Visual Browsing

«Η χορτοφάγος» είναι μια ηχηρή διαμαρτυρία εκκωφαντικής σιωπής

«Χορτοφάγος» της Χαν Γκανγκ, εκδόσεις Καστανιώτη
Το μυθιστόρημα της Χαν Γκανγκ αφήνει το δικό του στίγμα (εκδ. Καστανιώτη)
  • A-
  • A+
0
Παρουσίαση του βιβλίου «Χορτοφάγος» της Χαν Γκανγκ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Η Χαν Γκανγκ είναι μια από τις σπουδαιότερες πένες της γενιάς της στη Νότια Κορέα και η «Χορτοφάγος», με την οποία κέρδισε το διεθνές λογοτεχνικό βραβείο Man Booker, φανερώνει τη βαθυστόχαστη ματιά της απέναντι στο καπιταλιστικό σύστημα και στις αξίες που προωθεί. Αντισυμβατικό, σκληρό, βαθύ, στοχεύει απευθείας στη διαταραγμένη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, στις καταπιεσμένες μύχιες επιθυμίες και στα πρωτόγονα ένστικτα που ορίζουν πράξεις και αποφάσεις.  Ένα αλληγορικό μυθιστόρημα που βάζει φωτιά στις καταναλωτικές επιδράσεις των μέσων μαζικής ενημέρωσης –και όχι μόνο− και εφορμά στον νου και στην ψυχή. 

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται μια άχρωμη γυναίκα, η Γιoνγκ Χιε, που ακολουθεί πιστά τη ρουτίνα της μέσα στα όρια του άχρωμου γάμου της. Ο σύζυγός της δουλεύει σκληρά και φιλοδοξεί να ανελιχθεί, ενώ εκείνη αφιερώνει τον χρόνο της κυρίως στο διάβασμα βιβλίων και στα του σπιτιού. Όλα φαινομενικά κυλούν ήρεμα, όταν ένα όνειρο θα αφυπνίσει την οικολογική της συνείδηση και θα την ωθήσει να γίνει χορτοφάγος. Ο άντρας της δεν δίνει μεγάλη σημασία σε αυτή τη μικρή επανάσταση, καθώς όμως ο καιρός περνάει η εμμονή της Γιoνγκ γιγαντώνεται και απλώνει τις ρίζες της βαθιά στην κοινή τους ζωή. Ο ύπνος της συνταράσσεται από κανιβαλισμούς και βασανιστήρια και αυτή η βαρβαρότητα τη διαλύει κάθε μέρα και περισσότερο. Τελικά, η ακλόνητη στάση της θα την οδηγήσει σε μια σειρά συγκρούσεων με την οικογένεια και τον κοινωνικό της περίγυρο και θα φέρει στην επιφάνεια τη στιβαρή της προσωπικότητα.

Η πλοκή απλώνεται σε διάστημα τριών ετών και χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος, αφηγητής είναι ο σύζυγος της Γιoνγκ που εξιστορεί τα γεγονότα από τη δική του οπτική, εστιάζοντας στην αδικαιολόγητη –κατά τη γνώμη του− μεταστροφή της γυναίκας του και στην αδυναμία του να κατανοήσει τους λόγους που την οδήγησαν σε αυτή. Ένα όνειρο δεν είναι για εκείνον μια πειστική δικαιολογία και προσπαθεί να ανακαλύψει κάποιον λόγο υγείας, θρησκείας ή ψυχικής διαταραχής, ώστε να μπορέσει να αποδεχτεί τα γεγονότα. Κάνει προσπάθειες να τη βοηθήσει, αλλά η προσέγγισή του έχει τραγικά αποτελέσματα.

Στο δεύτερο μέρος, η τριτοπρόσωπη αφήγηση επικεντρώνεται στον γαμπρό της Γιoνγκ και στην καταλυτική επίδραση που έχει πάνω του η μογγολική κηλίδα της. Εκείνος είναι ένας αποστασιοποιημένος καλλιτέχνης που μέσα από τις φωτογραφίες και τα βίντεό του επιθυμεί να προβάλλει μια εναλλακτική προσέγγιση της τέχνης, και η ενέργεια που πηγάζει μέσα από την αποφασιστική νύφη του, τον σαγηνεύει και τον εμπνέει. Το σώμα της γίνεται για εκείνον η μήτρα που θα τον ξαναγεννήσει καλλιτεχνικά και δεν θα μπορέσει να αντισταθεί στο σαρωτικό της πέρασμα.

Σχετικα
«Η Τέχνη του Πολέμου» του Σουν Τζου
«Η Τέχνη του Πολέμου» του Σουν Τζου

Στο τελευταίο μέρος, η σκυτάλη περνάει στην αδερφή της Γιoνγκ και η πλοκή έχει μεταφέρεται στους τέσσερις τοίχους μια ιδιωτικής νευρολογικής κλινικής. Εκεί που η ηρωίδα περνάει το κατώφλι του κόσμου των δέντρων και αναζητεί απεγνωσμένα να ενωθεί με τα αδέρφια της για πάντα.

Οι παρωπίδες της σύγχρονης εποχής μπαίνουν στο μικροσκόπιο της γραφής της Χαν Γκανγκ και οι συνειδήσεις που αντιδρούν και αντιμάχονται σθεναρά ενάντια στην ανθρωποφαγία, στον πουριτανισμό, στη βιομηχανοποίηση, αποκτούν φωνή. Η ατομική ευθύνη υψώνει το ανάστημά της μέσα από την κεντρική ηρωίδα και κοιτάζει κατάματα τον αναγνώστη, πυροδοτώντας εσωτερικές συγκρούσεις και έντονους προβληματισμούς. Το σώμα της Γιoνγκ είναι το μέσον για να αναδείξει η συγγραφέας την παθητικότητα των πολιτών και την ευκολία με την οποία κατακρίνουν, στιγματίζουν, περιθωριοποιούν το διαφορετικό και όποιον κινείται έξω από τα όρια των προτύπων που οι καταναλωτικές κοινωνίες επιβάλλουν.

Προσωπικές επιλογές, ανθρώπινα δικαιώματα, διαπροσωπικές σχέσεις, αποκτούν τις πραγματικές τους διαστάσεις μέσα από τον λυρισμό και την απλότητα της πένας της Γκανγκ. Η ευφυής πλοκή και η ιδιόρρυθμη φόρμα που υιοθετεί προσφέρουν ένα φιλοσοφικό βάθος και δημιουργούν έναν μοναδικό δίαυλο επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Η εξαιρετική μετάφραση της Αμαλίας Τζιώτη είναι καταλυτική.

«Η χορτοφάγος» είναι μια κραυγή αγωνίας, μια αφύπνιση συνειδήσεων. Είναι μια ηχηρή διαμαρτυρία εκκωφαντικής σιωπής.

Δειτε επισης

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5