Κινηματογραφος

Ο κινηματογραφικός Καποδίστριας ως κυρίαρχη μορφή ιστοριογραφίας

Το σινεμά, ο Καποδίστριας και ο μύθος της ιστορικής αλήθειας

Ελευθερία Θανούλη
Ελευθερία Θανούλη
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ο κινηματογραφικός Καποδίστριας ως κυρίαρχη μορφή ιστοριογραφίας

Καποδίστριας: Μια σαφής ταινία μυθοπλασίας από την οποία μπορεί κανείς να αποκτήσει και ιστορικές γνώσεις

Πέρασε πάνω από ένας μήνας από την πρεμιέρα του Καποδίστρια, της νέας ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή, η οποία έμελλε να εξάψει πάθη και να προκαλέσει διχασμούς αντάξιους με εκείνους που ξεσήκωσε ο ομώνυμος ήρωάς της. Φυσικά τον πρώτο λόγο είχαν οι κριτικοί που σχεδόν ομόφωνα την καταβαράθρωσαν, ενώ τη σκυτάλη πήραν έγκριτοι ιστορικοί, οι οποίοι για μια ακόμη φορά έβγαλαν τη μεζούρα και μέτρησαν τις ανακρίβειες του πορτραίτου του Έλληνα Κυβερνήτη, έχοντας ως σημείο αναφοράς την ιστορική αλήθεια που οι ίδιοι ή οι συνάδελφοί τους είχαν τεκμηριώσει «επιστημονικά» στα συγγράμματά τους. Σε πείσμα όλων αυτών, το κοινό γέμισε τις αίθουσες, αγκάλιασε μαζικά την ταινία και την υπερασπίστηκε παθιασμένα στον δημόσιο λόγο, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο την άποψή του για το βιογραφούμενο πρόσωπο αλλά και την αντίστασή του στην απαξίωση των διανοούμενων.

Θα ήθελα, τώρα που έκατσε λίγο η σκόνη, να προσθέσω στη συζήτηση μια ακόμη οπτική γωνία, αυτήν της θεωρίας κινηματογράφου και μάλιστα εκείνου του πεδίου της που μελετά τις ιστορικές ταινίες ή αλλιώς την αναπαράσταση της ιστορίας στην οθόνη. Έχει διαφορά αυτή η θεωρία από την κριτική; Έχει. Τεράστια. Σε αντίθεση με έναν κριτικό, ο θεωρητικός οφείλει να μελετήσει, να κατανοήσει και να ερμηνεύσει μια ταινία ανεξαρτήτως του προσωπικού γούστου, καθώς και μόνο το γεγονός της δημιουργίας της αναδεικνύει σημαντικά στοιχεία τόσο για το πλαίσιο παραγωγής της όσο και για το κοινό που καλείται να την δει. Εν προκειμένω, μια ταινία για τον Καποδίστρια είναι πολλαπλά ευπρόσδεκτη, καθώς η ελληνική φιλμογραφία για την ιστορία είναι αντιστρόφως ανάλογη του πλούτου και της σημασίας της ελληνικής ιστορίας. Με απλά λόγια, οι Έλληνες κινηματογραφιστές δεν τολμούν συχνά να αγγίξουν ιστορικά θέματα μικρά ή μεγάλα, συνήθως με πρόσχημα το υψηλό κόστος. Αποτέλεσμα, όμως, είναι η ελληνική κοινωνία να μην έχει πολλές ευκαιρίες να έρθει αντιμέτωπη με το παρελθόν της, και ιδιαίτερα με τα μεγάλα τραύματα που αυτό κρύβει. Δεν είναι πρόβλημα, λοιπόν, να διαφωνούμε και να μαλώνουμε για τις δυνάμεις που σκότωσαν τον Καποδίστρια και ανέκοψαν την πορεία του. Πρόβλημα είναι να μην έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε για το τραύμα, για αυτά που μας χώρισαν και για αυτά που εξακολουθούν να μας χωρίζουν.

Είναι όμως μια ταινία μυθοπλασίας με θέμα τον Καποδίστρια μια μορφή ιστορίας; Φυσικά και είναι. Αποκτά κανείς ιστορικές γνώσεις, βλέποντας την ταινία του Σμαραγδή; Φυσικά και αποκτά. Εκείνο που έχει σημασία να αντιληφθεί κανείς είναι ότι η παραγωγή (και πρόσληψη) ιστορικής γνώσης στη σημερινή εποχή συντελείται διαφορετικά από ότι σε προηγούμενους αιώνες. Στο βιβλίο μου History and Film: Α Tale of Two Disciplines, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά ως Ιστορία και Κινηματογράφος: Εξιστορώντας στην Οθόνη (Εκδόσεις Πεδίο) ανέπτυξα διεξοδικά τη θέση ότι η κυρίαρχη μορφή ιστοριογραφίας στον 21ο αιώνα είναι ήδη η οπτικοακουστική, αφήνοντας πίσω το είδος της γραπτής ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας που αναπτύχθηκε τον 19ο αιώνα και προσπάθησε να αναδείξει την ιστορία ως επιστήμη. Αυτό συνέβη (και εξακολουθεί να συμβαίνει) για πολλούς λόγους, τους οποίους δεν μπορώ να αναπτύξω εδώ. Εκείνο όμως που θέλω να επισημάνω είναι ότι αυτή η εξέλιξη φαίνεται να στενοχωρεί κυρίως τους ιστορικούς, οι οποίοι είναι πεπεισμένοι ότι εκείνοι έχουν καταφέρει να μας μεταφέρουν μέσα από τα βιβλία τους το παρελθόν «όπως πραγματικά ήταν». Βέβαια εκείνο που δεν θα παραδεχτούν ποτέ είναι ότι η ιστοριογραφία ως επιστημονικός κλάδος δεν κατάφερε να αναπτύξει μέχρι και σήμερα μια συστηματική μεθοδολογία εφάμιλλη των θετικών ή και άλλων κοινωνικών επιστημών, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να ισχύει αυτό που έλεγε ο διάσημος Ελβετός ιστορικός Jacob Burckhardt όταν τον ρωτούσαν τι χρειάζεται να ξέρει κανείς για να γίνει ιστορικός: Χρειάζεται να ξέρει να διαβάζει (Bisogna saper leggere). 

Ο κινηματογραφικός Καποδίστριας ως κυρίαρχη μορφή ιστοριογραφίας

Η συστηματική ανάπτυξη της φιλοσοφίας της ιστορίας από τη δεκαετία του 1960 και μετά ανέδειξε σχολαστικά μια σειρά από προβληματισμούς σχετικά με την επιστημονική προσέγγιση του παρελθόντος, τα οποία αναμφίβολα συμβαδίζουν με τον ευρύτερο σκεπτικισμό απέναντι στις αρχές της νεοτερικότητας και των θεμελιωδών αξιών της, όπως η πίστη στο πραγματικό, στην αυθεντία, στη γραμμικότητα και πρόοδο της ιστορίας κλπ. Η έλευση της οπτικοακουστικής ιστοριογραφίας με την τεράστια απήχησή της ήταν το επιστέγασμα μιας κρίσης του ιστορικού επαγγέλματος, η οποία δεν φαίνεται να μπορεί να αναστραφεί διεθνώς. Εκεί, λοιπόν, εδράζεται η ρίζα της προδιαγεγραμμένης διαφωνίας για τον Καποδίστρια, η οποία δεν έχει καμία σχέση με την καλλιτεχνική ποιότητα της ταινίας ούτε και με τις όποιες διαστρεβλώσεις μπορεί να υπάρχουν. Οι ιστορικοί πιστεύουν ότι εκείνοι, και μόνο εκείνοι, γνωρίζουν «πραγματικά» τι συνέβη και, επομένως, κάθε ταινία είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Τώρα αν τυχαίνει να πάσχει στο σενάριο και οι διάλογοι να είναι άχαροι και παιδαριώδεις τόσο το καλύτερο. Βούτυρο στο ψωμί τους.

Τι κάνει όμως μια ιστορική ταινία, όπως ο Καποδίστριας, αν την δούμε από την πλευρά της θεωρίας που προτείνω; Φτιάχνει μια κινηματογραφική αφήγηση για αυτό το εξέχον ιστορικό πρόσωπο και μέσω αυτής εξηγεί και ερμηνεύει το παρελθόν με συγκεκριμένους τρόπους. Μπορεί να μην έχει παραπομπές και να μην επικαλείται τα αρχεία και τις πηγές, όμως ενσωματώνει τα πραγματικά πρόσωπα και τα γεγονότα σε μια πλοκή, η οποία από μόνη της νοηματοδοτεί το παρελθόν, ενώ παράλληλα εκφράζει συγκεκριμένες αντιλήψεις όχι μόνο για τα συμβάντα αλλά και για το πώς αυτά συνδέονται με το παρόν και το μέλλον. Διαφέρει αυτή η λειτουργία της ταινίας στην ουσία της από αυτό που κάνει ένα ιστορικό βιβλίο; Και ναι και όχι.

Και το ιστορικό βιβλίο και η ιστορική ταινία (είτε είναι μυθοπλασία είτε είναι ντοκιμαντέρ) αφηγούνται το παρελθόν και παράλληλα το εξηγούν και το ερμηνεύουν. Ο Hayden White, o Roland Barthes και πολλοί άλλοι έχουν εξηγήσει πώς η αφήγηση της ιστοριογραφίας δεν είναι αθώα, δεν είναι διάφανη, δεν ταυτίζεται με την ιστορική πραγματικότητα όσο κι αν προσπαθεί να υποκριθεί ότι το κάνει. Η μεγάλη διαφορά όμως της ταινίας είναι ότι όχι μόνο δεν υποκρίνεται αλλά συχνά διαστρεβλώνει εξόφθαλμα πολλά από τα στοιχεία του παρελθόντος και μάλιστα γνωρίζοντας πόσο θα εκτεθεί στα μάτια εκατομμυρίων θεατών. Αυτήν την εκδήλως διαστρεβλωτική λειτουργία της αφήγησης στην κινηματογραφική ιστορία, καθώς και τη σύνθετη σχέση της με την αντίστοιχη γραπτή μορφή της προσπάθησα να την περιγράψω μέσα από μια ομολογουμένως παράδοξη μεταφορά: τη μεγεθυμένη μινιατούρα. Αν δούμε, λοιπόν, τον Καποδίστρια του Σμαραγδή, όπως και κάθε ιστορική ταινία, ως μια μεγεθυμένη μινιατούρα ενός αντίστοιχου γραπτού ιστορικού έργου, είναι πιθανό σε πρώτο επίπεδο να μας ενοχλήσει το υπερβολικό και παραμορφωτικό της αποτέλεσμα. Αν, όμως, επιμείνουμε στη μεγέθυνση που μας προσφέρει ο κινηματογραφικός φακός, τότε θα παρατηρήσουμε όλες εκείνες τις λεπτομέρειες και τους μηχανισμούς της ιστορικής σκέψης που συχνά λανθάνουν στα κείμενα της ιστοριογραφίας πίσω από το πέπλο της πολυπόθητης αλλά ποτέ πλήρως προσβάσιμης ιστορικής αλήθειας.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY