- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Το θέατρο ως τόπος του ανομολόητου
Δύο παραστάσεις -«Οι Δούλες» και «Κάποιος να με φωνάξει»- που προσεγγίζουν το μύχιο
Δύο παραστάσεις -«Οι Δούλες» και «Κάποιος να με φωνάξει»- που, η καθεμιά από τη δική της σκοπιά, προσεγγίζουν το μύχιο και ομολογούν το ανομολόγητο με φορέα τη θεατρική τέχνη.
Ζαν Ζενέ, Οι Δούλες, Εθνικό Θέατρο, Μικρό Rex
Δύο υπηρέτριες και αδερφές, η Κλαίρη και η Σολάνζ, υπηρετούν στο σπίτι μιας πλούσιας Κυρίας. Κάποια βράδια, όταν η Κυρία απουσιάζει, μεταμφιέζονται εκ περιτροπής σε «κυρίες», μπαίνουν στο δωμάτιό της, φορούν τα ρούχα της και στήνουν ένα «παιχνίδι» ανταλλαγής ρόλων, το οποίο καταλήγει στην εικονική της δολοφονία. Ο σύντροφος της Κυρίας, ο Κύριος, έχει συλληφθεί, εξαιτίας ανώνυμων επιστολών που έγραψαν οι Δούλες, οι οποίες τον κατηγορούσαν για εγκληματικές πράξεις. Η Κυρία τους είναι τώρα ανυπεράσπιστη κι αυτή είναι η μοναδική τους ευκαιρία να τη «δολοφονήσουν». Η Κυρία εισβάλει στο δωμάτιο και οι Δούλες αποφασίζουν να δράσουν.
Ο Ζαν Ζενέ, ένα από τα «καταραμένα» παιδιά της θεατρικής τέχνης, που συμπεριλαμβάνεται στους συγγραφείς του «Θεάτρου του Παραλόγου» όπως ονομάστηκε από τον Μάρτιν Έσσλιν, γράφει τις Δούλες (1946) εμπνεόμενος από ένα αληθινό περιστατικό που συνέβη στη Γαλλία με πρωταγωνίστριες τις αδερφές Παπέν. Τη φρικαλέα δολοφονία των γυναικών μιας οικογένειας, στην οποία οι αδερφές Παπέν εργάζονταν ως υπηρέτριες. Ο Ζενέ, όμως, αξιοποιεί τη συνθήκη της ανισότητας των τάξεων για να οικοδομήσει ένα πλαίσιο που υπερβαίνει τα ρεαλιστικά γεγονότα, για να διεισδύσει στο φαντασιακό και το ασυνείδητο των καταπιεσμένων, και όχι μόνο, ατόμων. Πρόκειται για τη διαδικασία της «μεταμόρφωσης», μια εγγενή λειτουργία του ανθρώπινου είδους που έχει αξία επιβίωσης, αφού τη συναντούμε και σε πολλά ζώα. Μόνο που στον άνθρωπο πρόκειται για συνειδητή επιλογή, η οποία αποβλέπει στην εκτόνωση, την κάθαρση και ίσως την αυτογνωσία. Η τελετουργική μεταμφίεση των δύο υπηρετριών, ένα θέατρο «εν θεάτρω» δηλαδή, τις βοηθά να ισορροπήσουν τις αντίρροπες δυνάμεις που ενυπάρχουν εντός τους: την δεσμευτική και αδυσώπητη πραγματικότητα γύρω τους με την εσωτερική ανάγκη για ατομική ελευθερία και καταξίωση. Το θέατρο που παίζουν μεταξύ τους «εκτονώνει» αλλά δεν θεραπεύει, καθώς δεν ακολουθείται από θυσία.
Όμως, κάθε τι τελετουργικό απαιτεί μια «θυσία» για να ολοκληρωθεί. Η «θυσία» άλλοτε προέρχεται από τους μυημένους άλλοτε από κάποιο εξιλαστήριο θύμα. Μόνον τότε, θα έχει επιτελεσθεί η πράξη της «μεταμόρφωσης». Γι’ αυτό και οι Δούλες, καθώς αποτυγχάνουν με το θύμα τους, θυσιάζουν τον εαυτό τους.
Ο σκηνοθέτης (Bruce Myers) παρομοιάζει την τελετουργία των δύο γυναικών με τα ελληνικά Αναστενάρια. Πρόκειται, μάλλον, για μια καθ’ όλα άστοχη μεταφορά. Η τελετουργία στ’ Αναστενάρια έχει αποκλειστικά υπερβατική απεύθυνση. Η τελετουργία στις Δούλες, όμως, σκοπεί πρωτίστως στη γήινη και υλική εξουσία, χωρίς να παραλείπονται και οι αναφορές στην υπερβατική. Επιπλέον στα Αναστενάρια τα «εξιλαστήρια θύματα» είναι εξαρχής οι μυημένοι και οι συμμετέχοντες. Στο θεατρικό έργο, όμως, αυτό γίνεται εξ ανάγκης κι όχι εξ υπαρχής. Πολύ σημαντικές διαφορές, τις οποίες η σκηνοθεσία παραβλέπει, εξισώνοντας τις δύο καταστάσεις, μ’ αποτέλεσμα να ανατρέπεται η συλλογιστική και η στοχοθεσία του έργου. Πέρα από τον ιδεολογικό αποπροσανατολισμό της σκηνοθεσίας, ο Bruce Myers στήνει μια βαρυφορτωμένη σκηνογραφικά και ενδυματολογικά παράσταση (Ντένη Βαχλιώτη), μια αποπνικτική σκηνική ατμόσφαιρα (Άση Δημητροπολούλου), με πλήθος αντικειμένων που επιβαρύνουν την όψη ανηλεώς, με τις φωτογραφίες στοχαστών ανάμεσα σε εικόνες της Παναγίας και των Αγίων, ως άκαρπες διακειμενικές αναγωγές και διασυνδέσεις. Η σκηνή βουλιάζει από το βάρος μιας μπαρόκ αισθητικής, η οποία δεν ενσωματώνεται στα δρώμενα.
Στο ίδιο επίπεδο της εκζήτησης και της υπερβολής κινούνται και οι ερμηνείες -υπό την καθοδήγηση του σκηνοθέτη φυσικά. Μπορεί ο Ζενέ να αναφέρει ότι οι Δούλες πρέπει να παιχτούν «μη ρεαλιστικά», αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να εξοκείλουν στο γκροτέσκο. Μη ρεαλιστικό είναι και το απολύτως αφαιρετικό, το οποίο υποδηλώνει χωρίς να δεσμεύεται να καταδείξει. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η διασωθείσα της παράστασης μοιάζει να είναι η Λένα Παπαληγούρα (Κυρία) -αν κι εκείνη υπερέβαλε εαυτόν, τόσο που η Κυρία της είναι μια καρικατούρα, ωστόσο άρτια αποδοσμένη! Η Ραφίκα Σαουϊς (Σολάνζ) παλινδρομεί χωρίς να κατασταλάζει σε κάποιο ερμηνευτικό στίγμα. Η Μαρία Κίτσου (Κλαίρη) διατηρεί τη σκηνοθετική υπερβολή και υπερπαίζει, κι εκείνη μετεωριζόμενη. Δεν είναι δίκαιο να «φορτώνονται» τα σκηνοθετικά ατοπήματα οι ηθοποιοί, αλλά … αυτή είναι δυστυχώς μια από τις συνθήκες της θεατρικής τέχνης. Τα ανθρώπινα πλάσματα καταντούν ανδρείκελα σε μια κακοστημένη σκηνή, έχοντας απολέσει όλα τους τα ερείσματα. Πρόκειται, για μια παράσταση που παρερμηνεύει τον Ζενέ κι απομακρύνει τον θεατή από τη δραματουργία του.
Αναστασία Βούλγαρη, Κάποιος να με φωνάξει, Μεταξουργείο
Μια μεσήλικη γυναίκα, γόνος μικρασιατών προσφύγων, αναθυμάται στιγμές από τα παιδικά της χρόνια, από τις συνεχείς μετακινήσεις της οικογένειάς της, από τις κακουχίες και την ανέχεια αλλά και την ευτυχία της παιδικής αθωότητάς της. Η στιγμή, όμως, που τη σημαδεύει ανεξίτηλα είναι όταν ο πατέρας της αναγκάζεται να την εγκαταλείψει καθώς τον καταδιώκουν ως κομμουνιστή. Ο αποχαιρετισμός με τον πατέρα της είναι το μοιραίο γεγονός της ζωής της, καθώς εκείνος δεν επιστρέφει ποτέ. Η εμμονική αναζήτησή του καταδυναστεύει τη ζωή της. Μονολογεί, με συντροφιά τις αναμνήσεις της που «ενσαρκώνονται» στο σώμα μιας νεαρής ύπαρξης που στοιχειώνει τη σκέψη της. Περιμένοντας… εναγωνίως να ακούσει «κάποιον να τη φωνάξει», κάποιον να νοιαστεί.
Το κείμενο της Αναστασίας Βούλγαρη, μια μονολογική κατάθεση ψυχής και βιωμάτων, φανερώνει αβίαστα τις λογοτεχνικές αρετές του. Όμως, για να μετατραπεί ο λογοτεχνικός λόγος σε θεατρικό απαιτείται ισχυρή δραματουργική παρέμβαση. Έτσι, το σκηνικό κείμενο διακρίνεται για τον ρέοντα και διαυγή λόγο του αλλά στερείται δραματικής ανέλιξης, καθώς περιορίζεται σε αφηγήσεις και περιγραφές. Και μάλιστα σε γεγονότα και καταστάσεις που έχουν πολλάκις μεταφερθεί στη σκηνή. Η δραστική αναδιάταξη κι ο εμβολιασμός με δραματικό διάλογο θα αναδείκνυαν την θεατρικότητα ενός λόγου εκ φύσεως στατικού.
Ωστόσο, ο σκηνοθέτης (Αλέξιος Κοτσώρης) κατορθώνει να εμπλουτίσει με σκηνικές υποδηλώσεις και συνδηλώσεις (κουβάρι κόκκινης κλωστής, σχοινιά/δεσμά κτλ) τον λόγο και τελικά να αμβλύνει την κειμενική μονομέρεια. Εύστοχα εισάγει τη φιγούρα μιας οπτασίας, ενός οράματος, ως σωματοποίηση των αναμνήσεων, προσδίδοντας στο κείμενο την απαραίτητη σκηνική αλληλεπίδραση. Οι φωτισμοί (Κατερίνα Μαραγκουδάκη) διευθετούν χώρους, δημιουργούν όγκους και κυρίως υποβάλλουν αριστοτεχνικά την αλληλεπικάλυψη των επιπέδων, ρεαλιστικού και φαντασιακού. Το απέριττο σκηνικό μαζί με το απλό κι ωστόσο απολύτως ενταγμένο λευκό κοστούμι (Ιωάννα Τιμοθέου) υποβάλουν σεμνά. Η κίνηση (Αυγουστίνος Κούμουλος) ανεπιτήδευτα χορογραφημένη και διακριτική, ως αρμόζει.
Η επενέργεια του αφηγηματικού αυτού κειμένου επικεντρώνεται στην ερμηνευτική του. Η Αντιγόνη Δρακουλάκη ερμηνεύει άψογα την αδιευκρίνιστης ταυτότητας ονειρική ύπαρξη, καθώς περιφέρεται με απόκοσμη γοητεία κι ενσωματώνεται αναπάντεχα στην αφήγηση. Αναδύεται με απόλυτο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων, μέσα από την αχλύ των γεγονότων, για να αποδώσει με στιβαρότητα λόγου αλλά και με τις μικρές αδιόρατες κινήσεις των άκρων της, τις φαντασιακές εικόνες, που ελλοχεύουν και σημαδεύουν τον κάθε άνθρωπο. Εξαιρετικές οι συναισθηματικές εναλλαγές της στην αφήγηση του ονείρου. Η Ελένη Τζαγκαράκη, κεντρική ηρωίδα και αφηγήτρια, κινείται με υποκριτικό μέτρο κατορθώνοντας να ισορροπήσει ανάμεσα στον ρεαλισμό και την εύκολη συγκίνηση. Μεστή ερμηνεία.
Ενδιαφέρουσα σκηνική απόπειρα, που προσεγγίζει το μύχιο και φανερώνει το ανομολόγητο. Αυτό που αναζητούμε όλοι μας: Κάποιον να μας φωνάξει.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Στις 13, 14, 27 και 28 Ιουνίου σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Στάθη Γράψα
Με αμείωτη ένταση, σαρδόνιο χιούμορ και σκηνές που ακροβατούν ανάμεσα στο πολιτικό θρίλερ και την οικογενειακή τραγωδία
Ξεκίνησαν οι εγγραφές για το πρόγραμμα προετοιμασίας εισαγωγικών εξετάσεων δραματικών σχολών
Μια παράξενη, ανάποδη ανάσταση από τον Φάνη Σακελλαρίου
Λεωφορείον ο Πόθος – 21/6, Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος - Future Cargo – 23-28/6, Πάρκο Σταύρος Νιάρχος - Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι – 27 & 28/6, Εναλλακτική Σκηνή
Η τελευταία παράσταση της bijoux de kant στην Πολυκλείτου είναι το «Θα σε λέω Μαρία», βασισμένο σε διηγήματα του Γιάννου Παλαβού
Τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2027, για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει τη Missasolemnis του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, με αφορμή τα 200 χρόνια από τον θάνατό του
Ένας άνδρας προσπαθεί να διορθώσει έναν επικήδειο και καταλήγει να ξαναγράψει τη σχέση του με τη ζωή
Μια ξέφρενη Επιθεώρηση 2.0 ξεπηδά κατευθείαν από τη δική μας απίστευτη καθημερινότητα
Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους: Γεωργούλης, Δραγούμη, Τσιμιτσέλης, Γερονικολού, Ελευθερίου, Ζαρίφη, Λάμη, Κλωνάρης και Φραγκαλιώτη
Ο γνωστός ηθοποιός μας μιλά για την πρώτη του σκηνοθετική δουλειά στο θέατρο Αλκμήνη
Η παράσταση θα κάνει πρεμιέρα τον Νοέμβριο στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Ένα φανταστικό ιδεατό σπίτι και τρία διαφορετικά κλειδιά: ένα μπλε, ένα κίτρινο και ένα κόκκινο «ξεκλειδώνουν» τις πόρτες του θεάτρου
Το κύκνειο άσμα του Τσέχωφ ανεβαίνει τον χειμώνα, σε σκηνοθεσία της Σοφίας Σπυράτου
Μια τολμηρή και σύγχρονη προσέγγιση του έργου στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου
Για τη συμμετοχή τους σε ποια έργα διακρίθηκαν
Αλέξανδρος Μπουρδούμης και Ματίνα Νικολάου ζωντανεύουν τη ζωή και τα διαχρονικά τραγούδια του σπουδαίου δημιουργού
Μια παράσταση - ορισμός του D.I.Y.
Μνήμη, σχέσεις και ταυτότητα και η άτυπη τριλογία του Ροντρίγκες
Η γνωστή ηθοποιός μιλά για τα «Πρόσωπα στην άμμο» του Γιάννη Τσαμαντάκη και την επιστροφή της στην Επίδαυρο
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.