», ή έχει ένα ξέσπασμα συναισθηματικό, είναι στοιχεία που συνήθως μεταφράζονται ως ενδείξεις αναξιοπιστίας, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν απολύτως τυπικές αντιδράσεις τραύματος.

Κι όμως, σύμφωνα με όλες τις ψυχιατρικές και ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, τα κενά μνήμης, οι αντιφάσεις και η αποσπασματική περιγραφή δεν σημαίνουν απαραίτητα ψεύδος, αλλά αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της τραυματικής μνήμης. Είναι ξεκάθαρο ότι η επιζώσα δεν μπορεί να αποθηκεύσει πληροφορίες με ακρίβεια αλλά διάσπαρτα, και ενεργοποιεί μηχανισμούς άμυνας που μπορεί να «σβήσουν» ακόμη και ολόκληρες περιόδους, ενώ συχνά πέφτει σε αντιφάσεις ή έχει χρονικές ανακολουθίες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ο βιασμός!

Η σεξουαλική βία είναι η μόνη περίπτωση βίας που η επιζώσα αμφισβητείται εκ προοιμίου

Φανταστείτε ότι μπαίνει ένας κλέφτης σπίτι σας, σας κλέβει, τον πιάνουν, πάει στο δικαστήριο, σας καλούν ως κύριο/-α μάρτυρα και η έδρα σάς ρωτάει, «Μήπως δεν είχατε κλείσει καλά την πόρτα;», «Μήπως προκαλέσατε την κλοπή σας;», «Μήπως ξέρατε τον δράστη και του ανοίξατε να μπει;», «Μήπως έχετε προηγούμενα μαζί του και θέλετε να τον εκδικηθείτε;», «Γιατί δεν βάλατε τις φωνές “Κλέφτης!”; Α, φωνάξατε! Καλώς! Πόσο δυνατά φωνάξατε; Όταν φωνάξατε, ήσασταν στο δωμάτιο ή στο σαλόνι; Πόσο μακριά είναι το δωμάτιο από το σαλόνι;» Και, το χειρότερο απ’ όλα: «Γιατί δεν το καταγγείλατε νωρίτερα; Είστε σίγουρος/-ρη ότι σας έκλεψαν;»

Πώς θα φαινόταν σε εσάς αν σας έκαναν να αισθάνεσθε ένοχος/-χη που σας έκλεψαν; Αν σας έκαναν να σκεφτείτε δυο φορές αν έπρεπε να καταγγείλετε την κλοπή; Όμως, αυτές ακριβώς ήταν οι ερωτήσεις που δέχτηκαν τόσο οι καταγγέλλουσες που βρήκαν τη δύναμη να καταγγείλουν, όσο και εκείνες που δεν είχαν την ίδια δύναμη, συναισθηματική και οικονομική, και πήγαν ως μάρτυρες. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που, ακόμη και παρά το #metoo κίνημα, μόνο μία στις τρεις γυναίκες περίπου καταγγέλλει τον βιαστή/κακοποιητή της.

Είναι αυτή η επίπονη, χρονοβόρος και κοστοβόρος δοκιμασία που τις κάνει να υποφέρουν επιπλέον.

Δεν φταίει όμως το εξαίρετο δικαστικό μας σώμα, ούτε η ελλιπής νομοθεσία. Σε αυτό το σημείο, είναι η ποινική μας δικονομία που έχει πολλά κενά. Αν και οι νομοθετικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση —η προσθήκη της συναίνεσης και άλλα πολλά—, φαίνεται ότι στην εφαρμογή τα πράγματα δεν είναι και τόσο καλά. Δεν είναι μόνο το έλλειμμα εκπαίδευσης και ενημέρωσης των δικαστών μας στην αντιμετώπιση των υποθέσεων έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, και δη σεξουαλικής.

Πρόχειρα απαριθμώ μερικές από τις παθογένειες: η ασυνεννοησία μεταξύ των διαφόρων φορέων (αστυνομίας, ιατροδικαστικής υπηρεσίας, ανακριτικών αρχών, εισαγγελέων κ.ά.), οι επαναλαμβανόμενες ανακρίσεις, οι αναβολές, οι καθυστερήσεις, η ίδια η πολύχρονη ακροαματική διαδικασία, οι διαρροές δικογραφιών (που και γι’ αυτό κατηγορούνται οι επιζώσες: λες και δεν τους φτάνει η ντροπή και ο φόβος του κοινωνικού στιγματισμού που ήδη έχουν, θέλουν να ντροπιαστούν περισσότερο και στέλνουν διαφημιστικές δικογραφίες στα ΜΜΕ), η αντιμετώπιση της επιζώσας ως μάρτυρα και όχι ως επιζώσα βαθιά τραυματισμένη, και φυσικά η υποχρέωση πολλαπλής δημόσιας έκθεσης της επιζώσας κατά τη διαδικασία απέναντι στο κοινό και κυρίως απέναντι στον θύτη.

Όλα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα είτε τον εκ νέου τραυματισμό της επιζώσας, είτε το να αποθαρρύνουν τις επιζώσες από το να συνεχίσουν τη διαδικασία. Όσες δηλαδή —λίγες— αποφασίζουν να ζητήσουν την προστασία της δικαιοσύνης και δεν αποθαρρύνονται εξαρχής, αποθαρρύνονται στην πορεία. Δεν αντέχουν άλλο συναισθηματικά ή/και οικονομικά.

Τι χρειάζεται να αλλάξει;

Αν και δεν εκπροσωπώ τη νομική επιστήμη αλλά τις ίδιες τις γυναίκες, αυτό που είναι αναγκαίο δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτά που βλέπουμε να εφαρμόζονται με επιτυχία στα νομικά συστήματα άλλων δυτικών χωρών και είναι αυτά που η κοινή λογική πρεσβεύει:

  • Την προστασία της επιζώσας και την αντιμετώπισή της ως επιζώσα και όχι ως μία τυπική μάρτυρα, με συνδυασμό νομικών και ψυχολογικών προσεγγίσεων και την αναγνώριση του τραύματος, του μετατραυματικού στρες αλλά και της επανατραυματοποίησης.
  • Τη μείωση της δημόσιας διαδικασίας και της έκθεσης της επιζώσας απέναντι στον θύτη με τη βοήθεια της δικαστικής/ποινικής διαμεσολάβησης.
  • Την υποχρεωτική εκπαίδευση των δικαστών και δικαστριών που καλούνται να δικάσουν τέτοιες υποθέσεις και την καθοδήγησή τους σε βασικές κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα και με το ΕΔΔΑ.
  • Τη «συνεργασία» αστικού και ποινικού κώδικα στις υποθέσεις αυτές και ειδικά στις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας. Δεν είναι λίγες οι φορές που, ενώ η ποινική διαδικασία είναι σε εξέλιξη, οι γυναίκες βρίσκονται σε «αστικά» αδιέξοδα, όταν μάλιστα εμπλέκονται και παιδιά.

Ένα μικρό βήμα μπροστά για την ποιότητα της αποδιδόμενης δικαιοσύνης, ένα τεράστιο άλμα για εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY