Μια συζήτηση με τους συντελεστές της παράστασης «Bacon» για τον έρωτα, τη βία και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, με αφορμή τη δεύτερη σεζόν του στο Θέατρο Άνεσις
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
21°
Bacon ή πώς η βία γεννά βία, ακόμα και μέσα από την αγάπη
Bacon: Μιλήσαμε με την Έμιλυ Λουίζου, τον Γιώργο Μπένο και τον Αλέξανδρο Πιεχόβιακ με αφορμή παράσταση «Bacon» που κάνει πρεμιέρα στο Άνεσις στις 28 Σεπτεμβρίου
Το «Bacon» της Σόφι Σουίθινμπανκ δεν είναι απλώς μια ιστορία για δύο εφήβους. Είναι μια βουτιά στα σκοτεινά και ταυτόχρονα φωτεινά υπόγεια της ανθρώπινης επαφής, εκεί όπου το τραύμα συναντά την τρυφερότητα και η βία την ανάγκη για αποδοχή. Μετά από μια sold out πρώτη χρονιά, η παράσταση της Έμιλυς Λουίζου, που συζητήθηκε έντονα, επιστρέφει στο Θέατρο Άνεσις. Ο Γιώργος Μπένος και ο Αλέξανδρος Πιεχόβιακ, στους ρόλους του Μαρκ και του Άρη, ενσαρκώνουν δύο νεαρά πλάσματα που παλεύουν να βρουν τη θέση τους σε έναν κόσμο που συχνά τους την αρνείται. Οι τρεις τους μιλούν για την «επανάσταση» της ευτυχίας, τη δυσδιάκριτη γραμμή μεταξύ φιλίας και έρωτα και τη δύναμη του θεάτρου να καθρεφτίζει τις πιο σκληρές αλήθειες της ζωής μας.
Προτού παρουσιάσουμε τις κοινές ερωτήσεις, η σκηνοθέτρια Έμιλυ Λουίζου μάς μίλησε για τη συνεργασία της με τη συγγραφέα Σοφί Σουίθινμπανκ και την παρουσία της στις πρόβες της παράστασης: «Η συνεργασία μας ήταν άψογη. Ήταν πολύ συγκινητικό που την είχαμε και σε πρόβες, και που, παρότι δεν μιλάει ελληνικά, έγινε μέρος της διαδικασίας. Πέραν του ότι πρόκειται για μία απίστευτα ταλαντούχα συγγραφέα, εκτίμησα το πόσο ανοιχτή ήταν στις ιδέες και τις προτάσεις μου. Για παράδειγμα η τελευταία εικόνα της παράστασης είναι δική μας προσθήκη, δεν υπήρχε κανονικά στο έργο», ανέφερε η Έμιλυ Λουίζου.
Έμιλυ Λουίζου, Γιώργος Μπένος και Αλέξανδρος Πιεχόβιακ μιλούν στην Αthens Voice, με αφορμή το «Bacon», που συνεχίζεται και φέτος στο θέατρο Άνεσις
Πώς προέκυψε η συνεργασία για το «Bacon» και ποια ήταν η πρώτη σας αντίδραση όταν διαβάσατε το κείμενο;
Ε.Λ. : Ο σκηνοθέτης του «Bacon» στο Λονδίνο είναι φίλος μου, οπότε είχα ακούσει εξαρχής καταπληκτικά λόγια τόσο για την ίδια τη Σόφι Σουίθινμπακ όσο και για το έργο της. Κάποιους μήνες μετά ζήτησα από τον φίλο μου να μου στείλει το κείμενο για να το διαβάσω. Κι από εκείνη την πρώτη ανάγνωση ακόμα ήμουν σίγουρη ότι πρόκειται για αριστούργημα. Αμέσως ήρθα σε επαφή με την ίδια, κι όλα έγιναν πολύ γρήγορα και εύκολα.
Γ.Μπ: Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζομαι με την Έμιλυ. Είχα την τύχη να δω δύο από τις παραστάσεις που είχε ανεβάσει στο παρελθόν και είχα ακούσει πολύ θετικά σχόλια για εκείνη. Όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου χάρηκα πολύ κι, ενώ
εκείνη την περίοδο δεν σκόπευα να κάνω θέατρο, κατευθείαν με κέρδισε με το όραμα και τη σκέψη της. Η πρώτη σκέψη που έκανα όταν διάβασα το κείμενο ήταν ότι μας αφορά ΟΛΟΥΣ αυτή η ιστορία. Και ένας λόγος που θέλω να ανεβαίνω στη σκηνή είναι αυτός. Να έχω μια ιστορία που με συγκινεί, που καθρεφτίζει τη ζωή μας και που ίσως κάτι να αφήσει σ’ αυτούς που θα την ακούσουν και θα τη δουν. Το «Βacon» είναι για μένα μια τέτοια ιστορία.
Α.Π.: Δεν είχα ξανασυνεργαστεί με την Έμιλυ. Τη γνώριζα ως δημιουργό από προηγούμενές της δουλειές και την εκτιμούσα πολύ για το όραμα της που αποτυπωνόταν καθαρά στη σκηνή. Οπότε, όταν μου έγινε η πρόταση για το «Bacon», υπήρξε μια πρώτη συνάντηση για να δούμε πώς επικοινωνούμε, αρχικά ως άνθρωποι και έπειτα ως συνεργάτες. Και κατευθείαν μου έβγαλε μια ασφάλεια, μια σταθερότητα και έναν επαγγελματισμό. Ελπίζω το «Bacon» να είναι η αρχή μιας μακροχρόνιας συνεργασίας.
Θυμάμαι ότι διάβασα το κείμενο, και μάλιστα στα αγγλικά, για πρώτη φορά μέσα στο αμάξι, όταν γυρνούσαμε από τη Λάρισα με κάτι φίλους, και ήμασταν ακινητοποιημένοι για πολλές ώρες λόγω της απεργίας των αγροτών. Με το που το ολοκλήρωσα, γύρισα στους φίλους μου και είπα ενθουσιασμένος: «Εδώ έχουμε κάτι πολύ καλό». Είναι ένα κείμενο δώρο και πρόκληση για τον ηθοποιό, αλλά κι ένα κείμενο που ξέρεις ότι μπορείς να δημιουργήσεις κοινωνικό αντίκτυπο, άμα το διαχειριστείς σωστά. Είναι ένα κείμενο που μας αφορά.
Ποια είναι τα κοινά και τα αντίθετα στοιχεία με τους ρόλους σας και με ποιο κριτήριο έγινε η επιλογή της διανομής;
Ε.Λ.: Η επιλογή του έργου και έπειτα των ηθοποιών είναι πάντα μια σχεδόν μυστικιστική διαδικασία. Ως σκηνοθέτης μέσα στα χρόνια αφουγκράζεσαι με ποιους ανθρώπους ταιριάζεις. Επίσης, έχοντας κάνει πια τέσσερις σκηνοθεσίες στην Ελλάδα, είναι πιο εύκολο να προσεγγίσω έναν ηθοποιό, αφού έχει δει δουλειά μου, άρα έχει μια εικόνα για το είδος θεάτρου που κάνω. Και η αλήθεια είναι ότι πάντα πάω με γνώμονα τον τρόπο δουλειάς που προτείνω, όχι το αν «κάνουν οι ηθοποιοί για τον ρόλο». Ψάχνω δοτικούς συνεργάτες, ανθρώπους με όρεξη, ιδέες, θετική ενέργεια και όρεξη να δουλέψουν μ’ έναν τρόπο που συνδυάζει την κειμενικότητα με τη σωματικότητα. Δεν έχω λόγια για τον Γιώργο (Μπένο) και τον Αλέξανδρο (Πιεχόβιακ). Το ένστικτό μου ήταν σωστό. Πρόκειται για δύο πολύ φωτεινά πλάσματα, μέσα κι έξω. Για δύο ηθοποιούς που νομίζω ότι το ελληνικό θέατρο δεν έχει δει ακόμα τι είναι ικανοί να κάνουν. Και το λέω με θαυμασμό και καμάρι, γιατί νομίζω στην παράστασή μας είναι αποκάλυψη και οι δύο!
Γ.Μπ. Το έργο κινείται σε πολύ περίεργα μονοπάτια. Ενώ μιλάει για σκληρότητα και βία, σε βάζει στη διαδικασία όχι να δικαιολογήσεις, αλλά να καταλάβεις γιατί ένας ήρωας φτάνει σ’ αυτά τα όρια. Όλοι μας, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, φέρουμε μέσα μας τα πάντα. Υπάρχει μια ατάκα στο έργο που λέει: «ίσως κανείς να μην τον αγαπάει, και ίσως κανείς να μην τον αγαπήσει και ποτέ». Για μένα εκεί βρίσκεται η ουσία του έργου και η καταστροφή των ηρώων. Ένα πολύ σκληρό και ταυτόχρονα πολύ τρυφερό –κάποιες στιγμές– κείμενο. Πόσο δύσκολο είναι να δοθούμε σε κάποιον, να ξεπεράσουμε εγωισμούς και συμβατικότητες και να ακούσουμε την καρδιά μας; Και μιλάω για οποιαδήποτε σχέση. Η κοινωνία έχει φτιάξει και έχει εδραιώσει με πολύ κόπο έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν να ονειρεύονται ή να αγαπούν χωρίς κάποιο κόστος. Ποτέ δεν το κατάλαβα. Και αυτό το έργο δυστυχώς μιλάει γι’ αυτήν ακριβώς τη μαύρη εποχή που διανύουμε. Ένας άνθρωπος θα είναι χαρούμενος αν τηρήσει τους κανόνες που του έχουν επιβάλει; Ή και όχι; Για μένα η ευτυχία θέλει επανάσταση.
Α.Π.: Υποδύομαι τον Άρη. Τον πιο εκρηκτικό, αδιαχείριστο και απρόβλεπτο από τους δύο χαρακτήρες. Η μεγάλη διαφορά μας είναι ότι στα σχολικά μου χρόνια ήμουν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που είναι ο Άρης. Ήμουν συνεσταλμένος, απεχθανόμουν τις εντάσεις και πολύ διαβαστερός. Αλλά ακόμα και τώρα διαλέγω την ευγένεια και τον διάλογο, αποφεύγω τις συγκρούσεις και θεωρώ αδιανόητη τη βία σε οποιαδήποτε μορφή της. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά μας. Το κοινό όμως στοιχείο ανάμεσα σε εμένα και στον Άρη είναι η αναζήτησή της αγάπης και της αποδοχής. Η ανάγκη της επαφής και του χαδιού. Και η αναζήτηση του τι σημαίνει να θεωρείσαι άντρας στον 21ο αιώνα, πέρα από τις στερεοτυπικές φορτίσεις αυτού του όρου που απαγορεύουν την εκδήλωση τρυφερότητας και ευαισθησίας.
Πόσο δύσκολο είναι τελικά να δοθούμε σε κάποιον, να ξεπεράσουμε εγωισμούς και να ακούσουμε την καρδιά μας;
Ε.Λ.: Το να δοθείς σε κάποιον είναι μια μεγάλη υπέρβαση. Το να εκφράσεις τα συναισθήματά σου, να σταθείς γυμνός μπροστά του –μεταφορικά και κυριολεκτικά– είναι μια σπουδαία κίνηση. Υπέρβαση γιατί ο φόβος της απόρριψης, της παραδοχής της ευαλωτότητάς μας, είναι δύσκολη υπόθεση. Νομίζω ότι όσο πιο τραυματικές είναι οι πρώτες μας εμπειρίες, τόσο πιο πολύ κλειδώνουμε.
Γ.Μπ.: Η κοινωνία έχει φτιάξει και έχει εδραιώσει με πολύ κόπο έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν να ονειρεύονται ή να αγαπούν χωρίς κάποιο κόστος. Ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό. Ένας άνθρωπος θα είναι χαρούμενος ή ευτυχισμένος αν τηρήσει τους κανόνες που του έχουν επιβάλει; Ή και όχι; Για μένα η ευτυχία θέλει επανάσταση.
Α.Π.: Στο σήμερα θεωρώ ότι οι διαπροσωπικές σχέσεις δυσκολεύουν όλο και περισσότερο. Ο εγωισμός, οι άμυνες και οι γρήγορες εναλλαγές ανθρώπων δυσχεραίνουν την επικοινωνία και εγκλωβίζουν τους ανθρώπους σε σχέσεις που στερούνται αλήθειας. Θεωρώ ότι ο διάλογος είναι το βασικότερο μέσο για να φέρει κοντά δύο ανθρώπους.
Δυο αγόρια στην εφηβεία ερωτεύονται. Πόσο ταμπού παραμένει αυτό και ποια η οπτική των γονέων στο έργο;
Ε.Λ.: Σίγουρα έχουν γίνει βήματα προόδου, αλλά ζούμε ακόμα σε μια βαθιά ομοφοβική κοινωνία, και με πονάει αυτή η συνειδητοποίηση. Ζούμε σε μια κοινωνία που δεν αντέχει να αποδεχτεί το πιο απλό πράγμα στον κόσμο: ότι ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να αγαπά, να ερωτεύεται, να φιλάει όποιο άτομο επιλέξει, ανεξαρτήτως φύλου. Το έργο απεικονίζει δύο γονείς με εντελώς αντίθετες οπτικές και αντιδράσεις μετά το coming out των γιων τους. Δυστυχώς ο ένας από τους δύο γονείς αντιδρά με μίσος, βία, κόμπλεξ… Και δυστυχώς αυτά τα περνάει και στον γιο του, με ακραία αποτελέσματα.
Γ.Μπ.: Στην εποχή μας διανύουμε ακόμα ακριβώς αυτό. Και μόνο το γεγονός ότι θέτουμε ακόμη ερωτήματα για το συγκεκριμένο θέμα, σημαίνει πως κάτι εκεί μας καίει ακόμα. Απειλεί ή ενοχλεί. Για μένα ο άνθρωπος έχει δικαίωμα να ζει, να ερωτεύεται, να είναι ευτυχισμένος. Και να μην απειλείται γι’ αυτό. Δυστυχώς ο αγώνας συνεχίζεται για το αυτονόητο δικαίωμα στη ζωή.
Α.Π.: Είναι τρομερά στενάχωρο που ακόμα πρέπει να μπαίνουμε στη συζήτηση του κατά πόσο ταμπού ή όχι είναι αυτό στην κοινωνία μας. Η αγάπη είναι αγάπη. Είναι πανανθρώπινη και είναι δικαίωμα όλων. Ωστόσο, ζούμε ακόμα στην κοινωνία που οι αντιλήψεις εγκλωβίζουν τα θύματά της και, μέσα από την καταπίεση, οδηγούν σε φαινόμενα όπως αυτά που βλέπουμε στο «Bacon». Ο πατέρας του Άρη, ένας καταπιεστικός και βίαιος άνθρωπος, είναι φορέας αυτών των κοινωνικών στεγανών και ανατρέφει το γιο του με μια πλήρη απάθεια και αποστασιοποίηση. Κι όταν έρχεται η μοναδική στιγμή να σταθεί στο πλάι του, επιλέγει να μην το κάνει, φέροντας μια βία που αναπόφευκτα ο Άρης θα την αναπαράγει, καθώς μόνο έτσι ο έφηβος εαυτός του μπορεί να εκφράσει την ανάγκη για αγάπη και αποδοχή.
Το έργο κινείται μεταξύ φιλίας και έρωτα. Πόσο δυσδιάκριτα είναι αυτά τα όρια;
Ε.Λ.: Νομίζω η απόλυτη και πιο ολοκληρωμένη μορφή έρωτα είναι αυτή που εμπεριέχει τη φιλία. Γιατί συνυπάρχει η ερωτική έλξη με τη συναισθηματική και εγκεφαλική έλξη, με το θαυμασμό και τη συντροφικότητα. Ειδικά στην εφηβική ηλικία που βρίσκονται και οι πρωταγωνιστές μας, το τέλος της φιλίας και η αρχή του έρωτα –ή το αντίστροφο– είναι εντελώς δυσδιάκριτα. «Ήσουν ο καλύτερος μου φίλος», λέει ο ένας μετά από χρόνια στον άλλο. Αυτό που τους έφερε κοντά και που τους έδεσε ήταν η παρέα που έκαναν, τα παιχνίδια, τα γέλια και οι πλάκες. Αυτή η ατάκα είναι που με συγκινεί απίστευτα. Γιατί κι εγώ, τελικά, αν το καλοσκεφτώ, πιο πολύ έχω πληγωθεί από φίλους, παρά από εραστές.
Γ.Μπ.: Και ακριβώς εκεί έχουμε στηρίξει όλη μας τη σκέψη. Είναι τόσο ρευστές οι ανθρώπινες σχέσεις, τόσο απρόβλεπτες. Ειδικά σε μια τόσο τρυφερή ηλικία όπως η εφηβεία τα όρια είναι ακόμα πιο δυσδιάκριτα. Την μια στιγμή ερωτεύεσαι, την άλλη μαλώνεις, έπειτα πληγώνεσαι και μετά πετάς. Ακριβώς αυτή την τρυφερότητα προσεγγίσαμε κι αυτό είναι που με έχει κερδίσει στο έργο.
Α.Π.: Για εμένα ο πυρήνας του έργου είναι η μοναξιά και η ανάγκη των ανθρώπων να ανήκουν κάπου. Είτε σε μια αγκαλιά, είτε σε μια σχέση, είτε σε μια φιλία, είτε σε μια συσχέτιση με τον εαυτό τους. Ναι, βλέπουμε δύο παιδιά που κάτι τους έλκει μεταξύ τους. Δεν είναι ευδιάκριτο. Είναι η φιλία, ο έρωτας, η ανάγκη τους να νιώσουν εγγύτητα; Κάτι. Άλλα αυτό θεωρώ ότι ισχύει και σε όλες τις σχέσεις. Για εμένα πάντα πρέπει να υπάρχει ο θαυμασμός, ο έρωτας, η φιλία, η ανάγκη για σωματική επαφή. Είναι όλα στοιχεία ανθρώπινα.
Η βία γεννά βία. Πώς μπορεί κάποιος να ξεφύγει από τη «μοίρα»;
Ε.Λ.: Συχνά σκέφτομαι πόσο ευάλωτο είναι ένα παιδί και πόσο «έρμαιο» του κάθε γονιού. Θέλω να πω ότι το παιδί δεν γεννιέται με την πρόθεση να χλευάσει, να κοροϊδέψει, να βρίσει. Ο γονιός, και στη συνέχεια το σχολείο, είναι που έχουν τη δύναμη να καλλιεργήσουν, να ενθαρρύνουν, να επιτρέψουν τη βία σαν έναν μηχανισμό για τα παιδιά. Ο ένας έφηβος του «Bacon» χρησιμοποιεί ακραίες και προσβλητικές λέξεις για να πληγώσει τον ομοφυλόφιλο φίλο του. Λέξεις που τις έχει ακούσει στο σπίτι του, λέξεις που μαχαιρώνουν και πληγώνουν τόσο αυτόν που τις δέχεται όσο κι αυτόν που τις ξεστομίζει. Όμως ακόμα και το παιδί αυτό, ο «κακοποιητής», είναι θύμα. Ο τρόπος με τον οποίο έχει μεγαλώσει και το σπίτι στο οποίο ζει, τον σπρώχνουν να γίνει θύτης για να επιβιώσει.
Γ.Μπ.: Πάντα με φόβιζε η βία απ’ όπου κι αν προερχόταν. Ένα βασικό κομμάτι για το οποίο μιλάει το «Bacon» είναι ο κόσμος του Άρη. Ένα παιδί που μεγάλωσε μέσα στη βία. Μ’ έναν πατέρα που δεν τον αγκάλιασε ποτέ και δεν του είπε ποτέ σ’ αγαπώ. Αυτό όμως για τον ίδιο τον Άρη είναι η καθημερινότητά του. Ίσως να είναι φυσιολογική μια τέτοια σχέση. Γι’ αυτό αδυνατεί να υπάρξει ως κάτι διαφορετικό. Όχι γιατί δεν μπορεί, αλλά γιατί δεν έμαθε ποτέ.
Α.Π.: Είναι μια ερώτηση που την κάνω συνέχεια για τον χαρακτήρα που υποδύομαι. Είμαστε σίγουρα το αποτέλεσμα πολλών συνιστωσών, αλλά κυρίως της παιδικής μας ηλικίας και των γονιών μας. Θέλω, ωστόσο, να πιστεύω ότι είμαστε και οι επιλογές μας. Εμείς επιλέγουμε ποιοι άνθρωποι θα είμαστε και ποιοι όχι. Εμείς επιλέγουμε άμα το πρωί θα ξυπνήσουμε και θα φέρουμε μια θετική αύρα ή θα αντιμετωπίζουμε τη ζωή με δυσκολία. Σίγουρα οι συνθήκες και τα όσα φέρνει η ζωή δεν είναι πάντα ευνοϊκά, αλλά η στάση μας απέναντι στα πράγματα καθορίζει την ενέργειά μας και όσα έλκουμε εν τελεί. Χρειάζεται, όμως, σοβαρή ενδοσκόπηση και δουλειά με τον εαυτό μας για να μπορέσουμε να διαχειριστούμε τα πράγματα με ψυχραιμία και να πάμε κόντρα στα όσα έχουν χαραχτεί μέσα μας.
Το τραύμα και η επούλωσή του. Πώς ενδέχεται να επηρεάσει ένα μεμονωμένο –φρικτό– γεγονός όλη τη ζωή μας;
Ε.Λ.: Η σκέψη ότι μία μόνο στιγμή, ένα μόνο γεγονός μπορεί να διχοτομήσει τη ζωή και τον εαυτό μας σε «πριν» και «μετά» είναι φρικτή. Και νομίζω πως όσο πιο μικρός είσαι όταν λαμβάνει χώρα το τραυματικό γεγονός, τόσο πιο ανυπόφορη είναι και η διχοτόμηση. Λες και η ζωή σου μετά χωρίζεται στην περίοδο προτού αναγνωρίσεις ότι υπάρχει πόνος, απογοήτευση, και στην περίοδο που όλα φαντάζουν ικανά να σε πληγώσουν. Και, τελικά, για μένα αυτό είναι και το χειρότερο, ο μηχανισμός που μας προστατεύει από επόμενα τραυματικά γεγονότα είναι παρόμοιος μ’ αυτόν που μας κάνει να ζούμε με λιγότερο θάρρος, με περισσότερο φόβο.
Γ.Μπ.: Τραύματα φέρουμε όλοι μέσα μας. Επιλογή μας είναι να τα εντοπίσουμε και τα κοιτάξουμε κατάματα. Όσο κοιτάμε από την άλλη, αυτό θα είναι εκεί και θα εδραιώνει τη θέση του, θα εκπαιδεύεται καθημερινά και φυσικά θα εμφανίζεται κάθε φορά που νιώθουμε ευάλωτοι. Στο «Βacon» τα τραύματα είναι εκεί. Έρχεται, άραγε, για αυτούς τους ήρωες η στιγμή να τα κοιτάξουν κατάματα; Και τι τίμημα θα έχει αυτό;
Α.Π.: Γενικά δεν ξέρουμε ποτέ πώς οι λέξεις που χρησιμοποιούμε και οι πράξεις μας μπορούν να εγγράψουν σ’ έναν άνθρωπο. Γι’ αυτό πιστεύω ότι πρέπει να φέρουμε μια ευγένεια και έναν σεβασμό, τόσο για τους εαυτούς μας όσο και για τους άλλους. Και δεν ξέρουμε τι μπορεί να θεωρηθεί φρικτό για κάποιον. Σίγουρα υπάρχουν και κάποια αντικειμενικά μέτρα και σταθμά, όπως είναι η έντονη λεκτική βία και η παραβίαση της ελευθερίας του άλλου μέσα από μια σεξουαλική παρενόχληση ή και οποιαδήποτε άλλη μορφή παρενόχλησης. Θεωρώ ότι ένα τέτοιο συμβάν δεν μπορεί να επουλωθεί ποτέ. Μαθαίνεις να ζεις μ’ αυτό. Μαθαίνεις να το διαχειρίζεσαι και νομίζω ότι σε όλη σου τη ζωή προσπαθείς να το μετουσιώσεις σε κάτι άλλο.
Γιώργο Μπένο και Αλέξανδρε Πιεχόβιακ, πέρα από το θέατρο, δουλεύετε και στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Ποιο από τα τρία μέσα σας εκφράζει περισσότερο καλλιτεχνικά;
Γ.Μπ.: Το καθένα ξεχωριστά έχει τη µαγεία του και τον κόσµο του. Τα τελευταία χρόνια, µε αφορµή τη σειρά και την ταινία, παρατήρησα µε πόσο διαφορετικό τρόπο καλείται να παίξει ένας ηθοποιός µπροστά στην κάµερα. Αυτό είναι κάτι που µε γοητεύει. Μια σκέψη αρκεί για να µεταφέρει τα πάντα. Αυτό φυσικά ενέχει και τη µεγαλύτερη δυσκολία. Όπως αντίστοιχα και στο θέατρο µε γοητεύει το «εδώ και το τώρα». Το ότι τα πάντα µπορούν να συµβούν στη σκηνή.
Α.Π.: Φέτος είχα την τύχη να βρίσκομαι και στην τηλεόραση αλλά και στο θέατρο με πολύ αξιόλογες δουλειές. Μου δόθηκε η δυνατότητα να ακονίσω τα εργαλεία μου και τα εκφραστικά μου μέσα και στις δύο συνθήκες. Και τα δύο έχουν τη γοητεία τους, τις δυσκολίες τους και τις απαιτήσεις τους. Δεν υπάρχει κάποιο που να με εκφράζει περισσότερο καλλιτεχνικά. Βασικά δεν είναι το μέσο, είναι η συνθήκη. Είναι η ιστορία που καλείσαι να υποστηρίξεις και οι συνάδελφοι με τους οποίους πρέπει να συνδημιουργήσεις. Εκεί βρίσκω την έμπνευση και την έκφραση. Στη συνδημιουργία.
Έμιλυ Λουίζου, δουλεύετε κυρίως στο εξωτερικό. Πώς βλέπετε το θεατρικό τοπίο στην Ελλάδα σε σύγκριση με το Λονδίνο;
Ε.Λ.: Μεγάλωσα στην Αθήνα αλλά στα 18 μου μετακόμισα στο Λονδίνο. Το ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα. Η πρώτη μου σκηνοθεσία στην Αθήνα ήταν το 2022, μετά από πρόσκληση του Δημήτρη Τάρλοου. Εκείνος μου έβαλε το «μικρόβιο» της Αθήνας. Θαυμάζω πολύ τον τρόπο δουλειάς των Ελλήνων ηθοποιών, το πώς χρησιμοποιούν τη φαντασία τους. Αυτό που μου αρέσει στην Αθήνα είναι ότι το θέατρο είναι μέρος της κοινωνίας, ανεξαρτήτως ηλικίας ή επαγγέλματος. Υπάρχει μια πραγματική όρεξη για συζήτηση… Δεν είναι τουριστικό attraction! Στο Λονδίνο το θέατρο είναι λίγο πιο ελιτίστικο.
ΙΝFO
Θέατρο Άνεσις, Πρεμιέρα 28 Σεπτεμβρίου
Δείτε περισσότερα για την παράσταση στον city guide της Athens Voice
Δειτε περισσοτερα
Στη νέα του έκθεση «?Trees Dance!», στη Nitra Gallery, ο φωτογράφος βρίσκει ζωή εκεί όπου το βλέμμα μας πατάει γκάζι. Μια προσωπική συνάντηση με τη φύση, που αρχίζει από τη μυρωδιά του καμένου.
Η Δήμητρα Γαλάνη μιλά στην ATHENS VOICE με αφορμή την παράσταση «Ακόμα κι αν φύγεις...» στην ΕΛΣ
Από το Κάστρο και την Old Town μέχρι το Arthur’s Seat, τα μουσεία και τις παμπ
Πενήντα χρόνια μετά την έκδοση του φωτογραφικού λευκώματος του Γιάννη Δήμου, οι εικόνες ενός κόσμου που σταθερά απομακρύνεται αποκτούν νέα σημασία. Τι μπορούν να πουν σήμερα στις γενιές που δεν τον γνώρισαν ποτέ;
Από το Δεσποτικό και το Σπήλαιο μέχρι τα παλιά μεταλλεία, τις βίλες του OMA και τα ίχνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μια διαφορετική διαδρομή στην Αντίπαρο