Κοσμος

Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ αποτελεί μια ακόμα βρετανική αυτοκτονία

Το χάος της μετά-Brexit εποχής δεν έχει τέλος για το Ηνωμένο Βασίλειο

Άγης Παπαγεωργίου
Άγης Παπαγεωργίου
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ αποτελεί μια ακόμα βρετανική αυτοκτονία
22.06.2026. Ο Κιρ Στάρμερ ανακοινώνει την παραίτησή του © TOLGA AKMEN / EPA

Η παραίτηση του Βρετανού Πρωθυπουργού αναδεικνύει τα αδιέξοδα της μετά-Brexit εποχής και θέτει νέα ερωτήματα για τον ρόλο του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρώπη

Το – ήδη εδώ και καιρό – αναμενόμενο αποτελεί πλέον γεγονός: σε ένα λιτό μήνυμά του προς τους Βρετανούς πολίτες, ο Κιρ Στάρμερ παραδέχθηκε πως το κόμμα του επιθυμεί πλέον την απομάκρυνσή του από τη Downing Street, ανακοινώνοντας την παραίτησή του, και εκκινώντας τις διαδικασίες ανάδειξης της διαδοχής του στην ηγεσία των Εργατικών, αλλά και τη βρετανική πρωθυπουργία. Ειρωνικά, ο πλέον φιλοευρωπαϊστής Πρωθυπουργός από τους πέντε που αναδείχθηκαν στο ανώτατο πολιτικό αξίωμα της χώρας από το 2016 και μετά, παραιτήθηκε ακριβώς μια μέρα πριν την επέτειο των δέκα ετών από το δημοψήφισμα που έσπρωξε το Ηνωμένο Βασίλειο εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ό,τι και να πει κανείς για τη βρετανική πολιτική σκηνή, είναι λίγο, και η σημερινή εξέλιξη απλώς επιβεβαιώνει το προφανές· το πολιτικό σύστημα της χώρας βρίσκεται σε παρατεταμένη πολιτική κρίση, από την οποία δεν υπάρχει καμία ορατή διέξοδος. Σαν να θέλουν να μιμηθούν τις χειρότερες πρακτικές των ιστορικών τους αντιπάλων, οι Εργατικοί βουλευτές – και μια σειρά ανώτατων κομματικών στελεχών – θεώρησαν πως η εξαναγκαστική απομάκρυνση του Κιρ Στάρμερ, και η πιθανότατη αντικατάστασή του από τον συγκριτικά αριστερόστροφο πρώην Δήμαρχο του Μάντσεστερ και Υπουργό των Κυβερνήσεων του Τόνι Μπλερ και Γκόρντον Μπράουν, Άντι Μπέρναμ, θα μεταβάλει με κάποιον τρόπο την απογοητευτική αθροιστική δημοσκοπική εικόνα του κόμματος, το οποίο ισοψηφεί με 18% με τους Συντηρητικούς· το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ παραμένει σαφώς πρώτο με 25%. Δυστυχώς, τίποτα δεν προδικάζει την επιτυχία του εγχειρήματος.

Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ και η μετά-Brexit εποχή που συνεχίζεται

Τα δύο μεγάλα λάθη του Κιρ Στάρμερ

Σύμφωνοι, ο απερχόμενος πλέον Εργατικός Πρωθυπουργός δεν κατάφερε να κεφαλαιοποιήσει την ιστορική πλειοψηφία που πέτυχε στις εθνικές εκλογές του 2024, όταν το κόμμα του κατέκτησε 411 έδρες – στο σύνολο των 650 – στέλνοντας τους Συντηρητικούς στα έδρανα της αντιπολίτευσης μετά από δεκατέσσερα χρόνια. Στους εικοσιτρείς μήνες όπου παρέμεινε στη Downing Street, ο Στάρμερ υπέπεσε σε μια σειρά λαθών, με το σαφώς σοβαρότερο όλων να αποτελεί την επιλογή του Λόρδου Πίτερ Μάντελσον ως πρέσβη του Ηνωμένου Βασιλείου στις ΗΠΑ, η οποία είναι πλέον εμφανές πως ελήφθη μέσα από μια βαθύτατα προβληματική διαδικασία. Η εμπλοκή του Μάντελσον στο σκάνδαλο Έπσταϊν, αλλά και η αποτυχία του απερχόμενου Πρωθυπουργού να απαντήσει στα αμέτρητα ερωτήματα τα οποία του έθετε η αντιπολίτευση – και ιδιαίτερα η εσωκομματική – κατέστησαν ακόμα δυσκολότερη τη θέση του, με το πολιτικό κόστος να κλιμακώνεται επικίνδυνα, ενόψει μάλιστα των δημοτικών εκλογών του Μαΐου στις οποίες οι Εργατικοί αναμένονταν να βιώσουν μια εκλογική συντριβή· όπως και έγινε.

Πέραν της υπόθεσης Μάντελσον, ο Στάρμερ χρεώνεται και μια σειρά παλινδρομήσεων σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής. Σε καμία φάση της – βραχύβιας – πρωθυπουργίας του ο Εργατικός Πρωθυπουργός δεν κατάφερε να πείσει το βρετανικό εκλογικό σώμα πως έχει μια συγκροτημένη προσέγγιση αναφορικά με την αντιμετώπιση του αυξανόμενου κόστους ζωής και της παροχής προοπτικής ιδιαίτερα στα νεαρότερα μέλη του εργατικού δυναμικού της χώρας. Σε αυτό το πλαίσιο, η απουσία μιας συνεκτικής στρατηγικής κοινωνικών παροχών – οι οποίες βρίσκονται ανέκαθεν στον ιδεολογικό πυρήνα του κόμματός του – επιβάρυνε συνεχώς περισσότερο τη θέση του, καθώς αποδείκνυε στην πλειοψηφία των ψηφοφόρων πως, όπως και οι Συντηρητικοί προκάτοχοί του, ούτε εκείνος μπορούσε να βρει μια λύση για το παρατεταμένο τέλμα στο οποίο βρίσκεται η βρετανική μεσαία τάξη στη μετά-Brexit εποχή. Φυσικά, ο Στάρμερ δε φέρει καμία ευθύνη για την εξωγενή πίεση που προκάλεσαν τόσο τα απόνερα της πανδημίας, όσο – φυσικά – και ο ρώσο-ουκρανικός πόλεμος, ενώ ο αυτόεξοστρακισμός του Ηνωμένου Βασιλείου από την Κοινή Αγορά ειρωνικά περιόρισε ακόμα περισσότερο την ελευθερία των κινήσεών του· η «παγκόσμια Βρετανία» έπρεπε να βρει τη λύση μόνη της, σε έναν πολιτικό χρόνο ωστόσο ο οποίος επιβάλλει τον μέγιστο δυνατό βαθμό συνεργασίας μεταξύ των μικρομεσαίων δυνάμεων του διεθνούς συστήματος, ακόμα και όταν πρόκειται για την επίλυση εσωτερικών μακροοικονομικών προκλήσεων.

Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ αποτελεί μια ακόμα βρετανική αυτοκτονία
H σύζυγος του Κιρ Στάρμερ, Βικτώρια (Δεξιά) παρακολουθεί τις δηλώσεις του συζύγου της © NEIL HALL / EPA

Τον μέσο Βρετανό, ωστόσο, αυτού του τύπου η υψηλή ανάλυση δεν τον ενδιαφέρει. Ανεξαρτήτως του τι ψήφισε στο δημοψήφισμα του 2016, ο μέσος Βρετανός αγόρασε μια μετά-Brexit προοπτική, την οποία πέρα από τους Συντηρητικούς φρόντισαν να καλλιεργήσουν και οι Εργατικοί, καθώς τόσο ο Στάρμερ, όσο και ο ευρωσκεπτικιστής και παρωχημένος σοσιαλιστής προκάτοχός του, Τζέρεμι Κόρμπιν, συντάχθηκαν με τη λογική του «Make Brexit Work»· κοίτα να δεις που δεν δουλεύει, τελικά. Στην πραγματικότητα, οποιοσδήποτε και να οδηγούσε τους Εργατικούς στον θρίαμβο του 2024, ο οποίος δεν μπορεί έτσι και αλλιώς να αποδοθεί στον Στάρμερ καθώς σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσε απόρροια της κούρασης του εκλογικού σώματος με τους Συντηρητικούς, θα έπρεπε να κυβερνήσει απολύτως άριστα ώστε να αντιμετωπίσει τη μοναδική αυτοκτονική συνθήκη ενός συρρικνωμένου ΑΕΠ κατά έως και 8%, το οποίο προκάλεσε η έξοδος της χώρας από την ΕΕ. Ο ίδιος ο Στάρμερ δεν κατάφερε – όπως είναι λογικό – να κυβερνήσει άριστα, με τη συρρίκνωση των ποσοστών του κόμματός του, αλλά και της αποδοχής του, να είναι αναπόφευκτες, και την απομάκρυνσή του μοιραία.

Μια ακόμα αυτοκτονική πράξη για το Ηνωμένο Βασίλειο

Όμως, το «αλλά» της όλης υπόθεσης είναι τεράστιο. Πέραν των προφανών ελαφρυντικών – ήτοι πως παρέλαβε ένα ξεχαρβαλωμένο, κυρίως αξιακά, κράτος από τους Συντηρητικούς – ο Στάρμερ κυβέρνησε ως ένας τυπικός, βαρετός, και με την πολιτική έννοια του όρου κανονικός Πρωθυπουργός, με τις όποιες διακυμάνσεις μπορεί να έχει η απόδοσή του, τα θετικά του και τα αρνητικά του, τις επιτυχίες του και τις αποτυχίες του, χωρίς ποτέ ο ίδιος να εμπλακεί σε οποιαδήποτε σκιώδη υπόθεση. Πέραν μιας σειράς μεταρρυθμίσεων οι οποίες ενίσχυσαν τα περισσότερο αδύναμα κοινωνικά στρώματα της χώρας – από τους ενοικιαστές των αδυσώπητα ακριβών βρετανικών μεγαλουπόλεων, έως την επανακρατικοποίηση των εξαθλιωμένων βρετανικών σιδηρόδρομων – και οι οποίες ήταν απολύτως ιδεολογικά συνεπείς με το μανιφέστο και τον ιδεολογικό πυρήνα του κόμματός του, ο απερχόμενος Πρωθυπουργός απέδωσε στο χρεοκοπημένο αξίωμα που παρέλαβε μια αίσθηση κανονικότητας, αποδεικνύοντας παράλληλα και μια μάλλον πρωτοφανή πρόθεση να συγκρουστεί τόσο με μια σειρά εσωτερικών ομάδων συμφερόντων – κυρίως ενεργειακών – όσο όμως και με τη Βουλή των Λόρδων. Ενδεχομένως αν είχε την ευκαιρία να εκπληρώσει μια ολόκληρη θητεία, και με δεδομένη την πλειοψηφία των Εργατικών στο Κοινοβούλιο, ο Στάρμερ να μπορούσε να οδηγήσει σε μια σειρά μεταρρυθμίσεων που ούτε ο Τόνι Μπλερ που κυβέρνησε επί δέκα χρόνια, ούτε όμως ο αριστερίζον Γκόρντον Μπράουν που τον διαδέχθηκε για δύο χρόνια δεν πρόλαβαν να καταφέρουν, πριν τη μακροημέρευση των Συντηρητικών στη Downing Street.

Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Στάρμερ κατάφερε το αδιανόητο, δηλαδή να επαναφέρει στο Ηνωμένο Βασίλειο μια αίσθηση αξιοπρέπειας και κύρους που απώλεσε διεθνώς. Αναλαμβάνοντας – και συμβάλλοντας σε – μια σειρά από θεμελιώδεις πρωτοβουλίες ως προς την υιοθέτηση μιας συγκροτημένης ευρωπαϊκής στρατηγικής απέναντι στις αμέτρητες, πλέον, προκλήσεις που αντιμετωπίζουν από κοινού το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Στάρμερ πέτυχε σχεδόν μονομερώς να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη μεταξύ του Λονδίνου και των Βρυξελλών, η οποία είχε πιάσει ιστορικό πάτο μετά το δημοψήφισμα του 2016, και το απόλυτο χάος των διαπραγματεύσεων ως προς την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ. Τόσο μέσω της Συμμαχίας των Προθύμων, όσο και μέσω των προσεκτικών μα και γεμάτων αυτοπεποίθηση – στην πλειοψηφία τους – κινήσεών του εντός του NATO και του G7, ο Στάρμερ λειτούργησε τόσο ηγετικά, όσο όμως και κατευναστικά όταν αυτό απαιτούσαν οι συνθήκες, συμβάλλοντας καθοριστικά στη συνεκτικότητα των μικρομεσαίων δυνάμεων διεθνώς, σε έναν πολιτικό χρόνο σύγκρουσης υπερδυνάμεων, και πλήρους αξιακής αποξένωσης των ΗΠΑ από την πολιτική Ευρώπη. Βλέποντάς το από απόσταση, ο απερχόμενος Βρετανός Πρωθυπουργός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, αψηφώντας τις χαμηλές προσδοκίες που είχε το βρετανικό εκλογικό σώμα από αυτόν σε ό,τι αφορά τη δυνατότητά του να επαναφέρει το Ηνωμένο Βασίλειο πιο κοντά στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων.

Η απομάκρυνση του Στάρμερ από τη βρετανική πρωθυπουργία, σε μια διεθνή συγκυρία όπου η σταθερότητα και η εμπιστοσύνη μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών είναι απολύτως απαραίτητη, συνιστά μια ακόμα αυτοκτονική κίνηση για το βρετανικό πολιτικό σύστημα, η οποία ωστόσο αυτή τη φορά χρεώνεται εξολοκλήρου στους Εργατικούς. Τη στιγμή που το χάσμα εντός της ΕΕ αναφορικά με την προσέγγιση ή μη της Ρωσίας στο πλαίσιο του τερματισμού του ρωσοουκρανικού πολέμου βαθαίνει επικίνδυνα, ο Στάρμερ απέδιδε στο Ηνωμένο Βασίλειο το κύρος που απαιτούσε η άτυπη συμμαχία των E3 – δηλαδή του Λονδίνου με το Παρίσι και το Βερολίνο – η οποία απέδιδε στην Ευρώπη μια σαφώς ανώτερη διαπραγματευτική προοπτική από εκείνη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, από το οποίο η Βρετανία είναι προφανώς αποκλεισμένη· σημειώνεται πως τόσο ο Εμμανουέλ Μακρόν, όσο και ο Φρίντριχ Μερτς υποστήριξαν την προηγούμενη εβδομάδα πως το Ηνωμένο Βασίλειο δε μπορεί να απέχει από οποιαδήποτε ευρωπαϊκή προσέγγιση στο συγκεκριμένο ζήτημα. Η διαφαινόμενη, μάλιστα, αντικατάστασή του από τον Μπέρναμ, ο οποίος δεν έχει απολύτως καμία εμπειρία εξωτερικής πολιτικής, ενδεχομένως να αποδειχθεί προβληματική, αν όχι καταστροφική, τόσο για το Ηνωμένο Βασίλειο, όσο και για την Ευρώπη, ακόμα και αν καταφέρει να απευθυνθεί αποδοτικότερα στους ψηφοφόρους που έχει προσελκύσει ο Φάρατζ στη Βόρεια Αγγλία, όπως αναμένεται· σήμερα, το Λονδίνο δεν έχει περιθώρια για πειραματισμούς σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, όπως και κανείς άλλος μικρομεσαίος, από την Οτάβα ως το Γουέλιγκτον, και πάλι πίσω.

Το σημαντικότερο κόστος της απομάκρυνσης Στάρμερ

Είναι εξαιρετικά νωρίς για να προχωρήσει κανείς σε έναν πλήρη απολογισμό της θητείας του Κιρ Στάρμερ ως Πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου. Βλέποντάς το πρόχειρα, ο πρώην Εισαγγελέας και Διευθυντής Δημοσίων Διώξεων (Director of Public Prosecutions) σίγουρα δε μπορεί να συγκαταλεχθεί μεταξύ των τιτάνων του Κλέμεντ Άτλι και του Γουίσντον Τσώρτσιλ – πώς θα μπορούσε άλλωστε – αλλά σε καμία περίπτωση ωστόσο δε θα τον μετρούσε κανείς και μεταξύ όλων ανεξαιρέτως των Πρωθυπουργών που διαδέχθηκαν τον τελευταίο πριν τον ίδιο Εργατικό Πρωθυπουργό, Γκόρντον Μπράουν. Σε σύγκριση με όλους ανεξαιρέτως τους σύγχρονους Συντηρητικούς του προκατόχους, από τον Ντέιβιντ Κάμερον έως και τον Ρίσι Σούνακ, ο Στάρμερ δεδομένα ήταν ικανότερος να κατανοήσει τον μέσο Βρετανό ψηφοφόρο, όσο όμως και να αποδώσει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική στο Ηνωμένο Βασίλειο της μετά-Brexit εποχής.

Το κρισιμότερο στοιχείο – και το πλέον τραγικό – είναι πως η απομάκρυνση του Στάρμερ αποδεικνύει πως το βρετανικό πολιτικό σύστημα έχει πλέον γαλουχηθεί στην κατανάλωση Πρωθυπουργών, στερώντας από το ανώτατο πολιτικό αξίωμα της χώρας το κύρος, την αξιοπιστία, και τον σεβασμό που θα έπρεπε να αποπνέει, εντός και εκτός της χώρας. Ακόμα και αν η προσωπική πορεία του στη ζωή – κυρίως καθώς ο Στάρμερ αποτελεί μια από τις ελάχιστες εξαιρέσεις που μπήκαν στην πολιτική σε μεγάλη ηλικία, έχοντας πρωτίστως χτίσει μια αξιοσημείωτη καριέρα – καθιστούσε τον Στάρμερ ως ιδανικό πρόσωπο για ένα πραγματικό rebranding του κόμματός του, το ένστικτο της κομματικής αυτοσυντήρησης των Εργατικών υπερίσχυσε της υιοθέτησης μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής, η οποία ακόμα και αν κατέληγε σε μια ήττα στις εθνικές εκλογές του 2029, θα είχε δώσει στην απερχόμενη κυβέρνηση τη δυνατότητα να προχωρήσει σε πραγματικές τομές. Σήμερα, ο Στάρμερ μοιάζει απλώς ως ένας ακόμα αναλώσιμος Πρωθυπουργός, μέχρι τον επόμενο· αρκεί να αναρωτηθεί κανείς πόσο διαφορετική τύχη θα έχει άραγε ο Μπέρναμ, εφόσον δεν καταφέρει μέσα στο επόμενο εξάμηνο να ξεκολλήσει τους Εργατικούς από την εξαιρετικά δεινή δημοσκοπική θέση στην οποία βρίσκονται, τη στιγμή που ο Νάιτζελ Φάρατζ κάνει αυτό που δεν κατάφεραν οι αντίπαλοί του από το 2016 μέχρι και σήμερα: περιμένει.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY