- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Στη συναυλία του Πολ Σάιμον στην Πράγα
Η δεύτερη φωνή του Πολ Σάιμον. Μια διαφορετική ανταπόκριση
Ο 84χρονος Πολ Σάιμον μετατρέπει τις συναυλίες σε βίωμα, εξηγώντας κάθε τραγούδι ξεχωριστά και μαγεύοντας ακόμα το κοινό του
Για μια πολύ μεγάλη περίοδο της ζωής μου, ο Πολ Σάιμον ήταν για μένα ένας από τους πιο μεγάλους δημιουργούς. Δεν είναι ότι άλλαξα γνώμη. Είναι όμως από εκείνες τις σιωπηλές μετατοπίσεις που φέρνει ο χρόνος· η αφοσίωση σε ένα είδος μουσικής χαλαρώνει, ανοίγουν άλλοι δρόμοι, και εκεί που κάποτε υπήρχε μια σχεδόν απόλυτη σχέση, μένει μια πιο ήσυχη εκτίμηση.
Κι όμως, εκείνος —στα 84 του— συνεχίζει να γεμίζει τους χώρους. Και όχι οποιουσδήποτε χώρους. Επιλέγει τα μικρότερα μουσικά χολ, αντί για τεράστια στάδια, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει τρεις συνεχόμενες παραστάσεις στην ίδια πόλη για να ικανοποιήσει το κοινό του. Οι φετινές του εμφανίσεις στην Ευρώπη ξεκίνησαν από την Πράγα, με τρεις συναυλίες στο Συνεδριακό Κέντρο των εφτά χιλιάδων θέσεων, όλες sold out.
Το κοινό; Σχεδόν συνομήλικό του· στα 65+ οι περισσότεροι. Άσπρα μαλλιά κυριών και οι γνώριμες φαλακρίτσες των συνοδών τους. Υπήρχε κάτι σχεδόν τρυφερό σε αυτή την εικόνα. Σαν να είχαμε όλοι έρθει να συναντήσουμε μια παλιά εκδοχή του εαυτού μας.
Ύστερα άρχισε.
Για το πρώτο μισάωρο, δεν μπορώ να κρύψω την απογοήτευσή μου. Η φωνή του —ραγισμένη, κουρασμένη, επέμενε να εκτίθεται. Δεν υπήρχε παύση, δεν υπήρχε ανάσα, δεν υπήρχε ούτε καν το αναμενόμενο χειροκρότημα για να σπάσει τη ροή. Τα τραγούδια διαδέχονταν το ένα το άλλο, όπως ο ίδιος ζήτησε, σαν να ήθελε να επιβάλει έναν δικό του ρυθμό, σχεδόν πεισματικά.
Μέχρι το διάλειμμα αναρωτιόμουν: γιατί το κάνει αυτό στον εαυτό του; Και γιατί το κάνει σε εμάς, που θυμόμαστε ένα αηδόνι; Προσπαθούσα να συγκεντρωθώ στους στίχους, να κρατηθώ από εκεί. Οι διασκευές δεν κατάφερναν να κρύψουν αυτό που ένιωθα· μια αίσθηση φθοράς που δεν μπορούσα να αγνοήσω.
Κι όμως, χωρίς να το καταλάβω αμέσως, κάπου ανάμεσα στο διάλειμμα, το σαμπανιζέ κρασί που έχει γίνει πια γλυκιά συνήθεια, και την επιστροφή του στη σκηνή, κάτι άρχισε να αλλάζει. Το δεύτερο μέρος ήταν μια άλλη συναυλία. Ήταν κάτι πολύ άλλο.
Σαν να άλλαξε κάτι αδιόρατα· όχι μόνο στη σκηνή, αλλά και στον τρόπο που ακούγαμε. Η συναυλία άλλαξε μορφή. Ο Πολ Σάιμον άρχισε να μιλά. Να εξηγεί πότε και κάτω από ποιες συνθήκες γράφτηκε κάθε τραγούδι. Να μας μεταφέρει, έστω για λίγο, στη στιγμή της δημιουργίας. Να ανοίγει, σχεδόν αθόρυβα, έναν διάλογο με το κοινό. Οι διασκευές απέκτησαν μια απρόσμενη φρεσκάδα. Εκεί που συνήθως αντιστέκομαι —όταν «πειράζονται» τραγούδια που έχω τραγουδήσει κι εγώ αμέτρητες φορές— εδώ βρέθηκα να παραδίνομαι. Οι ενορχηστρώσεις έκρυβαν τις ρωγμές της φωνής, τις αγκάλιαζαν, αλλά ταυτόχρονα έκαναν κάτι πιο σημαντικό: έφερναν τους στίχους μπροστά, με δύναμη, κάτι που δεν θυμάμαι να είχα νιώσει παλιότερα. Κάποια στιγμή σκέφτηκα πως ίσως, τόσα χρόνια, δεν είχα καταλάβει πραγματικά το βάρος τους. Τα τραγούδια δεν έμοιαζαν πια απλώς γνώριμα. Έμοιαζαν φρέσκα και ζωντανά.
Και τότε ήρθε το Homeward Bound.
«But all my words come back to me
In shades of mediocrity
Like emptiness in harmony
I need someone to comfort me…»
Ακούγοντάς τον να τραγουδά αυτά τα λόγια, δεν άκουγα πια τη φωνή. Άκουγα τον άνθρωπο Πολ Σάιμον. Και κατάλαβα ότι αυτό που με είχε ενοχλήσει στην αρχή δεν ήταν η φθορά. Ήταν η δική μου προσκόλληση σε μια ανάμνηση. Εκείνος δεν προσπαθούσε να ξαναγίνει αυτό που ήταν. Έβρισκε έναν άλλο τρόπο να σταθεί μπροστά μας· πιο εκτεθειμένος, πιο ανθρώπινος, αλλά και πιο ουσιαστικός. Δεν αναπαριστούσε το παρελθόν του. Το διαπραγματευόταν, μπροστά μας.
Εκεί, χωρίς να καταλαβαίνω πώς, ήμουν πια σίγουρη· ότι αυτός ο καλλιτέχνης θα είναι πάντα μεγάλος. Όχι επειδή έμεινε ίδιος, αλλά επειδή βρήκε τρόπο να συνεχίσει να δίνει. Ίσως με λιγότερη φωνή, αλλά με περισσότερη αλήθεια.
Δυο ώρες μετά τις πρώτες νότες, εκείνο το βράδυ, ένα ασφυκτικά γεμάτο θέατρο σηκώθηκε όρθιο και τον χειροκροτούσε για πολλή ώρα. Ένα κοινό που, να μην το ξεχνάμε, τον άκουγε —όσο τον άκουγε— κρυφά, στα ξύλινα χρόνια ενός δύσκολου καθεστώτος.
Σηκώθηκα μαζί τους.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
«Μας άφησες θησαυρούς Μαίρη Λίντα»
Από τον Γιώργο Ζαμπέτα στο Happening, τους Magic De Spell και τη Rockarolla. Θυμάται το καλοκαίρι που ξεκίνησαν όλα και μιλά για μια ζωή που κύλησε ολόκληρη μέσα στη μουσική
«Το πιο δύσκολο είναι ότι δεν μπορώ να σε αγγίξω», έγραψε η κόρη του Πρίγκηπα του Σκότους
Η νέα τραγουδοποιός μιλά για το πρώτο της single, την άδεια Θεσσαλονίκη, το κρασί και τη νοσταλγία που, όταν βρίσκει ρυθμό, παύει να κοιτάζει πίσω.
2 ημέρες, 2 stages κάθε μέρα, 13 ώρες μουσικής ημερησίως, 18+ διεθνείς artists
Η βιρτουόζος βιολίστρια μιλά στην ATHENS VOICE για την εμφάνισή της στο 12ο Διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής Μολύβου
«Επιβλήθηκε ως κορυφαία ερμηνεύτρια, χάρη στο μεγάλο ταλέντο της, το οποίο ποτέ δεν σπατάλησε»
Τραγούδησε για τον έρωτα και τον χωρισμό, σημαδεύοντας μια ολόκληρη εποχή
Η ζωή, οι συνεργασίες και η διαδρομή μιας γυναίκας που σημάδεψε το ελληνικό τραγούδι
Μερικές φορές η απόδραση έχει κύματα. Μερικές φορές έχει διπλή κάσα. Στα Χανιά έχει και τα δύο.
Eπισκέπτες και ντόπιοι, διαφορετικές ηλικίες αλλά κοινή αγάπη για τον χορό και την καλή μουσική
Στα highlights η Ενάτη του Μπετόβεν που θα παρουσιαστεί ακριβώς την επέτειο του θανάτου του μεγάλου συνθέτη, αλλά και η εμφάνιση της ΚΟΑ στο εμβληματικό Concertgebouw στο Άμστερνταμ
Η Φωτεινή Ζιώγα γράφει για το Rock in Athens του 1985 και το FOMO του 2026
Ξεκαθαρίζει τι ήταν το λευκό αντικείμενο που έπεσε στο μικρόφωνό του
«Θεσσαλονίκη, δεν ξεχνάμε, ήσουν η πρώτη πόλη της Ευρώπης που μας κάλεσε να παίξουμε λάιβ»
Η συγγραφέας Θεοδώρα Ιωαννίδου μας μιλά για τη βραδιά του φεστιβάλ που είναι αφιερωμένη στις γενοκτονίες Αρμενίων, Ποντίων και Ασσυρίων
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.