Ο Γιώργος Φακίνος μετασκεύασε έναν παλιό στάβλο και φιλοξενεί τσόπερ μηχανές, παλιά αυτοκίνητα και ρετρό αντικείμενα
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
20°
Τάσος Βρεττός: Τα δέντρα χορεύουν στην άκρη της ασφάλτου
Τάσος Βρεττός - Συνέντευξη: Ο φωτογράφος μιλάει για τη νέα του έκθεση «?Trees Dance!» στη Nitra Gallery και τη φωτογραφική διαδρομή 40 και πλέον ετών.
Πρωινό φορτωμένο με καφέδες και ο Τάσος Βρεττός μάς ξεναγεί ανάμεσα σε δέντρα που χορεύουν. Κορμοί, φως, γραμμές που ξεφεύγουν από το κάδρο. Τον ακούμε και κοιτάζουμε: πίσω απ’ αυτές τις εικόνες υπάρχει έντονη οικολογική ανησυχία κι ένα πολύχρονο φωτογραφικό οδοιπορικό.
Η συνέντευξη έχει και τις απρόσμενες εισόδους της. Σε δύο διαφορετικές στιγμές περνούν οι Callas, τα αδέρφια Λάκης και Άρης Ιωνάς. Πρώτα ο ένας, ύστερα ο άλλος. Ανάμεσα στις φωτογραφίες και στους ανθρώπους, η κουβέντα βρίσκει τον δικό της ρυθμό. Για περισσότερα από 40 χρόνια, ο Τάσος Βρεττός αποτυπώνει στιγμές και διαθέσεις, ανοίγοντας δρόμους στη φωτογραφία. Αφού άλλαξε την οπτική αφήγηση στα περιοδικά και στα editorial μόδας, αποφάσισε να καταγράψει τις άλλες όψεις της Αθήνας, και τα τελευταία χρόνια η ευαισθησία και ο φακός του έχουν στραφεί στο πολύτιμο φυσικό περιβάλλον, που απειλείται περισσότερο από ποτέ. Κάθε ιστορία μάς φέρνει πιο κοντά στον ίδιο. Και στην αχόρταγη ανάγκη του να φωτογραφίζει.
― Πότε η σχέση σου με τα δέντρα άνοιξε ένα καινούργιο φωτογραφικό κεφάλαιο;
Η αγωνία μου για τη φύση υπήρχε πριν γίνω φωτογράφος. Όμως, η δύναμη της φύσης ήταν πάντα μεγαλύτερη απ’ ό,τι μπορούσε να περιοριστεί σε ένα φωτογραφικό καρέ. Μετά τη μεγάλη φωτιά στη Βαρυμπόμπη, επέστρεψα σε έναν παράδεισο που πια δεν υπήρχε. Η εικόνα που αντίκρισα ήταν η απόλυτη δυστοπία. Επισκέφτηκα την περιοχή και τις επόμενες μέρες, στοιχειωμένος από τη μυρωδιά και την όψη του καμένου. Προσπαθώντας να βρω έναν τρόπο με τον οποίο θα μπορούσα να καταγράψω αυτόν τον όλεθρο. Για τουλάχιστον έναν χρόνο ανέβαινα στα καμένα της Αττικής δύο με τρεις νύχτες την εβδομάδα. Περνούσαν τέσσερις ώρες χωρίς να το καταλάβω. Έχανα εντελώς την αίσθηση του χρόνου. Κλείνοντας αυτή την εμπειρία των νυχτερινών επισκέψεων στα καμένα δάση, συνέχισα την περιήγησή μου και σε ζωντανά δάση ανά την Ελλάδα. Έτσι προέκυψε «Το αίνιγμα του δάσους».
― Και ποια δάση βλέπουμε στο «?Trees Dance!»;
Εδώ δεν είναι δάση πια! Είναι περισσότερο πορτρέτα δέντρων, συχνά μοναχικών, δίπλα στους δρόμους. Φωτογραφίζω ταξιδεύοντας ως συνοδηγός. Σε μια εξάωρη διαδρομή μπορεί να μη βλέπω τίποτε άλλο από το δέντρο που έρχεται και τη στιγμή που θα συναντηθώ μαζί του. Πρέπει να καταφέρω να συναντηθώ σε αυτή τη στιγμιαία χορογραφία που προκαλείται ανάμεσα στο κλείστρο της μηχανής μου και στο δέντρο που «τρέχει» δίπλα μου. Το απρόοπτο πολλαπλασιάζεται και δεν υπάρχει η πολυτέλεια ενός δεύτερου κλικ.
― Τι θα άλλαζε αν πετύχαινες το ίδιο αποτέλεσμα στον υπολογιστή;
Δεν αντιμετωπίζω την τεχνολογία ως «εχθρό». Αντίθετα, στην επαγγελματική μου δουλειά η χρήση της ήταν απαραίτητη. Η αρχή μου είναι να μην επεμβαίνω ψηφιακά στα προσωπικά μου projects, διαχειριζόμενος το υλικό αυτό σαν να είχα να κάνω με αναλογική φωτογραφία.
― Γιατί ερωτηματικό και θαυμαστικό στον τίτλο;
Χορεύουν τα δέντρα; Χορεύουν! Για μένα είναι όντα που είχαν την ατυχία να ριζώσουν κάπου και να μην μπορούν να μετακινηθούν. Στο «Αίνιγμα του δάσους» και σε ανοιχτά τραπέζια κατά τη διάρκεια της έκθεσης, μιλώντας με επιστήμονες, άκουσα συναρπαστικά πράγματα για την επικοινωνία τους μέσα από τις ρίζες τους, τον τρόπο που προειδοποιούν το ένα το άλλο για τη φωτιά, αντιδρώντας με το να «κλείνουν» τα φύλλα τους, σαν να κρατούν την ανάσα τους. Πλέον τα παρατηρώ διαφορετικά.
― Σε μια πόλη από τσιμέντο, πώς διατηρείς αυτή τη σύνδεση;
Έτσι μεγάλωσα. Οι μνήμες μου είναι χώμα, αέρας, ήχος φύλλων και πουλιών. Η σχέση είναι αισθητηριακή. Στο Χαλάνδρι υπήρχαν δέντρα και καταπράσινα βουνά, ώσπου οι φωτιές έκαναν την Πεντέλη έναν πελώριο βράχο. Δεν δηλώνω ακτιβιστής ούτε έχω διδακτική πρόθεση. Οι δουλειές μου προκύπτουν από συναντήσεις, αλλά εκφράζουν μια θέση απέναντι σε όσα συμβαίνουν.
― Πώς έπεσε στα χέρια σου η πρώτη μηχανή;
Μηχανές έπιανα μόνο σε γιορτές, από κάποιον θείο ή φίλο. Γύρω στα δεκαοχτώ, δανείστηκα μια Zenit E για την Ύδρα, όπου πήγα με την τότε φίλη μου. Οι οδηγίες μού φαίνονταν ανώτερα μαθηματικά! Τράβηξα πέντε φιλμ. Με την παρότρυνση ενός φίλου που είδε τις εικόνες, δοκίμασα το πρώτο μου ασπρόμαυρο φιλμ, μέσα στο οποίο αποτυπώθηκε μία από τις καλύτερες φωτογραφίες που έκανα ποτέ: ένας χαμηλός ορίζοντας, ένας σκύλος και μια καντίνα.
― Και ο σκοτεινός θάλαμος; Ήταν ο πρώτος σου τόπος λατρείας;
Αδιανόητος κόσμος! Την πόρτα αυτής της εμπειρίας μού την άνοιξε μια τυχαία συνάντηση με έναν φίλο από το Χαλάνδρι, τον Λευτέρη Μιαούλη, που υπήρξε και μέντοράς μου. Με έστειλε να αγοράσω χημικά και χαρτιά, κι έτσι βαφτίστηκα στην εμπειρία του σκοτεινού θαλάμου. Αυτή η τυχαία συνάντηση ήταν καθοριστική για τη μετέπειτα εξέλιξή μου στον θάλαμό του. Αργότερα αγόρασα έναν μικρό μεγεθυντή και φωτοστεγάνωνα την κουζίνα με πλαστικά, βυθιζόμενος σ’ αυτόν τον κόσμο. Έκαιγα χαρτιά και φιλμ, αλλά μάθαινα. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να γίνω επαγγελματίας. Ήξερα όμως πως, ό,τι κι αν έκανα, θα έκανα και φωτογραφία.
― Στον στρατό φωτογράφιζες;
Με τα μάτια. Ήμουν χαρακτηρισμένος αριστερός επειδή είχα φίλους οργανωμένους πολιτικά. Υπηρέτησα δύο χρόνια, στη Μακεδονία και σε διάφορα άλλα μέρη. Κρατώ ένα νοητό πορτφόλιο συγκλονιστικών εικόνων – απωθημένο μου που δεν έγιναν ποτέ φωτογραφίες. Κάποτε ένας υπολοχαγός μού έδωσε άδεια να φέρω τη μηχανή από την Αθήνα για μια άσκηση, απαγορεύοντας αυστηρά οτιδήποτε άλλο. Κρατώ και τις φωτογραφίες της άσκησης, πολύ ιδιαίτερες. Στην επιστροφή μπήκα πρώτος στο στρατιωτικό φορτηγό. Απέναντί μου κάθισαν οι φαντάροι με κράνη και όπλα. Σήκωσα τη μηχανή τρομοκρατημένος κι έκανα ένα κλικ. Ήταν επανάσταση απέναντι στον φόβο μου, στον εγκλεισμό που δεν άντεχα. Εμφάνισα το φιλμ στην Αθήνα. Αυτή η φωτογραφία είναι στις πέντε καλύτερές μου.
― Μετά τον σκύλο και την πέτρα, λοιπόν, οι φαντάροι. Και τα τρένα;
Στις άδειες πήγαινα στη Θεσσαλονίκη για να φωτογραφίσω την πόλη. Στα κουπέ φωτογράφιζα τους συνταξιδιώτες μου. Προέκυψε ένα καθοριστικό ρεπορτάζ. Μετανιώνω που περιορίστηκα σε τέσσερις-πέντε διαδρομές και δεν συνέχισα.
«Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν ο σημαντικότερος Έλληνας που γνώρισα ποτέ, με διαφορά. Πέρα από τη μουσική του, ήταν ένας άνθρωπος με πελώρια ενσυναίσθηση και μοναδικό χιούμορ.» ― Τάσος Βρεττός
― Το 1982 κάνεις την πρώτη σου έκθεση…
Ήμουν είκοσι τεσσάρων-είκοσι πέντε. Εκθέσαμε στο Αετοπούλειο τρεις φίλοι Χαλανδραίοι φωτογράφοι. Έδειξα τα τρένα, διαφημιστικές αφίσες σε σχέση με την πόλη και χαμηλούς ορίζοντες, συνέχεια της εμπειρίας με την πέτρα και τον σκύλο. Τα τρένα επιλέχθηκαν για τα Europalia στις Βρυξέλλες, μια σημαντική διοργάνωση, αφιερωμένη στην ελληνική τέχνη.
― Το ωραιότερο ταξίδι σου;
Στην Κωνσταντινούπολη, με τρένο, πριν από δεκαπέντε-είκοσι χρόνια. Όχι φωτογραφικό. Με τη μηχανή διαμεσολαβεί η κάμερα· χάνεις κάτι από την άμεση εμπειρία. Η Πόλη έχει θάλασσα, Ανατολή, μεγαλύτερη αναρχία από τη δική μας. Θα μπορούσα να ζήσω και να φωτογραφίσω εκεί.
― Και το οδοιπορικό για το ελληνικό κιτς, το «Κάτι το “ωραίον”»; Τι βλέπεις σήμερα;
Ο Χρήστος Παπουτσάκης του «Αντί» ανέθεσε σε τρεις νέους τότε –εντελώς ερασιτέχνες– φωτογράφους, τον Χρήστο Βλάχο, τον Λευτέρη Μιαούλη κι εμένα, να φωτογραφίσουμε την ιδέα του βιβλίου. Το «πλουσιότερο» φωτογραφικό ταξίδι μου σε εικόνες, γέλιο, αισθήσεις. Τότε έβλεπα μια Ελλάδα αυθεντικότερη, λιγότερο μολυσμένη, λιγότερο κακοδυτικοποιημένη. Ακόμη και το κιτς ήταν γνησιότερο, λαϊκός αυτοσχεδιασμός.
― Πώς αρχίζει η επαγγελματική σου διαδρομή και η σχέση σου με τον Μάνο Χατζιδάκι και το «Τέταρτο»;
Μια βιβλιοπώλης φίλη στο Κολωνάκι είχε φωτογραφίες μου στον χώρο της. Τις είδε ο Πλάτων Ριβέλλης και μου πρότεινε έκθεση στον Φωτοχώρο της Τσακάλωφ. Είχε επιτυχία. Ακολούθησε πρόταση από τη Γραμμή του Κοσκωτά, για τα περιοδικά «Ένα», «Τέταρτο», «Μία». Το είδα σαν μια ενδιαφέρουσα πρόκληση. Πολύ σύντομα έγινα γνωστός, φωτογραφίζοντας επωνύμους και μοντέλα με τη φόρα της λοξής ματιάς. Στο «Ένα» πρότεινα εγκαταλειμμένους σταθμούς, το Γκάζι, το πιλοποιείο, τα λουτρά του Καϊάφα. Τα λουτρά τα συνέχισα προσωπικά, χωρίς να δείξω ποτέ τη δουλειά. Η πρώτη μου επαφή με τη μόδα ήταν ένα editorial στη Λούτσα. Έκανα όλα τα εξώφυλλα του «Τέταρτου» εκείνη την εποχή. Κυρίως, γνώρισα τον Χατζιδάκι. Ο σημαντικότερος Έλληνας που γνώρισα ποτέ, με διαφορά. Πέρα από τη μουσική του, ήταν ένας άνθρωπος με πελώρια ενσυναίσθηση και μοναδικό χιούμορ. Στις συσκέψεις για τα εξώφυλλα είχαμε κρασί και φαγητό. «Τάσο, θέλω μια σκηνή αρχαίας τραγωδίας με τέσσερα πρόσωπα. Εσύ ξέρεις». Ή έναν γυμνό νέο με σκάλα και ομπρέλα. Σε κάποια από τα εξώφυλλα του πρότεινα και δικές μου φωτογραφίες, τις οποίες επέλεγε αφού τις μελετούσε το βράδυ στο σπίτι του. Περίμενα με αγωνία τι θα διάλεγε. Το πρώτο εξώφυλλο με προσωπική φωτογραφία μου ήταν τεράστιο δώρο.
― Η πιο ευχάριστη έκπληξη που σου έκανε;
Με κάλεσε επειγόντως στο γραφείο, χωρίς να έχουμε εκκρεμότητα. Κάθομαι απέναντί του. Φωνάζει μια συντάκτρια και τη ρωτά: «Είστε ερωτευμένη με τον Τάσο Βρεττό;». «Όχι, κύριε Χατζιδάκι». «Απολύεστε. Δεν επιτρέπεται συντάκτριες του περιοδικού να μην έχουν γούστο»! Αυτό το χιούμορ…
― Υπάρχει κάτι από τη συνεργασία σας που έμεινε απωθημένο;
Μου πρότεινε ένα βιβλίο στον Ίκαρο, με φωτογραφίες μου και δικά του σχόλια. Το ταλέντο του στο σχόλιο ήταν μαγικό. Του πήγα ένα κουτί φωτογραφίες, αλλά δεν είχα το θράσος να πω: «Έρχομαι αύριο, καθόμαστε μία ώρα και γράφουμε». Έμειναν σπίτι του, ο Μάνος έφυγε και το βιβλίο δεν έγινε. Είναι αυτό που θα ήθελα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
― Την ίδια εποχή φωτογραφίζεις την Αλίκη Βουγιουκλάκη και editorial μόδας. Άλλαξες την εικόνα των περιοδικών…
Την αλλαγή αυτή την κάναμε παρέα με μια ομάδα ικανών συναδέλφων. Τα editorial στον «Ταχυδρόμο» –στο Γκάζι και στον σταθμό του Μοναστηρακίου– παραμένουν για μένα τα σημαντικότερά μου. Δούλευα με ευρυγώνιο όταν η μόδα φωτογραφιζόταν με τριακοσάρη. Είχα τόση δημιουργική υπερδιέγερση, που σηκωνόμουν νύχτα να σημειώσω ιδέες. Βέβαια, κάποιοι με «κατηγόρησαν» ότι διασπώμαι σε διαφορετικά πεδία. Εμένα αυτό με κινούσε, ήταν το δημιουργικό μου καύσιμο.
― Οι διάσημοι επιβεβαίωναν τον μύθο τους;
Συχνότερα απομυθοποιούσα παρά επιβεβαίωνα την εικόνα τους.
― Και η συνεργασία με τον Διονύση Φωτόπουλο;
Ο Διονύσης μού πρότεινε να δουλέψουμε μαζί σαν πρόκληση. Έφερε ένα φορτηγό με αγγέλους, γλυπτά, κατασκευές. Ένα Σάββατο ξεχυθήκαμε από τα καμένα της Αττικής μέχρι το Μοναστηράκι. Ήταν η αρχή μιας συνεργασίας η οποία ολοκληρώθηκε με ένα λεύκωμα και μια έκθεση στην γκαλερί Ζουμπουλάκη το 1990, με τον τίτλο «Αποκαλύψεις».
― Στη μουσική, ποια εξώφυλλα και ποιες ιστορίες κρατάς;
Τότε το εξώφυλλο το κρατούσες ακούγοντας τον δίσκο. Ήταν ολοκληρωμένη δημιουργική πρόκληση, όπως και οι αφίσες συναυλιών. Ο Δημήτρης Αρβανίτης με προσκάλεσε στη δισκογραφία, αρχίζοντας με μια φωτογραφία του Νταλάρα για το Περοκέ. Επαναστατική εικόνα για τότε, η πρώτη μου στη δισκογραφία. Θυμάμαι εξώφυλλα του Πορτοκάλογλου, τους αδελφούς Κατσιμίχα, μια μαγική φωτογραφία από το αρχείο μου, και τον Νταλάρα μαζί τους στη Λούτσα. Αλλά και τον Χατζιδάκι, σαν Μεφιστοφελή μπροστά στην μπορντό κουρτίνα του Zoom. Είχα πάει για άλλη δουλειά, για εξώφυλλο ενός live δίσκου. Μάζευα τις μηχανές, όταν με ρώτησε: «Τάσο, θέλεις να με φωτογραφήσεις;». Θείο δώρο εκείνα τα πορτρέτα. Στο Αττικόν φωτογράφισα τον Μικρούτσικο με φράκο και καπέλο και βάλαμε γραφιστικά στην οθόνη το πορτρέτο της Αλεξίου. Νομίζω για το «Η αγάπη είναι ζάλη». Τη Χαρούλα τη φωτογράφισα στις τουαλέτες, όπου έμπαινε φυσικό φως. Πολύ δύσκολη κατασκευή τότε. Ο Κότσιρας, στον πρώτο δίσκο του, ήταν τόσο ντροπαλός και σφιγμένος, που σκέφτηκα να χρησιμοποιήσω διαφορετικά τα πορτρέτα του: έγιναν μια φωτογραφική μπουγάδα.
― Πώς χρηματοδοτούσες τις προσωπικές έρευνες; Και τι βλέπεις σήμερα στη διαφήμιση;
Η εφαρμοσμένη δουλειά μού επέτρεπε να ζω και να κάνω ό,τι ήθελα, όπου και όποτε ήθελα, χωρίς υποχρέωση σε παραγγελιοδότη. Είμαι ευγνώμων στη μόδα και στη διαφήμιση γι’ αυτή την ελευθερία. Η έντυπη διαφήμιση, όμως, έχει απονευρωθεί δημιουργικά. Το ενδιαφέρον μεταφέρθηκε στην κινούμενη εικόνα, τα περιοδικά χάθηκαν. Με τη μαζικότητά της, θα μπορούσε ακόμη να διαμορφώνει αισθητική. Δεν το κάνει, από φόβο, πίεση πελατών, πολλούς παράγοντες.
― Στις «Εμφιαλώσεις» παραμόρφωσες σώματα μέσα από μπουκάλια. Υπήρχε κάτι δικό σου εγκλωβισμένο εκεί;
Εκατό τοις εκατό. Το κατάλαβα χρόνια μετά, όταν κοίταξα τις φωτογραφίες και τρόμαξα. Η πιο σκοτεινή προσωπική δουλειά μου, σε πολύ δύσκολη περίοδο. Είχα φτιάξει κύβο από πλεξιγκλάς, όπου χορευτές χορογραφούσαν εγκλωβισμένοι. Τύπωνα ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τις έβαζα σε παλιά μπουκάλια που αγόραζα στο Μοναστηράκι, πρόσθετα νερό και φωτογράφιζα τις διαθλάσεις. Με την Αποστολία Παπαδαμάκη, στο «Transmutation», δουλέψαμε και με βίντεο: έξι οθόνες, ειδικές κατασκευές με νερό, η παραμόρφωση συνέβαινε μπροστά στον θεατή. Το βίντεο είχε γυριστεί στο στούντιο, δεν ήταν ζωντανή μετάδοση. Το παρουσιάσαμε στον Ρέντη, μία φορά. Δεν επαναλήφθηκε. Τελειώνοντας, ένιωσα ότι βγήκα κι εγώ από τα μπουκάλια. Σαν να αναδύεσαι και να παίρνεις βαθιά ανάσα. Ήταν και η έξοδός μου από τη στασιμότητα του lifestyle. Στις αρχές του 2000 ξαναβρήκα τον δημιουργικό εαυτό μου. Έκτοτε υπερπαράγω, ακόμη κι αν πολλά δεν εκτεθούν ποτέ. Η δουλειά λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά.
― Τι είναι χυδαίο στη φωτογραφία;
Δεν υπάρχει χυδαία φωτογραφία, υπάρχει χυδαία πρόθεση.
― Πώς μπήκες στους «Τόπους λατρείας» των μεταναστών;
Διάβασα Μεγάλη Πέμπτη για την Ανάσταση των Αιθιόπων. Το ίντερνετ με έστειλε στην οδό Λιοσίων, αλλά εκκλησία δεν υπήρχε. Ετοιμαζόμουν να φύγω, όταν πέρασε ένας αστυνομικός της ομάδας Ζ. Τον ρώτησα και, αντί να φύγει, επικοινώνησε με το κέντρο: η εκκλησία ήταν στο Πολύγωνο. Του οφείλω ολόκληρη τη δουλειά! Μπήκα διστακτικά, είδα ανθρώπους ξαπλωμένους στα λευκά, με κεριά. Ρώτησα αν επιτρέπεται να φωτογραφίσω. «Βγάλτε τα παπούτσια σας και μπείτε». Με έβαλαν δίπλα στο ιερό. Ένας παράδεισος, έμεινα μέχρι τις τρεις. Ακολούθησαν Ινδοί στον Μαραθώνα, μια κοπέλα με βοήθησε να προσεγγίσω πακιστανικό τζαμί. Χτίστηκε εμπιστοσύνη, ο ένας ναός με έστελνε στον άλλον. Υπήρχε επιφυλακτικότητα: ήταν η εποχή που η Χρυσή Αυγή κυνηγούσε μετανάστες. Είναι η σημαντικότερη ανθρωπολογικά δουλειά μου.
― Μίλησες για παράδεισο. Ποια είναι η κόλαση ενός φωτογράφου;
Η Γάζα. Οι Γάζες του πλανήτη. Δεν έχω βρεθεί, δεν έχω τα κότσια. Χρειάζεται ειδική ψυχοσύνθεση για να αντέξεις τέτοια βία. Αυτοί οι φωτογράφοι είναι ήρωες.
― Τι σου αποκάλυψε το «The Feel. Backstage»;
Το σώμα με ενδιέφερε πάντα. Ως τα δέντρα, η δουλειά μου ήταν σχεδόν αποκλειστικά ανθρωποκεντρική. Οι τόποι λατρείας και τα παρασκήνια ήταν δύο άβατοι χώροι. Στη σκηνή υπήρχαν φωτογράφοι· εδώ μου άνοιγαν μια κλειστή πόρτα – εξαιρετικά τιμητικό. Από παιδί θυμόμουν τσιρκολάνους και μπουλούκια, με γοήτευε εκείνος ο άγνωστος κόσμος. Στα παρασκήνια μπόρεσα να τον πλησιάσω. Δεν κατέγραψα όλες τις σκηνές της Αθήνας. Φωτογράφισα το κρυφό της κομμάτι, queer και drag performers, κοινότητες τότε σχεδόν αθέατες, από ημιπαράνομες μέχρι κρυφές, με το δικό τους κοινό.
― Τι έμεινε από αυτές τις σχέσεις;
Έμπαινα στους χώρους αυτούς ως άνθρωπος εντελώς απ’ έξω. Το παράσημό μου είναι ότι ακόμη με καλούν σε γάμους και βαφτίσια. Έχω φίλους από τις κοινότητες. Με την ακτιβίστρια Μαρία Cyber, που οργάνωνε το Porn Festival στο Gagarin με τη βοήθεια του Νίκου Τριανταφυλλίδη, είμαστε φίλοι. Στην παρουσίαση του «Backstage» στην Πειραιώς η Μαρία με αγκάλιασε και μου είπε: «Αν δεν είχαμε κάνει αυτό, δεν θα είχε γραφτεί η ιστορία». Έστω και μία φωτογραφία γράφει ιστορία. Αυτή είναι η δύναμή της, που κινδυνεύει σήμερα.
― Μεγαλώνοντας, τι άλλαξε πέρα από την τεχνική;
Η τεχνική είναι το λιγότερο. Μετρά η εμπειρία συνεργασίας με ανθρώπους. Το ταλέντο δίνει δυναμική, η εμπειρία το εξελίσσει. Κυρίως διατηρώ την όρεξη, τη λαιμαργία, την περιέργεια.
― Τα likes και η αδιάκοπη κατανάλωση εικόνων αλλάζουν το βλέμμα μας;
Τα likes μού είναι ξένα. Στο Instagram ανεβάζω λίγα, αποσπασματικά πράγματα, συχνά για κάποια έκθεση· γελάω με τον εαυτό μου. Αποδέχομαι αυτή την πραγματικότητα, αλλά η θέαση απαξιώνεται. Κάποτε στεκόσουν μπροστά στη φωτογραφία, συγκινούσουν, εκνευριζόσουν, συνέβαινε μια συναισθηματική ταλάντωση. Τώρα εξασθενεί. Το τρομακτικό είναι να βλέπεις σκοτωμένα παιδιά στη Γάζα και να σκρολάρεις σε κάτι ευχάριστο. Η φρίκη γίνεται συνήθεια. Η τεχνολογία και η νέα μορφή της εικόνας συμβάλλουν στην αναισθητοποίηση.
― Κι όταν το AI παράγει μια πειστική εικόνα;
Τι σημαίνει πειστική σήμερα;
― Αληθοφανής, χωρίς φυσική συνάντηση με το θέμα.
Απάντησες μόνος σου! Δημιουργείται ένα πλαστικό προϊόν. Το πεδίο του δημιουργού είναι ένα τραπέζι με υπολογιστές. Οι δικές μου φωτογραφίες γίνονται σε πραγματικό πεδίο, οι άλλες σε υπερτεχνολογικό γραφείο. Αυτή είναι η διαφορά.
― Πώς θα ήθελες να σε θυμούνται;
Ως καλό φωτογράφο. Μάλλον ως αξιοπρεπή άνθρωπο και φωτογράφο. Θέλω η δουλειά μου, πέρα από την εικαστική της δύναμη, να έχει αξιοπρέπεια απέναντι σε όλες μου τις διαδρομές.
― Ποιοι άνθρωποι επηρέασαν τη διαδρομή σου;
Είχα την ευτυχία να συνεργαστώ με σημαντικούς ανθρώπους, εστιάζοντας στη συμμετοχή της Νάντιας Αργυροπούλου ως επιμελήτριας σε πολλές από τις σημαντικές εκθέσεις μου.
― Τι θα έλεγες σε ένα παιδί που ξεκινά να φωτογραφίζει.
Βαθιά πειθαρχία και αγάπη σε αυτό που θα κάνει.
Η νέα έκθεση του Τάσου Βρεττού «?Trees Dance!» εγκαινιάζεται την Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026, 19:00–22:00, στη Nitra Gallery, Αριστονίκου 20 και Γοργίου 10 στο Μετς, και διαρκεί έως τις 10 Νοεμβρίου. Στα εγκαίνια της έκθεσης τη μουσική επιμελείται ο ραδιοφωνικός παραγωγός Γιώργος Μουχταρίδης. Η είσοδος γίνεται από τη Γοργίου, στο κουδούνι ArtSpark Consultants. Ώρες επίσκεψης: Τρίτη-Τετάρτη 12:00-17:00, Πέμπτη-Παρασκευή 12:00-19:00, Σάββατο 11:00-15:00 και με ραντεβού. Πληροφορίες: 2130436697 και info@nitragallery.com.
Δειτε περισσοτερα
Μια συζήτηση με τους συντελεστές της παράστασης «Bacon» για τον έρωτα, τη βία και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, με αφορμή τη δεύτερη σεζόν του στο Θέατρο Άνεσις
Στη νέα του έκθεση «?Trees Dance!», στη Nitra Gallery, ο φωτογράφος βρίσκει ζωή εκεί όπου το βλέμμα μας πατάει γκάζι. Μια προσωπική συνάντηση με τη φύση, που αρχίζει από τη μυρωδιά του καμένου.
Η Δήμητρα Γαλάνη μιλά στην ATHENS VOICE με αφορμή την παράσταση «Ακόμα κι αν φύγεις...» στην ΕΛΣ
Από το Κάστρο και την Old Town μέχρι το Arthur’s Seat, τα μουσεία και τις παμπ
Πενήντα χρόνια μετά την έκδοση του φωτογραφικού λευκώματος του Γιάννη Δήμου, οι εικόνες ενός κόσμου που σταθερά απομακρύνεται αποκτούν νέα σημασία. Τι μπορούν να πουν σήμερα στις γενιές που δεν τον γνώρισαν ποτέ;